Igmanski marš: Η ηρωική πορεία των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων στους -32°C

Στις αρχές του 1942, μια ξαφνική επιχείρηση Γερμανών και Κροατών ναζί υπό την ονομασία «Επιχείρηση Νότια Κροατία» κατάφερε να περικυκλώσει τις δυνάμεις των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων στο όρος Romanije της Ανατολικής Βοσνίας.

Η περικύκλωση των παρτιζάνικων δυνάμεων (καφε) από τις ναζιστικές (γκρι) στις αρχές Ιανουαρίου 1942 και το σπάσιμο του κλοιού με την πορεία μέσα από το όρος Igman

Πιο συγκεκριμένα, στόχος της ναζιστικής επιχείρησης ήταν η περικύκλωση και εξόντωση της 1ης Προλεταριαξής Ταξιαρχίας Κρούσης των παρτιζάνων, η οποία είχε ιδρυθεί λίγο καιρό πριν, στις 21 Δεκεμβρίου 1941, στην τοποθεσία Rudo στα σύνορα Βοσνίας-Σερβίας και είχε ήδη αναλάβει δράση επί βοσνιακού εδάφους.

Τμήμα της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης κατά την πορεία μέσα από το όρος Igman

Οι δυνάμεις των παρτιζάνων έχοντας ήδη δεχτεί ισχυρό χτύπημα στη δυτική Σερβία το φθινόπωρο του 1941, δεν ήταν έτοιμες για μια τόσο μεγάλη αντιπαράθεση. Έτσι, οι πρώτες μάχες κατά την 2η Εχθρική Επίθεση είχαν άσχημη έκβαση για την πλευρά των παρτιζάνων. Η 1η Προλεταριακή Ταξιαρχία υπέστη σοβαρά πλήγματα από τις υπέρτερες ναζιστικές δυνάμεις ενώ το ενδεχόμενο απόλυτης περικύκλωσης πλησίαζε επικίνδυνα. Κατά συνέπεια, η διοίκησή της, με στρατιωτικό διοικητή τον Koča Popović και πολιτικό κομισάριο τον Filip Kljajić Fića, αποφάσισε στις 25 Ιανουαρίου να μετακινήσει τις δυνάμεις της σπάζοντας τον εχθρικό κλοιό από την πλευρά που δεν ήταν αναμενόμενο δηλαδή προς την πόλη του Σαράγιεβο. Η πορεία των 600 περίπου παρτιζάνων θα κινούνταν από το όρος Romanije, προς το όρος Ozren και κινούμενη περιμετρικά της πρωτεύουσας της Βοσνίας μέσα από την κοιλάδα του Σαράγιεβο θα δοκίμαζε μια τολμηρή διέλευση από το όρος Igman με τελικό στόχο την πόλη Foca όπου βρισκόταν το αρχηγείο των ανταρτών. Μια συνολική πορεία άνω των 200 χιλιομέτρων που πραγματοποιήθηκε κάτω από τη μύτη του εχθρού σε ένα καταχιονισμένο περιβάλλον.

Ο εχθρός έδειξε μια ξεκάθαρη υπεροχή στο Bijeli Vode και στο Pjenovac — επιτέθηκε από τα βόρεια, τα ανατολικά και τα νοτιοανατολικά. Οι πληροφορίες που ελήφθησαν έδειχναν ότι ο εχθρός μας περίμενε σε ενέδρα αν κινούμασταν δυτικά. Στα νότια είναι το Σεράγεβο — μια ισχυρή φρουρά! Οπότε είμαστε περικυκλωμένοι! Πού να πάμε; Να περιμένουμε τις ισχυρές εχθρικές δυνάμεις να μας επιτεθούν πρώτες δεν υπήρχε περίπτωση. Σκέφτηκα όλες τις πιθανότητες. Στο Σεράγεβο, η φρουρά ήταν δυνατή, αλλά δεν μας περιμένουν εκεί, γιατί νομίζουν ότι δεχθήκαμε βαρύ χτύπημα, είμαστε σπασμένοι και αδύναμοι και ότι προτιμάμε να φύγουμε παρά να επιτεθούμε. Η απόφαση ωρίμασε γρήγορα — προς τα νότια! Δίπλα στο Σεράγεβο! Ο πολιτικός επίτροπος Fića συμφώνησε αμέσως – Μαρτυρία του Κότσα Πόποβιτς, στρατιωτικού διοικητή της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης

Στη διάρκεια της επικής πορείας τους, οι παρτιζάνοι της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας δοκίμασαν διάφορες δυσκολίες. Πέρασμα από εχθρικά φυλάκια, πείνα, φυσικά εμπόδια όπως παγωμένους χειμάρρους και φυσικά κρυοπαγήματα. Σε μία περίπτωση ένας μικρός αλλά παγωμένος χείμαρρος κοντά στο Σαράγιεβο καθυστέρησε επικίνδυνα τις δυνάμεις των παρτιζάνων αφού τα κομμάτια του πάγου έσπαζαν. Όποιος δεν μπορούσε να πηδήξει τον μικρό χείμαρρο και βρεχόταν, έβλεπε τα κάτω άκρα του να παγώνουν σχεδόν ακαριαία ενώ ένα άλογο που έπεσε μέσα στον χείμαρρο πάγωσε και πέθανε. Οι παρτιζάνοι που είχαν μείνει πίσω χρησιμοποίησαν το πεθαμένο άλογο ως γέφυρα ώστε να περάσουν πάνω από τα νερά του χειμάρρου…

Πορεία στο όρος Igman

Το δυσκολότερο τμήμα της διαδρομής όμως ήταν η διέλευση από το οροπέδιο του όρους Igman. Εκεί οι παρτιζάνοι συνάντησαν παγωμένα ανηφορικά μονοπάτια και θερμοκρασίες που έφταναν τους -32°C. Μαρτυρίες παρτιζάνων που ήταν εκεί αναφέρουν μέχρι και την εμφάνιση παραισθήσεων από το συνδυασμό κρύου και κούρασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στάση δέκα λεπτών ισοδυναμούσε σίγουρα με εμφάνιση κρυοπαγημάτων στα πόδια. Έτσι, το πέρασμα μέσα από το όρος Igman μεταξύ 27ης και 28ης Ιανουαρίου έμεινε στην ιστορία ως μία από τις θρυλικότερες στιγμές της γιουγκοσλάβικης Αντίστασης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και μία από τις λαμπρότερες σελίδες στη δράση της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας. Ο εχθρός άργησε να καταλάβει την πορεία διαφυγής των παρτιζάνων και κινητοποιήθηκε μόλις το πρωινό της 28ης Γενάρη πραγματοποιώντας κάποιες τυφλές βολές, που όμως δεν κατάφεραν να χτυπήσουν την παρτιζάνικη φάλαγγα.

Χάρτης που δείχνει κατά προσέγγιση την πορεία της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης από το όρος Ρομάνια ως την πόλη Φότσα, γύρω από την πόλη του Σαράγιεβο και μέσα από το πέρασμα του όρους Ίγκμαν

Φτάνοντας στον τελικό προορισμό τους, την πόλη Foca, οι παρτιζάνοι είχαν καταφέρει να σπάσουν την εχθρική περικύκλωση με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες. Φυσικά αυτές δεν ήταν λίγες. Συνολικά 158 παρτιζάνοι από τους περίπου 600 υπέφεραν από κρυοπαγήματα και γάγγραινα. Έξι εξ αυτών δεν τα κατάφεραν και πέθαναν. Όμως 120 κατάφεραν να επιστρέψουν στις μονάδες τους. Στο πρόχειρο νοσοκομείο που στήθηκε, οι παρτιζάνοι χειρουργήθηκαν χωρίς αναισθητικό. Οι γιατροί αναγκάστηκαν να κόψουν συνολικά 236 δάχτυλα. Δέκα παρτιζάνοι έμειναν χωρίς κανένα δάχτυλο ενώ 23 έχασαν όλα τα δάχτυλα του ενός τους ποδιού. Ο επιτυχημένος παρτιζάνικος ελιγμός ήταν ο πρώτος τόσο μεγάλης κλίμακας ελιγμός από μία σειρά ανάλογες, παράτολμες προσπάθειες με τις οποίες οι δυνάμεις τους πάντοτε κατάφερναν να βγαίνουν από τον εχθρικό κλοιό και να συνεχίζουν τον αγώνα τους από καλύτερες θέσεις.

Ο στρατιωτικός διοικητής της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης, Κότσα Πόποβιτς (δεξιά) με τον Γιόζιπ Μπροζ Τίτο

Μέχρι και σήμερα, η διέλευση του όρους Igman τιμάται από τους κατοίκους της Βοσνίας και άλλων κρατών της πρώην Γιουγκοσλαβίας με ορεινή πεζοπορία, εκδηλώσεις και κατάθεση στεφανιών στο σημείο κατάληξης της πορείας της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας. Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στις εορταστικές εκδηλώσεις [βίντεο από τη φετινή πορεία: https://www.facebook.com/100006370965424/videos/1257104734907288]

29/7/1925: Η απόδραση 43 Βουλγάρων αντιφασιστών από το νησί-φυλακή της Μαύρης Θάλασσας

Τα χρόνια μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ιδιαίτερα ταραχώδη για τη Βουλγαρία. Μετά τις απανωτές πολεμικές περιπέτειες και την συντριπτική ήττα που υπέστη στους βαλκανικούς και στον μεγάλο πόλεμο, η κοινωνική δυσαρέσκεια βρισκόταν στα ύψη. Το κομμουνιστικό κόμμα Βουλγαρίας και διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες θεωρούσαν ότι επίκειται επανάσταση στα σοβιετικά πρότυπα. Τις μεγάλες γενικές απεργίες των πρώτων ετών της δεκαετίας του ’20 διαδέχτηκε μία οργανωμένη εξέγερση τον Σεπτέμβριο του 1923 με στόχο την εγκαθίδρυση εργατο-αγροτικής επαναστατικής κυβέρνησης. Μετά την ήττα της εξέγερσης του Σεπτέμβρη, ο μηχανισμός του ΒΚΚ και μικρές αναρχικές ομάδες συνέχισαν την ένοπλη αντίσταση στα βουνά και τις πόλεις. Αποκορύφωμα αυτής της δραστηριότητας υπήρξε η ανατίναξη της εκκλησίας της Αγίας Κυριακής στο κέντρο της Σόφιας από μέλη του παράνομου μηχανισμού του ΒΚΚ, με στόχο τη δολοφονία των κορυφαίων πολιτικών του καθεστώτος που θα βρίσκονταν εκεί. Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς του δικτάτορα Τσανκόφ που κυβερνούσε τη Βουλγαρία προχωρούσε σε εκατοντάδες συλλήψεις και διώξεις κομμουνιστών, αριστερών και αναρχικών.

Η απόπειρα στην Αγία Κυριακή, τον Απρίλιο του 1925, έφερε ακόμα σκληρότερα μέτρα από αυτά που ήδη υπήρχαν εκ μέρους του κράτους. Δεκάδες δολοφονίες κομμουνιστών και συνοδοιπόρων και χιλιάδες συλλήψεις στελεχών, φίλων και συνεργατών του ΒΚΚ και άλλων αντιφασιστών/τριών λάμβαναν χώρα ενώ σημαντικός ήταν και ο αριθμός των εκτελέσεων μετά από αποφάσεις των στρατοδικείων. Η περιοχή του Μπουργκάς δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Δολοφονίες ηγετικών στελεχών και εκατοντάδες συλλήψεις μελών του ΒΚΚ χαρακτήρισαν την άνοιξη του 1925. Από το σύνολο των φυλακισμένων αποφασίστηκε ενενήντα στελέχη και μέλη του ΒΚΚ και μαζί τους κάποιοι μη-κομμουνιστές αντιφασίστες να αποσπαστούν. Αυτοί οδηγήθηκαν σε ένα μικρό νησάκι στα ανοιχτά του Μπουργκάς που λεγόταν Αγία Αναστασία (Света Анастасия). Το νησί αυτό απέχει μόλις 4 ναυτικά μίλια από το Μπουργκάς και διακρίνεται για τα ηφαιστειογενή πετρώματά του ενώ πάνω του υπήρχε το μοναστήρι της «Αγίας Αναστασίας», το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή. Η απόδραση από αυτό τον βράχο μέσα στη θάλασσα θεωρούνταν αδύνατη…

Η εκκλησία της Αγίας Κυριακής στη Σόφια μετά τη βοβμιστική επίθεση του ΒΚΚ

Εξόριστοι στην Αγία Αναστασία

Οι 90 κρατούμενοι μεταφέρονται στην Αγία Αναστασία στις 5 Ιουλίου με πολεμικό πλοίο ενώ φρουρούνται από μια δύναμη δέκα στρατιωτών, ενός αξιωματικού και δύο αστυνομικών. Μεταξύ των εξορίστων βρίσκονται ο γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του ΒΚΚ για το Μπουργκάς, Τεοχάρ Μπακρτζίεφ (Теохар Бакърджиев), ο Βασίλ Νοβάκοφ (Васил Новаков), σημαντικό μέλος του ένοπλου τμήματος του ΒΚΚ στην περιοχή του Μπουργκάς, ο κομμουνιστής μηχανικός του πολεμικού ναυτικού Γκέτσο Κοκίλεφ (Гечо Кокилев), ο οποίος ήταν καπετάνιος του κομματικού πλοίου «Ιβάν Βάζοφ» που διατηρούσε παράνομη θαλάσσια σύνδεση με τη Σοβιετική Ένωση και άλλοι…

Οι εξόριστοι γρήγορα οργανώνουν τη ζωή τους και δημιουργούν ακόμα και θεατρική ομάδα στην οποία συμμετέχουν και οι φρουροί τους. Ο Μπακρτζίεφ μάλιστα πλησιάζει τον επικεφαλής αξιωματικό και καταφέρνει να αναπτύξει φιλικές σχέσεις μαζί του, ακόμα και να πηγαίνουν μαζί για ψάρεμα και να φέρνουν τις ψαριές τους προς κατανάλωση από τους εξόριστους, αφού το φαγητό που στελνόταν επίσημα από τις κρατικές υπηρεσίες ήταν λιγοστό και κακής ποιότητας. Αυτό όμως ήταν το προκάλυμμα.

Από την πρώτη στιγμή που στάλθηκαν στην »Αγία Αναστασία», οι εξόριστοι επεξεργάζονται το σχέδιο απόδρασής τους. Οι Μπακρτζίεφ και Νοβάκοφ δημιουργούν ειδική ομάδα από 22 άτομα, η οποία προετοιμάζει το έδαφος για το μεγάλο τόλμημα. Άλλωστε, οι εξόριστοι μαθαίνουν ότι για 28 απ’ αυτούς υπάρχουν καταδίκες εις θάνατον από τα στρατοδικεία και η εκτέλεσή τους μπορεί να είναι θέμα ημερών. Η απόδραση είναι η μόνη ελπίδα. Η ομάδα των 22 επαναλαμβάνει καθημερινά τις κινήσεις του σχεδίου ώστε να είναι σίγουροι ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά. Έχουν μελετήσει επακριβώς τις θέσεις και τις κινήσεις των φρουρών καθώς και τα μέσα διαφυγής.

Καθώς πολλοί θεωρούνται μελλοθάνατοι πια, οι αρχές επιτρέπουν σε συγγενείς τους να τους επισκεφτούν στον τόπο εξορίας. Γονείς, παιδιά και αδέρφια φτάνουν στις 29 Ιουλίου πάνω σε μικρές βάρκες και φέρνουν δώρα στους εξορίστους. Αφού περάσουν μερικές ώρες μαζί παίρνουν τον δρόμο του γυρισμού. Τους συνοδεύει και ο αξιωματικός, διοικητής των φρουρών, ο οποίος θα επιστρέψει στο νησί αργότερα. Τότε μπαίνει σε λειτουργία το σχέδιο της εξέγερσης. Ο Μπακρτζίεφ από το μπαλκόνι του μοναστηριού-φυλακής επιβλέπει την κατάσταση και δίνει το σύνθημα. Χωρισμένοι σε ομάδες, οι 22 αφοπλίζουν μεμονωμένους φρουρούς και καταλαμβάνουν το φυλάκιο. Όταν ο αξιωματικός επιστρέψει στο νησί θα διαπιστώσει ότι δεν είναι πλέον κύριος της κατάστασης. Πιάνεται αιχμάλωτος και κλείδώνεται σε ένα δωμάτιο.

Ο Μπακρτζίεφ συγκεντρώνει τους ενενήντα εξόριστους και τους περιγράφει το σχέδιο απόδρασης. Καλεί εθελοντικά όσους θέλουν να ενωθούν με τους 22 που ήταν εξ αρχής μυημένοι στο σχέδιο ξεκαθαρίζοντας ότι το ρίσκο είναι μεγάλο.

”…Σύντροφοι, τρεις μέρες μένουν ακόμη μέχρι τις κρεμάλες. Αλλά εμείς είμαστε κομμουνιστές. Η δική μας αρχή είναι ο αγώνας. Και ο καθένας που θέλει να πεθάνει αγωνιζόμενος, που νιώθει τη δύναμη να αντέξει τις μεγάλες δοκιμασίες, ας ενωθεί μαζί μας.»

Μαζί τους θα ενωθούν άλλοι 21 κρατούμενοι ανεβάζοντας τον αριθμό όσων τολμήσουν την απόδραση στους 43. Τελευταία στιγμή, ένας απ’ τους στρατιώτες-φρουρούς τους ενημερώνει ότι θέλει να ενωθεί μαζί τους. Ο αριθμός ανεβαίνει στους 44.

Άγαλμα του Τεοχάρ Μπακρτζίεφ στο σημερινό Μπουργκάς

Η μεγάλη απόδραση

Καθώς πέφτει το σκοτάδι, οι πρώτοι 25 αναχωρούν με τις δύο διαθέσιμες βάρκες που υπάρχουν, μία μεγάλη των είκοσι ατόμων και μια μικρή των πέντε. Η κοντινότερη απέναντι στεριά είναι στο ένα μίλι. Για κακή τους τύχη, μετά την πρώτη διαδρομή, η μεγάλη βάρκα αρχίζει να μπάζει νερά με αποτέλεσμα να βυθιστεί και να χαθεί και ένα από τα δώδεκα τουφέκια που έχουν αρπάξει από τους φρουρούς. Η μεταφορά των υπολοίπων γίνεται αναγκαστικά με απανωτά δρομολόγια της μικρής βάρκας. Αφού συγκεντρωθούν όλοι στην απέναντι ακτή, ξεκινούν δίχως καθυστέρηση το ταξίδι τους προς τα βουλγαρο-τουρκικά σύνορα. Αυτή είναι η δεύτερη φάση του σχεδίου απόδρασης.

Οι 44 θα χρειαστεί να καλύψουν μία απόσταση περίπου εκατό χιλιομέτρων με ελάχιστα εφόδια. Σε μία περίσταση θα συναντηθούν με στρατιωτική περίπολο. Τότε θα ανταλλαγούν πυρά με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο πόδι ένας από την ομάδα. Τελικά, όμως θα καταφέρουν να κρατήσουν μακριά τους στρατιώτες και να συνεχίσουν την πορεία τους προς τον νότο, αυτή τη φορά χωρισμένοι σε τρεις ομάδες. Μία μεγάλη, με 32 άτομα, και δυο μικρότερες με επτά και τέσσερα αντίστοιχα. Ο 44ος της ομάδας, ο νεαρός στρατιώτης που ακολούθησε τους εξορίστους, μη-θέλοντας να περάσει σε τουρκικό έδαφος θα τους αποχαιρετήσει επιλέγοντας να κατευθυνθεί στο χωριό του. Εκεί αργότερα θα συλληφθεί και θα καταδικαστεί σε επταετή κάθειρξη. Τελικά κατά την 31η Ιουλίου οι τρεις ομάδες θα καταφέρουν να περάσουν σε τουρκικό έδαφος. Απ’ αυτές, η ομάδα των επτά θα βρεθεί τετ-α-τετ με μία φρουρά τριών Βουλγάρων στρατιωτών λίγες δεκάδες μέτρα μόνο πριν διασχίσει τα σύνορα. Αν και οι δύο πλευρές είναι οπλισμένες, θα κοιταχτούν, χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντες και θα προσπεράσει η μία την άλλη.

Στην Τουρκία

Στο τουρκικό έδαφος οι 43 συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν σε φυλακές της Κων/πολης. Εκεί έμαθαν από βουλγάρικες εφημερίδες που έπεσαν στα χέρια τους ότι στο κατώπι τους είχαν κινητοποιηθεί 2.000 στρατιώτες και αστυνομικοί ενώ ο βουλγαρικός καθεστωτικός Τύπος είχε αναγγείλει ότι η σύλληψή τους ήταν θέμα ωρών. Η τύχη τους έγινε αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ των σοβιετικών προξενικών αρχών, με επικεφαλής τον πρόξενο Σεμιόν Μίρνιι και της κεμαλικής κυβέρνησης. Τελικά, καθώς η σοβιετική βοήθεια προς τον Ατατούρκ ήταν ακόμα νωπή, οι τουρκικές αρχές συμφώνησαν να επιτρέψουν τη μεταφορά των 43 σε σοβιετικό έδαφος. Έτσι, στις 15 Αυγούστου 1925, το σοβιετικό ατμόπλοιο «Ίλιτς» παρέλαβε τους αντιφασίστες δραπέτες και τους μετέφερε στο λιμάνι της Σεβαστούπολης στην Κριμαία.

Το νησάκι της «Αγίας Αναστασίας»

«Αν σου είναι γραφτό να κρεμαστείς, δεν πρόκειται να πας από πνιγμό»
βουλγάρικο λαϊκό ρητό

Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη Σοβιετική Ένωση για τους δραπέτες της «Αγίας Αναστασίας» είναι όμορφα.
Ο οργανωτής της απόδρασης, Τεοχάρ Μπακρτζίεφ, αναλαμβάνει σημαντικό πόστο στη Διεθνή Οργάνωση Βοήθειας Επαναστατών (ΜΟΠΡ), κατ’ αναλογία τον «Ερυθρό Σταυρό» της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ταυτόχρονα βοηθάει στο Γραφείο Εξωτερικού του Βουλγάρικου Κομμουνιστικού Κόμματος.
Ο έτερος οργανωτής της απόδρασης, Βασίλ Νοβάκοφ, προτάθηκε από το ΒΚΚ και έγινε δεκτός στον σοβιετικό στρατό όπου πήρε τον βαθμό του λοχαγού στο 153ο Σύνταγμα Πεζικού της 51ης Μεραρχίας με έδρα το Κίεβο.
Ο Γκέτσο Κοκίλεφ, γίνεται μέλος του σοβιετικού ΚΚ διατηρώντας παράλληλα στενές επαφές με τους Βούλγαρους ηγέτες Δημητρόφ και Κολάροφ που βρίσκονται επίσης στην ΕΣΣΔ μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Σεπτέμβρη του 1923. Νυμφεύεται μία Ρωσίδα και αποκτά έναν γιο το 1929. Το 1931 αποφοιτά από την Ακαδημία Πολεμικού Ναυτικού του Λένινγκραντ. Υπηρετεί στη μονάδα υποβρυχίων του στόλου της Βαλτικής και ανέρχεται στη στρατιωτική ιεραρχία (3ος καπετάνιος, 2ος μηχανικός κ.ο.κ.).

Δυστυχώς και οι τρεις παραπάνω, όπως και μια σειρά άλλοι από τους 43 δραπέτες που βρήκαν καταφύγιο στη Σοβιετική Ένωση, θα πέσουν θύματα των εσωτερικών κομματικών εκκαθαρίσεων που έλαβαν χώρα κατά το β’ μισό της δεκαετίας του ’30. Έτσι, ενώ θα γλιτώσουν την εκτέλεση στη Βουλγαρία το 1925, θα βρεθούν είτε εξόριστοι, είτε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα επί σοβιετικού εδάφους. Ο Μπακρτζίεφ θα καταδικαστεί και θα εξοριστεί στο γκούλαγκ της Κολίμα όπου θα πεθάνει το 1939 σε ηλικία 43 ετών. Ο Νοβάκοφ θα καταδικαστεί στις 25 Σεπτεμβρίου 1937 ως μετέχων «στρατιωτικο-φασιστικής συνωμοσίας» και θα εκτελεστεί, στην Οδησσό, το ίδιο έτος. Ο Κοκίλεφ θα διαγραφεί το από το σοβιετικό ΚΚ στις 14 Σεπτεμβρίου του 1937, θα συλληφθεί την 1η Οκτώβρη, θα καταδικαστεί εις θάνατον στις 21 Φεβρουαρίου 1938 και θα εκτελεστεί στις 23 Μαρτίου του ίδιου έτους, στο Λένινγκραντ.

Η μνήμη όλων τους θα αποκατασταθεί, κατά τη διαδικασία της απο-σταλινοποίησης, το 1956, τόσο στη Σοβιετική Ένωση, όσο και στη Βουλγαρία.

Άλλοι εκ των 43 θα έχουν καλύτερη τύχη. Οι περισσότεροι θα επιστρέψουν επί βουλγαρικού εδάφους μετά την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία στις 9 Σεπτεμβρίου 1944. Ο Μπορίς Σίμοφ (Борис Симов) θα γίνει λέκτορας οικονομικών, ο Ιακίμ Ιακίμοφ (Яким Якимов) θα γίνει γνωστός επιστήμονας στον τομέα της χημείας και το όνομά του φέρει ένας δρόμος έξω από το πανεπιστήμιο στο Μπουργκάς έως σήμερα. Ο Παναϊότ Γιαρίμοφ (Панайот Яръмов) θα ταξιδέψει από τη Σοβιετική Ένωση για να λάβει μέρος στον ισπανικό εμφύλιο με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Θα εγκαταλείψει την Ισπανία επιστρέφοντας στην ΕΣΣΔ, το 1939, λίγους μήνες πριν το τέλος του ισπανικού εμφυλίου πολέμου. Μετά το 1944 θα επιστρέψει στη Βουλγαρία και θα κάνει πολιτική καριέρα μέσα από τις τάξεις του ΒΚΚ.

Η Μνήμη της Απόδρασης των 43 Αντιφασιστών

Η απόδραση των 43 από το νησί της »Αγίας Αναστασίας» δεν ήταν απλά κινηματογραφική με τη μεταφορική έννοια αλλά έγινε ταινία στον βουλγαρικό κινηματογράφο, το 1958, υπό τον τίτλο, «Το μικρό νησί», σε σκηνοθεσία του Ρανγκέλ Βλτσάνοφ (Рангел Вълчанов). Μετά τον Β’ Π.Π. το νησί της «Αγίας Αναστασίας» μετονομάζεται σε «Μπολσεβίκος» ενώ με απόφαση της κυβέρνησης, το 1967, καθιερώνεται ως »ιστορικός τόπος του επαναστατικού αγώνα». Στα χρόνια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, η πόλη του Μπουργκάς διοργανώνει ετησίως αγώνες ελεύθερης κολύμβησης από το νησί της Αγίας Αναστασίας/Μπολσεβίκου ως το μέρος που αποβιβάστηκαν οι δραπέτες στην απέναντι ακτή.
Τα ονόματα πολλών εκ των 43 (ακόμα και των εκτελεσθέντων) δόθηκαν σε σχολεία, δρόμους και ιδρύματα, στήθηκαν προτομές και αγάλματα ενώ τιμητικές πλάκες τοποθετήθηκαν στις οικίες τους. Κάποια εξ αυτών διατηρούνται έως σήμερα ενώ άλλα έπαψαν να υφίστανται τη δεκαετία του ’90 ή του 2000. Το νησί της «Αγίας Αναστασίας» ξαναπήρε αυτό το όνομα μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού΄΄ όμως μέχρι σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να βρουν μία τιμητική πλακέτα στη μνήμη των 43 αντιφασιστών. Κάθε χρόνο στις 29 Ιουλίου κομμουνιστές και αντιφασίστες από το Μπουργκάς και την υπόλοιπη Βουλγαρία τιμούν την επέτειο της μεγάλης απόδρασης με την επίσκεψή τους.

Οι πρωταγωνιστές του βουλγαρικού «Αλκατράζ»

*Το άρθρο βασίστηκε σε στοιχεία από τη βουλγαρική και τη ρωσική έκδοση της Wikipedia καθώς και από τους παρακάτω συνδέσμους: https://bspburgas.eu/?p=1160 και https://duma.bg/narichahme-go-bolshevik-n218166

Αγώνες κολύμβησης από το νησί ως την απέναντι ακτή, δεκαετία του ’70

Ντοκουμέντο του Β’Π.Π: Κοινή έκκληση Ελλήνων, Βουλγάρων, Τούρκων και Αρμενίων αντιφασιστών στην κατεχόμενη Κομοτηνή

Το συγκεκριμένο ιστορικό ντοκουμέντο αποτελεί μία κοινή έκκληση Ελλήνων, Βουλγάρων, Τούρκων και Αρμενίων αντιφασιστών της Κομοτηνής, με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1944, δύο ημέρες μετά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας και το πέρασμά της στο αντιφασιστικό στρατόπεδο.

Η προκήρυξη που βρίσκεται στα βουλγαρικά αρχεία έχει για εμάς σημασία καθώς μεταφέρει το κλίμα που επικρατούσε στις βουλγαροκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας εκείνες τις ημέρες, όπου οι διεργασίες μεταξύ των αντιφασιστών των δύο πλευρών ήταν έντονες. Επιπλέον, αν και γνωρίζουμε από την τελική πορεία των πραγμάτων ποια ήταν η εξέλιξη, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου το εύρος των δυνατοτήτων που ανοίγονταν όταν η στροφή της εξέλιξης του πολέμου εναντίον του Άξονα άρχισε να έχει άμεσο αντίκτυπο και στα Βαλκάνια. Στην Κομοτηνή, εντός του βουλγαρικού στρατού, είχε δημιουργηθεί ήδη από το 1941 ένα αντιφασιστικό δίκτυο που έδινε πληροφορίες και βοηθούσε τους ντόπιους. Το δίκτυο ανακαλύφθηκε το 1942 και 23 Βούλγαροι στρατιώτες καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές ή/και σε θάνατο. Παρά το συγκεκριμένο πλήγμα από το 1942, το βουλγαρικό Κ.Κ. καταφέρνει να δημιουργήσει παράνομη οργάνωση εντός του Συντάγματος που εδρεύει στην Κομοτηνή (για περισσότερες πληροφορίες δείτε το παλαιότερο άρθρο μας: Έλληνες και Βούλγαροι αντιφασίστες στη Μακεδονία και τη Θράκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου). Είναι αυτοί οι άνθρωποι που μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν θα αναλάβουν τα ηνία και θα εκδώσουν την παρακάτω προκήρυξη. Όσον αφορά τους Έλληνες που υπογράφουν την προκήρυξη, γνωρίζουμε ότι κάποιοι αποτελούν ιδρυτικά μέλη του τοπικού ΕΑΜ (Κακαρέλης, Πλατσίδας, Γερασίμου). Για τους Τούρκους και Αρμένιους υπογράφοντες δεν έχει καταστεί δυνατόν να εντοπίσουμε περαιτέρω στοιχεία.

Λίγες ημέρες μετά, στις 14 Σεπτεμβρίου η διοίκηση της πόλης της Κομοτηνής παραδίδεται από τους Βούλγαρους σε ολιγομελή αντάρτικη ομάδα που εισέρχεται στην πόλη. Το επόμενο διάστημα η ΕΑΜική διοίκηση συνυπάρχει με τον βουλγαρικό στρατό υπό την πολιτική πλέον ηγεμονία του Πατριωτικού Μετώπου της Βουλγαρίας. Μάλιστα, η νέα βουλγαρική διοίκηση θα λειτουργήσει στρατοδικείο το οποίο θα καταδικάσει φασίστες αξιωματικούς και στρατιώτες που είχαν προβεί σε επαίσχυντες πράξεις. Οι καταδικασθέντες θα τουφεκιστούν από ΕΛΑΣίτες.

Το ιστορικό τεκμήριο που παρουσιάζεται είναι σε δική μας μετάφραση ενώ ακολουθεί η προκήρυξη στα βουλγαρικά

Προσωρινή Επιτροπή του Πατριωτικού Μετώπου
πόλη Κομοτηνή
___________________________________________________________________________________________

Ε Κ Κ Λ Η Σ Η

ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ (Μπελομόριε)!

Το τέλος των αδελφοκτόνων πολέμων μεταξύ των βαλκανικών λαών έφτασε! Ο ανίκητος ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ του μεγάλου ρωσικού λαού προελαύνει στα Βαλκάνια. Ο βουλγαρικός λαός τον προϋπαντεί με ενθουσιασμό και περνάει δίχως επιφυλάξεις κάτω απ’ τη δική του σημαία. Από σήμερα ο βουλγαρικός στρατός έτεινε αδελφικό χέρι στον ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΡΑΤΟ και πέρασε στις υπηρεσίες των υπόδουλων βαλκανικών λαών.

Εμείς πραγματοποιούμε έκκληση προς το σύνολο του πληθυσμού της Κομοτηνής, χωρίς διάκριση εθνοτήτων να έχει πλήρη πίστη προς τον ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ, ο οποίος είναι έτοιμος να υπηρετήσει με τη ζωή του την ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ μεταξύ των βαλκανικών λαών. Γι’ αυτό εμείς κάνουμε έκκληση προς Εσάς, να στολίσετε τα σπίτια σας με το ΑΝΙΚΗΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΛΑΒΑΡΟ του ΣΦΥΡΙΟΥ και ΔΡΕΠΑΝΙΟΥ, να κατεβάσετε όλες τις πατριωτικές σημαίες των τυφλωμένων Βουλγάρων και Ελλήνων πατριωτών και να τηρήσουμε πλήρη τάξη και ησυχία μέχρι αύριο, όταν θα οργανωθούν κοινές συγκεντρώσεις μεταξύ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ και ΕΛΛΗΝΩΝ μαχητών για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και την ειρηνική ανάπτυξη των βαλκανικών λαών.

Ζήτω η αδελφική συνεργασία μεταξύ του βουλγαρικού, ελληνικού, αρμένικου και τουρκικού λαού!

Ζήτω η μαχητική αδελφοσύνη μεταξύ του ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ και όλων των κόκκινων ελληνικών (ανταρτικών) ομάδων!

Ζήτω οι ελεύθεροι βαλκανικοί λαοί!

Ζήτω η απελευθερώτριά τους Ε.Σ.Σ.Δ. και ο δικός της ανίκητος κόκκινος στρατός!

Ζήτω ο ΣΤΑΛΙΝ!

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ!

Εκ μέρους της Προσωρινής Επιτροπής του Πατριωτικού Μετώπου – πόλη Κομοτηνή

Φιλίπ Γκεοργκίεφ, Δρ. Αλ. Μίντσεφ, Γκεόργκι Μπίλεφ, Στέφαν Τσολάκοφ, Στέφαν Ρόμπεφ, Κίριλ Μπέτσεφ, Πέταρ Μέσεφ, Μίλους Τοπάλοφ, Βασίλ Μάικοφ, Κίριλ Τσερνοκόλεφ, Γκεόργκι Ράσεφ, Γκεόργκι Σιμεόνοφ, Ντόμπρεφ – δάσκαλος γυμνασίου, Άνγκελ Καραϊβάνοφ, Όθων Κακαρέλης, Αθανάσιος Πλατσίδης, Αιμίλιος Γερασίμου, Νικόλαος Νικολαϊδης, Κώστας Σιμόπουλος, Γιουσνί Γιουσούφ, Σεφκέτ Οσμάνοφ, Τακβόρ Κεβορκιάν, Μπεντρός Μπερμπεριάν, Χατσίκ Νισανιάν.

πόλη Κομοτηνή, 11 Σεπτεμβρίου 1944

ДА – Смолян, ф. 960, оп. 3, а.е. 1, л. 1

Η «βαλκανική περιπέτεια» της RAF

Τον Μάιο του 1978, τέσσερα σημαντικά πλην καταδιωκόμενα μέλη της γερμανικής ένοπλης οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF), η Brigitte Mohnhaupt, ο Peter Jurgen Boock, η Ziglinde Hoffman και ο Rolf Klemens Wagner κατέφυγαν μυστικά στη Γιουγκοσλαβία. Αφού παρέμειναν κάποιο καιρό στην Κροατία, τελικά εντοπίστηκαν στο Ζάγκρεμπ και συνελήφθησαν από τη γιουγκοσλαβική αστυνομία. Το γερμανικό κράτος ζήτησε αμέσως την έκδοσή τους με βάση μια διακρατική συμφωνία που είχε υπογραφεί το 1974 ωστόσο κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ. Τα τέσσερα μέλη της RAF κρίθηκαν αθώα από τα γιουγκοσλαβικά δικαστήρια, στάλθηκαν μυστικά σε αραβικές χώρες (Λιβύη και Υεμένη) απ’ όπου επέστρεψαν λίγο αργότερα στην Ευρώπη για να συνεχίσουν τη δράση τους. Ποιο ήταν όμως το παρασκήνιο πίσω από τη «βαλκανική περιπέτεια» της RAF;

Η «γερμανική άνοιξη»»

Το έτος 1977 στη Δυτική Γερμανία είναι ιδιαίτερα θερμό πολιτικά με απεργίες και διαδηλώσεις να λαμβάνουν χώρα και τη «δεύτερη γενιά» της RAF να πραγματοποιεί ένοπλες επιθέσεις κατά πολιτικών στόχων, δολοφονώντας μάλιστα υψηλά ιστάμενα στελέχη της πολιτικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Σημαντικότερη απ’ τις ενέργειες της RAF είναι η απαγωγή του βιομηχάνου και προέδρου της αντίστοιχης εργοδοτικής Ένωσης, Hans Martin Schlayer. Η RAF θα προσπαθήσει να τον χρησιμοποιήσει ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση των φυλακισμένων μελών της «πρώτης γενιάς». Όταν όμως στις 18 Οκτωβρίου 1977, τρία απ’ τα ιδρυτικά μέλη της RAF θα βρεθούν νεκρά στα κελιά τους κανείς δεν θα πιστέψει πως πρόκειται για ταυτόχρονες αυτοκτονικές πράξεις όπως διατεινόταν η γερμανική κυβέρνηση. Σε αντίποινα, ο Schlayer θα εκτελεστεί και το ρήγμα θα βαθύνει. Ποιος ήταν ο Hans Martin Schlayer; Το 1977 ήταν ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας της Ένωσης Γερμανών Εργοδοτών και της Ομοσπονδία των Γερμανικών Βιομηχανιών δηλαδή του αντίστοιχου ΣΕΒ της Δυτικής Γερμανίας. Όμως ο Schleyer δεν αναρριχήθηκε σε αυτές τις θέσεις από το πουθενά. Η ιστορία του ήταν μακρά και σκοτεινή. Στον μεσοπόλεμο είχε εμπλακεί στο ναζιστικό κίνημα και το 1937 είχε αναδειχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού φοιτητικού κινήματος. Ως μέλος του ναζιστικού κόμματος διετέλεσε πρόεδρος του Φοιτητικού Συλλόγου του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Schleyer είχε υπηρετήσει με τα SS στο Δυτικό Μέτωπο ενώ μετά από ένα ατύχημα μεταπήδησε στη θέση του προέδρου των φοιτητών της κατεχόμενης Πράγας και αργότερα σε αυτή του συμβούλου της Ένωσης Βιομηχάνων Βοημίας και Μοραβίας το 1943.

Μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, ο Schleyer πέρασε τρία χρόνια ως κρατούμενος των Συμμάχων στη Δυτική Ευρώπη αλλά το 1948 επαναπατρίστηκε στη Γερμανία, όπου μόλις ένα χρόνο αργότερα, το 1949, ήταν πλέον γραμματέας του εμπορικού επιμελητηρίου του Μπάντεν-Μπάντεν. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του στα διάφορα αξιώματα ήταν διαρκής. όπως και η ανάδειξή του σε μεγαλοβιομήχανο. Ο Schleyer είχε γίνει ιδιαίτερα μισητός στους εργαζόμενους και τους φοιτητές καθώς κατά τις απεργιακές κινητοποιήσεις επεδείκνυε σιδηρά πυγμή και πρωτοστατούσε σε εργοδοτικά λοκάουτ σπάζοντας απεργίες. Η επιτυχημένη σταδιοδρομία του διακόπηκε όταν στις 5 Σεπτεμβρίου 1977, η αυτοκινητοπομπή που τον μετέφερε στην πόλη της Κολωνίας, δέχτηκε επίθεση από κομάντο της οργάνωσης RAF, οι οποίοι τον απήγαγαν. Μετά από διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή του με πολιτικούς κρατούμενους της οργάνωσης, στις 18 Οκτωβρίου 1977, βρέθηκε νεκρός, πυροβολημένος στο κεφάλι σε ένα δάσος στα γαλλο-βελγικά σύνορα.

Η δραστηριότητα αυτή της RAF, όπως ήταν αναμενόμενο, προκαλεί την ανάληψη ειδικών μέτρων από τη γερμανική αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες προκειμένου να εξαρθρωθεί το δίκτυο της οργάνωσης και να συλληφθούν, αν μη τι άλλο, τα ηγετικά της στελέχη. Το στένεμα του κλοιού και το παράδειγμα των «αυτοκτονιών» των φυλακισμένων συντρόφων τους θα έχει ως αποτέλεσμα την διαφυγή πολλών εξ αυτών από τη χώρα προς διάφορους προορισμούς, σε αναμονή ευνοϊκότερης συγκυρίας.

Ο Schleyer στα χέρια της Φράξιας Κόκκινος Στρατός κρατά επιγραφή που αναφέρεται στη συμπλήρωση 31 ημερών κράτησής του

Η έναρξη της βαλκανικής περιπέτειας

Ταυτόχρονα, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επί του εδάφους της Δυτικής Γερμανίας δραστηριοποιούνται οργανώσεις Κροατών πολιτικών εξορίστων, βασικά εθνικιστών και υποστηρικτών του φασιστικού καθεστώτος των Ουστάσι που κυβέρνησε την Κροατία κατά τα έτη 1941-1945 ως εντολοδόχος των ναζιστικών γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Η δράση αυτών των εμιγκρέδων Κροατών είναι εν πολλοίς απρόσκοπτη και δεν εξαντλείται στην αντι-γιουγκοσλαβική/αντι-τιτοϊκή προπαγάνδα αλλά επεκτείνεται και σε βίαιες ενέργειες, όπως την τοποθέτηση βομβιστικών μηχανισμών σε γιουγκοσλαβικά διοικητικά κτίρια, επιθέσεις εναντίον γιουγκοσλαβικών διπλωματικών αποστολών, απόπειρες δολοφονίας Γιουσκοσλάβων αξιωματούχων κ.α.

Τα τέσσερα ηγετικά στελέχη της RAF, παρέμειναν για άγνωστο χρονικό διάστημα επί γιουγκοσλαβικού εδάφους, κυκλοφορώντας απ’ ότι λέγεται σχετικά άνετα, ώσπου τελικά εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν από τις γιουγκοσλαβικές αρχές. Μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο τι οδήγησε στη σύλληψή τους με δύο αντικρουόμενες θεωρίες που βασίζονται σε μαρτυρίες να παραμένουν δίχως επαρκή τεκμηρίωση. Η πρώτη θεωρία υποστηρίζει ότι η πληροφορία για την διαμονή των τεσσάρων στην Κροατία προήλθε από τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, μετά τη σύλληψη ενός μέλους της RAF στο Παρίσι. Οι Γάλλοι ενημέρωσαν τους Γερμανούς, οι οποίοι με τη σειρά τους απαίτησαν από τους Γιουγκοσλάβους τη σύλληψη των μελών της RAF. Οι Γιουγκοσλάβοι ανεξάρτητα απ’ το αν ήδη γνώριζαν ή όχι για τους τέσσερις από τις δικές τους μυστικές υπηρεσίες ήταν πλέον αναγκασμένοι να προβούν στις συλλήψεις. Αντιθέτως, η άλλη θεωρία που βασίζεται σε μαρτυρία πρώην μέλους των γιουγκοσλαβικών μυστικών υπηρεσιών υποστηρίζει πως οι γιουγκοσλαβικές υπηρεσίες δεν γνώριζαν για το πέρασμα των τεσσάρων στην Κροατία μέχρι να ενημερωθούν τυχαία από έναν σύνδεσμο στην Παλαιστίνη στον οποίο είχε φτάσει η πληροφορία για την ύπαρξη των μελών της RAF σε γιουγκοσλαβικό έδαφος. Τότε οργανώθηκε ο εντοπισμός τους και πραγματοποιήθηκε η σύλληψή τους.

Όπως και να έχει, το θέμα αρχικά παραμένει θαμμένο, με τις γερμανο-γιουγκοσλαβικές επαφές να διεξάγονται μυστικά. Οι τέσσερις μεταφέρονται σε ειδικό χώρο κράτησης, στο Βελιγράδι. Εκεί οι Γιουγκοσλάβοι έχουν όλο το χρόνο να αποκτήσουν πολύτιμες γνώσεις από τις συζητήσεις και τις φιλικές ανακρίσεις των τεσσάρων, οι οποίοι δε φαίνονται απρόθυμοι να ενημερώσουν για τη δράση τους τις γιουγκοσλαβικές αρχές.

H πρώτη μυστική συνάντηση Γερμανών και Γιουγκοσλάβων σε γιουγκοσλαβικό έδαφος πραγματοποιείται στις 19-20 Μάη 1978. Οι Γιουγκοσλάβοι ζητούν την έκδοση οχτώ Κροατών εμιγκρέδων, μελών εθνικιστικών, αντι-κομμουνιστικών ομάδων, οι οποίοι κατηγορούνταν για «αντι-γιουγκοσλαβικές» ενέργειες. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το 1945, πάνω από το 40% των αντι-γιουγκοσλαβικών ενεργειών είχαν γίνει επί Δυτικογερμανικού εδάφους. Αυτό σήμαινε πως η Δυτική Γερμανία ανεχόταν, αν δεν διευκόλυνε κάθε λογής αντι-κομμουνιστικό και αντι-γιουγκοσλαβικό στοιχείο.

Αυτοί που τελικά θα φέρουν το θέμα στη δημοσιότητα είναι οι Γερμανοί πολιτικοί, οι οποίοι προφανώς προσχεδιασμένα, αφήνουν διαρροές στον Τύπο με δηλώσεις τους. Ο γιουγκοσλαβικός Τύπος αργεί να ανακοινώσει τη σύλληψη των τεσσάρων (μόλις στις 31 Μάη) και δεν δίνει έμφαση στο γεγονός. Επιπλέον, πουθενά οι τέσσερις δεν κατονομάζονται ως τρομοκράτες.

Αρχικά η γερμανική κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο της ανταλλαγής των οχτώ Κροατών για τους τέσσερις της RAF, όμως συναντά την έντονη κριτική της Δεξιάς αντιπολίτευσης και των της κροατικής κοινότητας  των πολιτικών εξορίστων. Στις 16 Ιουνίου, η Deutsche National Zeitung, μια δεξιά γερμανική εφημερίδα δημοσιεύει μια γελοιογραφία. Σε αυτήν ο Τίτο κάθεται σε ένα τραπέζι εστιατορίου κρατώντας δύο μαχαίρια στα χέρια του ενώ η παραγγελία του είναι: «μια μερίδα σφαγμένων Κροατών εμιγκρέδων και γρήγορα». Μάλιστα Κροάτες εθνικιστές που φιλοξενούνται στις ΗΠΑ φτάνουν στο σημείο να καταλάβουν για μία ημέρα το προξενείο της Δυτικής Γερμανίας στο Σικάγο απαιτώντας διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εκδοθούν οι ομοϊδεάτες τους. Από την άλλη πλευρά, Γερμανοί αναρχικοί γράφουν συνθήματα στο γιουγκοσλαβικό προξενείο στη Βόννη απαιτώντας να μην εκδοθούν οι τέσσερις συλληφθέντες της RAF.

Η Brigitte Mohnhaupt

Ένα γεγονός που παρεμβάλλεται δυσχεραίνει περαιτέρω τη γιουγκοσλαβική θέση. Στις 21 Ιουνίου η Βουλγαρία εκδίδει τέσσερις συλληφθέντες Γερμανούς, μέλη της RAF, στη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο, υπάρχουν μαρτυρίες πως σε ανεπίσημες συναντήσεις σε διπλωματικό επίπεδο, αντιπρόσωποι της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας συγχαίρουν τους Γιουγκοσλάβους για την αποφασιστική στάση τους επί του θέματος. Αντίστοιχα, βουλγαρικές πηγές αναφέρουν πως η απόφαση του βουλγαρικού κράτους να συνεργαστεί με τη Δυτική Γερμανία παραδίδοντας τα τέσσερα μέλη της RAF έγινε χωρίς να ενημερωθούν τα «αδελφά κόμματα» με αποτέλεσμα τη δημιουργία έντασης στις σχέσεις του βουλγαρικού με το ανατολικογερμανικό κόμμα.[1]

Ωστόσο, η γερμανική πλευρά θα επιλέξει τελικά να μην προχωρήσει στην έκδοση των οχτώ Κροατών. Η άρνησή της έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά η έκδοσή τους θα έπληττε το αφήγημα περί του ανελεύθερου κομμουνιστικού μπλοκ και θα αποτελούσε μία έμμεση παραδοχή ότι οι εχθροί του σοσιαλιστικού γιουγκοσλαβικού καθεστώτος αποτελούν επικίνδυνους τρομοκράτες οι οποίοι, όχι πρόσκαιρα, αλλά επί δεκαετίες έβρισκαν καταφύγιο σε γερμανικό έδαφος. Από την άλλη, η Δυτική Γερμανία δεν ήθελα να φανεί ότι θα διαπραγματευόταν με τους Γιουγκοσλάβους παραδίδοντας οχτώ για τέσσερις. Πίστευε ότι η πίεση προς τη Γιουγκοσλαβία θα ήταν τέτοια ώστε δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς. Έπεσε όμως τραγικά έξω.

Το γιουγκοσλαβικό δικαστήριο με μια διαδικασία express έκρινε αθώα τα τέσσερα μέλη της RAF καθώς σύμφωνα με την ετυμηγορία του, τα στοιχεία που προσκόμισε η γερμανική πλευρά δεν πιστοποιούσαν την τέλεση αδικημάτων που να δικαιολογούν την έκδοσή τους. Έτσι, οι τέσσερις αφέθηκαν ελεύθεροι. Λέγεται μάλιστα ότι όταν συνελήφθησαν βρέθηκε στην κατοχή τους το ποσό των 37.000 μάρκων, το οποίο όταν κατά την απελευθέρωσή τους τους επιστράφηκε ακέραιο.

Από τα Βαλκάνια στον αραβικό κόσμο

Με την είδηση της αθώωσής τους στη γερμανική πλευρά επικρατεί ταραχή. Η τελευταία κατηγόρησε τους Γιουγκοσλάβους για παραβίαση της μεταξύ τους Συμφωνίας Έκδοσης που είχε υπογραφεί από το 1974. Οι Γιουγκοσλάβοι αντέτειναν ότι δεν είναι κάθε πράξη τρομοκρατίας και κάθε πολιτική δολοφονία ίδια ενώ βασίστηκαν στην πρόβλεψη της Συμφωνίας περί «αμοιβαιότητας» ισχυριζόμενοι ότι ούτως ή άλλως εφόσον το γερμανικό κράτος δεν έπραττε τα δέοντα με τους Κροάτες εθνικιστές που φιλοξενούσε στο έδαφός του, το γιουγκοσλαβικό κράτος δεν είχε καμία υποχρέωση να εκδώσει τους τέσσερις. Ο γερμανικός Τύπος αντέδρασε βίαια. Τοπικές αλλά και μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες ζητούσαν διακοπή διπλωματικών σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία, απέλαση Γιουγκοσλάβων εργατών, ταξιδιωτική οδηγία για τους Γερμανούς τουρίστες στη Γιουγκοσλαβία, οικονομικές κυρώσεις κ.α. Εξαίρεση αποτέλεσε η εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας που επέρριψε τις ευθύνες στη γερμανική πλευρά ενώ μία σειρά σοσιαλδημοκρατικές και κεντρώες εφημερίδες προσπάθησαν να έχουν μια ισορροπημένη στάση αναφέροντας ως πιθανή αιτία του φιάσκο την πρότερη άρνηση της Γερμανίας να εκδώσει τους Κροάτες εθνικιστές εμιγκρέδες και κυρίως τον διαβόητο Μπίλαντζιτς, εγκέφαλο της αντι-γιουγκοσλαβικής, αντικομμουνιστικής δραστηριότητας.

Επιπλέον, το γερμανικό κράτος αποστέλλει τον μεγαλύτερο αριθμό πρακτόρων από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε γιουγκοσλαβικό έδαφος ώστε να εντοπίσει τους τέσσερις. Μολαταύτα αυτοί θα φύγουν με αεροπλάνα κατευθυνόμενοι προς τη Λιβύη αλλά και την Υεμένη. Όταν ο Γερμανός πρέσβης θα ζητήσει να μάθει που έχουν σταλεί, η γιουγκοσλαβική πλευρά θα αρνηθεί να προβεί σε αποκαλύψεις. Ωστόσο, δόθηκε στη γερμανική αστυνομία πρόσβαση στα δακτυλικά αποτυπώματα των συλληφθέντων από τα οποία προέκυψε ότι ένας εκ των τεσσάρων, ο Peter Jurgen Boοck είχε προσωπικά αναμιχθεί στην απαγωγή και δολοφονία του Hans Martin Schlayer, στα τέλη του 1977. Το γεγονός αυτό κόστισε στη Δυτική Γερμανία ακόμα περισσότερο και έδωσε νέα ένταση στις επιθέσεις του Τύπου κατά της Γιουγκοσλαβίας. Με τη σειρά του ο γιουγκοσλαβικός Τύπος σύσσωμος αντεπιτέθηκε κατηγορώντας –και δικαίως – το γερμανικό κράτος για πολυετή υπόθαλψη της κροατικής εθνικιστικής/φασιστικής εμιγκράτσιας.

Αφίσα εποχής στη Γερμανία για την καταζητούμενη τετράδα που βρισκόταν στη Γιουγκοσλαβία. Δίνεται αμοιβή 50.000 μάρκων ενώ στο κάτω μέρος αναφέρεται: «Προσοχή Οπλισμένοι!»

Η Γιουγκοσλαβία πλήρωσε τη στάση της σε διάφορα επίπεδα. Αρκετοί Γιουγκοσλάβοι εργάτες στη Γερμανία πέρασαν μία περίοδο απομόνωσης και εχθρικής συμπεριφοράς τόσο από συναδέλφους τους, όσο και από εργοδότες. Σε κρατικό και διπλωματικό επίπεδο, η Γερμανία απέσυρε τον πρέσβη της από το Βελιγράδι και έδρασε παρασκηνιακά για τη διεθνή απομόνωση του γιουγκοσλαβικού κράτους ενώ απείχε από κάθε επίσημο εορτασμό του τελευταίου. Ωστόσο, οι κυρώσεις αυτές ήταν πρόσκαιρες και χωρίς σημαντικό αντίκτυπο για τη Γιουγκοσλαβία. Η αναθέρμανση των σχέσεων των δύο χωρών σημειώθηκε μόλις ένα χρόνο αργότερα όταν η Γερμανία επανατοποθέτησε άνθρωπο στην πρεσβεία της στο Βελιγράδι.

Η μοίρα των τεσσάρων

Παρά την ευτυχή έκβαση της βαλκανικής τους περιπέτειας και την απρόσκοπτη μετάβασή τους στις αραβικές χώρες που είχαν επιλέξει, οι τέσσερις δεν θα απολαύσουν για πολύ ακόμα την ελευθερία τους. Χαρακτηριστικό της αφοσίωσής τους στον σκοπό τους ήταν ότι όλοι ανεξαιρέτως επέστρεψαν σύντομα επί ευρωπαϊκού εδάφους. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ τους είχαν διαρραγεί. Η περίπτωση του Boock ήταν η πιο περίεργη καθώς αυτός υπήρξε απ’ ότι φαίνεται η αιτία της συγκέντρωσης της τετράδας στη Γιουγκοσλαβία. Ισχυριζόμενος ότι πάσχει από καρκίνο και προφασιζόμενος τρομερούς πόνους προμηθευόταν ποσότητες φαρμάκων απ’ τα οποία ήταν εξαρτημένος. Οι σύντροφοί του μη γνωρίζοντας ότι ο Boock τους λέει ψέματα είχαν σπεύσει στη Γιουγκοσλαβία για να τον βοηθήσουν εξασφαλίζοντάς του καθημερινά τα παυσίπονα και άλλα αναλγητικά που προφασιζόταν ότι χρειαζόταν. Το ψέμα αποκαλύφθηκε όταν κατά τη σύλληψή τους, οι κρατούμενοι ενημέρωσαν τους Γιουγκοσλάβους ότι ο ένας εκ των τεσσάρων είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας και έπρεπε να νοσηλευτεί. Οι εξετάσεις του Boock όμως δεν έδειξαν τίποτα πέρα από εξάρτηση από τα αναλγητικά φάρμακα. Η αποκάλυψη αυτή συντέλεσε στη χειροτέρευση των σχέσεων ανάμεσα στην ομάδα όσο παρέμεναν κρατούμενοι στη Γιουγκοσλαβία. Μετά την παραμονή τους για λίγο χρόνο στις αραβικές χώρες, τα τέσσερα μέλη της RAF θα επιστρέψουν στην Ευρώπη, περνώντας ξανά στην παρανομία και αναλαμβάνοντας δράση. Σύντομα θα πιαστούν όλοι. Ο Βάγκνερ θα συλληφθεί στις 19 Νοεμβρίου 1979 στη Ζυρίχη και θα παραμείνει στις γερμανικές φυλακές έως το 2003 οπότε θα του δοθεί χάρη λόγω προβλημάτων υγείας. Στις 5 Μάη 1980 θα συλληφθεί η Hoffman στο Παρίσι και θα παραμείνει φυλακισμένη για 19 χρόνια ακριβώς, έως τις 5 Μάη 1999. Ο Boock, ο οποίος εν τω μεταξύ λόγω της σύγκρουσης που προαναφέραμε είχε απομακρυνθεί από τη RAF, συνελήφθη στο Αμβούργο τον Μάιο του 1981. Εξέτισε 17 χρόνια στη φυλακή και αποφυλακίστηκε τον Μάρτιο του 1998. Τελευταία εκ των τεσσάρων συνελήφθη η Mohnhaupt, η οποία έπεσε στα χέρια των γερμανικών Αρχών στις 11 Νοεμβρίου 1982, στη Φρανκφούρτη. Ως τότε είχε γίνει ίσως το σημαντικότερο στέλεχος της RAF. Η Mohnhaupt παρέμεινε στη φυλακή για 25 χρόνια περίπου, μέχρι τις 25 Μαρτίου 2007.

Πρωτοσέλιδο μεγάλης κυκλοφορίας γερμανικής εφημερίδας, 30/5/1978, που αναγγέλλει τη σύλληψη των τεσσάρων μελών της RAF στη Γιουγκοσλαβία

Βασική πηγή: Никола Баковић, Хапшење припадника терористичке организације Фракција црвене армије у Југославији 1978. године


[1] Jordan Baev, The Establishment of Bulgarian–West German Diplomatic Relations within the Coordinating Framework of the Warsaw Pact

Η απελευθέρωση του Βελιγραδίου σε εικόνες

Η επιχείρηση απελευθέρωσης του Βελιγραδίου από τους ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους έλαβε χώρα μεταξύ 14 και 20 Οκτωβρίου 1944. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα νότια και ανατολικά του Βελιγραδίου ωστόσο είχαν αρχίσει από τον Σεπτέμβριο. Το Βελιγράδι αποτελούσε πόλη κόμβο ώστε να συνεχιστεί η προέλαση του Κόκκινου Στρατού και των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων προς τα αυστριακά σύνορα.

Την επιχείρηση ανέλαβαν από την πλευρά των Γιουγκοσλάβων το 1ο Προλεταριακό Σώμα, το 14ο Σώμα του ΕθνικοΑπελευθερωτικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας και το 4ο Μηχανοκίνητο Σώμα. Από την πλευρά των Σοβιετικών συμμετείχαν τμήματα της 57ης Στρατιάς του Κόκκινου Στρατού. Η συνολική δύναμή τους έφτανε τους 80.000 στρατιώτες, με 160 τανκς και 500 κανόνια.

Απέναντί τους, βρίσκονταν οχυρωμένοι στην πόλη και τα περίχωρά της 55.000 Γερμανοί ναζί, με 80 τανκς και 350 κανόνια.

Οι σκληρές μάχες που διήρκεσαν περίπου μία εβδομάδα κατέληξαν σε πλήρη επικράτηση των Σοβιετο-Γιουγκοσλαβικών δυνάμεων. Οι απώλειές τους ήταν 3.000 νεκροί Γιουγκοσλάβοι και 1.000 Σοβιετικοί. Πολύ μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες των Γερμανών και των συνεργατών τους που ανήλθαν σε 15.000 νεκρούς και 10.000 τραυματίες.

Οι κάτοικοι του Βελιγραδίου σε πολλές περιπτώσεις βοήθησαν τους Παρτιζάνους να προσανατολιστούν μέσα στην πόλη και να εντοπίσουν τις δυνάμεις του εχθρού ενώ πολλοί νέοι εντάχθηκαν εθελοντικά στις γραμμές των Παρτιζάνων παίρνοντας μέρος στις μάχες.

Τη νύχτα της 20ης προς την 21η του Οκτώβρη το Βελιγράδι ήταν πλέον ελεύθερο. Εμείς σας μεταφέρουμε την ατμόσφαιρα των ημερών μέσα από 20 επιλεγμένες φωτογραφίες.

Πηγή φωτογραφιών:

https://damjanpavlica.wordpress.com/2014/09/24/oslobodenje-beograda-u-slikama/

http://www.znaci.net

Η Δημοκρατία του Ούζιτσε: η πρώτη απελευθερωμένη περιοχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου

Η Δημοκρατία του Ούζιτσε (Ужичка република), στη Σερβία, που ανακηρύχθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1941, αποτελεί την πρώτη απελευθερωμένη περιοχή της Ευρώπης μετά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κέντρο των απελευθερωμένων περιοχών, όπου κατοικούσαν 300.000 (κατ’ άλλους 1 εκατομμύριο) άνθρωποι, ήταν η πόλη Ούζιτσε στη δυτική Σερβία. Η Δημοκρατία του Ούζιτσε υπήρξε βραχύβια (διατηρήθηκε για λίγο περισσότερο από δύο μήνες) αλλά σημαντική καθώς σηματοδότησε την ικανότητα των αντιστασιακών κινημάτων να αποσπούν εδάφη από τους κατακτητές και ταυτόχρονα να αλλάζουν τη ζωή στα απελευθερωμένα εδάφη.

Στην απελευθέρωση των περιοχών της Δημοκρατίας του Ούζιτσε συμμετείχαν 13 παρτιζάνικα αποσπάσματα υπό την καθοδήγηση της ηγεσίας του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και κάποιες μονάδες των Τσέτνικς που έδρασαν χωρίς την έγκριση του αρχηγού τους, Ντράζα Μιχαήλοβιτς. Αργότερα, μέρος των Τσέτνικς που συμμετείχαν στην απελευθέρωση των περιοχών της δυτικής Σερβίας άλλαξαν στρατόπεδο και εντάχθηκαν στον παρτιζάνικο στρατό ενώ οι υπόλοιποι στράφηκαν εναντίον των Παρτιζάνων.

Το κάλεσμα σε εξέγερση

Μετά την επίθεση της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1941, το ΚΚΓ ξεκίνησε άμεσα την προετοιμασία ένοπλης εξέγερσης, η οποία θα είχε ως στόχο να βοηθήσει την ΕΣΣΔ απασχολώντας δυνάμεις του Άξονα. Ως καταλληλότερη περιοχή για το ξέσπασμα της ένοπλης εξέγερσης επιλέχθηκε η δυτική Σερβία και συγκεκριμένα ο γεωγραφικός χώρος που όριζαν οι πόλεις Κραγκούγιεβατς, Τσάτσακ, Βάλιεβο, Ούζιτσε. Σε εκείνες τις περιοχές το ΚΚΓ είχε περίπου 500 μέλη γεγονός που του έδινε τη δυνατότητα να προετοιμάσει την εξέγερση. Με συστηματική δουλειά μέσα στο καλοκαίρι οργανώθηκαν 12 παρτιζάνικα αποσπάσματα στη δυτική Σερβία, τα οποία ανέλαβαν δράση άμεσα. Αρχικά σημειώθηκαν εκατοντάδες ενέργειες σαμποτάζ. Στη συνέχεια οι επιθετικές ενέργειες κλιμακώθηκαν. Η πρώτη απελευθέρωση κατοικημένης περιοχής ήρθε στις 4 Σεπτεμβρίου όταν παρτιζάνικες δυνάμεις και Τσέτνικς (εκείνη την εποχή υπήρχε συνεργασία μεταξύ των δύο δυνάμεων) απελευθέρωσαν την κωμόπολη Κρούπανιε στα σύνορα Σερβίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Στις 18 Σεπτεμβρίου αφήχθη ο ίδιος ο Τίτο στην περιοχή του Βάλιεβο. Αντίστοιχα, μέσω διαφορετικών διαδρομών, μεταφέρθηκαν στη δυτική Σερβία από το Βελιγράδι και τα υπόλοιπα μέλη της ηγεσίας του ΚΚΓ ώστε να καθοδηγήσουν την εξέγερση.

Η απελευθέρωση χωριών και κωμοπόλεων της δυτικής Σερβίας συνεχιζόταν σε καθημερινή βάση. Ενδεικτικά, στις 12/9 απελευθερώνεται η Μπάινα Μπάστα, στις 13/9 η Ιβάνιτσα, στις 21/9 το Τσαγιέτινε, στις 22/9 η πόλη Πόζεγκ και στις 24 Σεπτεμβρίου η πόλη Ούζιτσε και το Κόσιεριτς. Έτσι, στα τέλη Σεπτεμβρίου ένα μεγάλο μέρος της δυτικής Σερβίας βρίσκεται πλέον υπό τον έλεγχο των Παρτιζάνων και των Τσέτνικς.

Με αντίστοιχη δραστηριότητα στη γειτονική περιφέρεια της Σουμαντίγια οι παρτιζάνικες δυνάμεις, με βοήθεια τμημάτων των Τσέτνικς, απελευθέρωσαν ένα επίσης εκτεταμμένο δίκτυο χωριών, κωμοπόλεων και πόλεων επιφέροντας μεγάλες απώλειες στις γερμανικές δυνάμεις που αποχωρούσαν από τη δυτική Σερβία. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1941, ένα εξάμηνο μετά την κατάληψη της Σερβίας, οι απελευθερωμένες περιοχές κάλυπταν έναν χώρο όπου κατοικούσαν περίπου 1 εκατομμύριο άνθρωποι. Πιο συγκεκριμένα, οι ελεύθερες σερβικές περιοχές ξεκινούσαν από τον ποταμό Δρίνο στα δυτικά, τον ποταμό Σάβο στα βόρεια και εκτείνονταν στα ανατολικά σε μια ακαθόριστη περιοχή προς την κατεύθυνση του Βελιγραδίου με την εξαίρεση κάποιων αστικών κέντρων (Βάλιεβο, Κράλιεβο, Ομπρένοβατς κ.α.) που βρίσκονταν ακόμα στα χέρια των κατοχικών δυνάμεων.

Η πρώτη απελευθερωμένη επικράτεια της Ευρώπης ήταν γεγονός!

Παρτιζάνοι και Τσέτνικς συνοδεύουν αιχμάλωτους Γερμανούς στο Ούζιτσε

Η οικοδόμηση της Δημοκρατίας του Ούζιτσε

Αμέσως μετά την απελευθέρωση του Ούζιτσε, στις 26-27 Σεπτεμβρίου, οργανώνεται μια ιστορική σύσκεψη στελεχών του ΚΚΓ στο χωριό Στόλιτσε στην απελευθερωμένη περιοχή γύρω από την κωμόπολη Κρούπανιε. Εκεί χαράσσονται όλες οι κατευθύνσεις για τη στρατιωτική οργάνωση των παρτιζάνικων δυνάμεων σε παν-γιουγκοσλαβικό επίπεδο, τον ρόλο του κόμματος, ενώ αποφασίζεται η δημιουργία θεσμών αυτοκυβέρνησης στις ελεύθερες περιοχές. Τέλος, διατάσσεται η μετακίνηση των κομματικών στελεχών από το Βελιγράδι και τις άλλες κατεχόμενες πόλεις στα μέρη που απελευθερώνονται προκειμένου να ενισχύσουν τη δουλειά εκεί.

Η πόλη του Ούζιτσε, όπως και αυτή του Πόζεγκ, απελευθερώθηκαν χωρίς μάχη αφού πρώτα είχαν περικυκλωθεί. Οι γερμανικές δυνάμεις, εμφανώς αιφνιδιασμένες από το ξέσπασμα της εξέγερσης στη δυτική Σερβία, έλαβαν εντολή να αποχωρήσουν στις 21 Σεπτεμβρίου καθώς φοβούνταν περικύκλωση και αφανισμό. Αρχικά οι δύο πόλεις παραδόθηκαν σε δυνάμεις των Τσέτνικς και της σερβικής χωροφυλακής (της σερβικής κατοχικής κυβέρνησης), όμως μετά από πίεση των Παρτιζάνων που βρίσκονταν έξω από την πόλη αποχώρησαν και αυτοί και έτσι οι δύο πόλεις πέρασαν υπό παρτιζάνικο έλεγχο.

Στο επόμενο διάστημα οι δυνάμεις της Αντίστασης συνέχισαν τις επιθέσεις τους σε γύρω πόλεις και χωριά με αποτέλεσμα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, να μπορεί κανείς να συναντήσει τις πρώτες παρτιζάνικες περιπόλους μόλις 15 χιλιόμετρα δυτικά του Βελιγραδίου.

Η κατάληψη του Ούζιτσε ήταν πολύ σημαντική για τον εθνικοαπελευθερωτικό και αντιφασιστικό αγώνα, ο οποίος βρισκόταν ακόμα στα πρώτα βήματά του. Από το παράρτημα της Εθνικής Τράπεζας του Ούζιτσε οι Παρτιζάνοι πήραν 55 εκατομμύρια δηνάρια για τις ανάγκες του αγώνα. Τα χρήματα αυτά θα χρησιμοποιούνταν για την αγορά υλικών και τροφίμων από τους χωρικούς και τη χρηματοδότηση διαφόρων ενεργειών.

Επιπλέον, στη δυτική Σερβία, η οποία αποτελούσε ίσως την πιο βιομηχανικά αναπτυγμένη περιοχή της Σερβίας, υπήρχαν δεκάδες εργοστάσια, τα οποία τώρα έπεφταν στα χέρια των Παρτιζάνων. Στην πόλη Ούζιτσε, οι Παρτιζάνοι είχαν την τύχη να θέσουν υπό τον έλεγχό τους εργοστάσια υφαντουργίας, μύλους, βυρσοδεψία και κυρίως ένα εργοστάσιο παραγωγής πολεμικού υλικού. Τα συγκεκριμένα εργοστάσια πρακτικά δε σταμάτησαν καθόλου τη λειτουργία τους, απλά πλέον παρήγαγαν για τις ανάγκες του αγώνα, υπό νέο καθεστώς λειτουργίας. Μέσω του εργοστασίου παραγωγής πολεμικού υλικού οι Παρτιζάνοι κατάφεραν να εξοπλίσουν με χιλιάδες τουφέκια, σφαίρες, χειροβομβίδες τον εθνικοαπελευθερωτικό στρατό ενώ πιστοί στις έως τότε συμφωνίες, έδωσαν μερίδιο και στους Τσέτνικς, αν και το εργοστάσιο, όπως και η ίδια η πόλη του Ούζιτσε, βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχό τους.

Από την άποψη της κοινωνικής οργάνωσης των απελευθερωμένων περιοχών, οι νεοϊδρυθείσες εθνικοαπελευθερωτικές επιτροπές δεν έχασαν χρόνο. Καταρτίστηκαν σχέδια για κάθε πόλη και χωριό της απελευθερωμένης περιοχής σύμφωνα με τα οποία οι πιο πληττόμενες κατηγορίες πολιτών θα λάμβαναν ειδική βοήθεια. Χήρες, ορφανά παιδιά, ανάπηροι/ες, άνεργοι/ες, πρόσφυγες από άλλα σημεία της Γιουγκοσλαβίας στηρίχτηκαν με κάθε τρόπο μπροστά στον χειμώνα που ερχόταν. Δημιουργήθηκαν ταμεία εθελοντικών προσφορών από πολίτες για πολίτες, δόθηκαν «απελευθερωτικά δάνεια» δηλαδή άτοκα δάνεια για την κάλυψη των βασικών αναγκών, οργανώθηκαν συλλογικές κουζίνες σε αυλές σπιτιών, μοιράστηκαν δωρεάν σπόροι για τη νέα σοδειά και εργαλεία επιδιόρθωσης σπιτιών ενώ οργανώθηκαν αποθήκες με τρόφιμα, ξυλεία και ρουχισμό που μοιράζονταν στους άπορους.

Στις 18 Οκτωβρίου, η εθνικοαπελευθερωτική επιτροπή του Ούζιτσε πήρε μία σειρά σημαντικών αποφάσεων που οργάνωναν την κοινωνική ζωή στην πόλη: i) έθεσε σε αναστολή όλα τα χρέη των νοικοκυριών, ii) ρύθμισε τους μισθούς των εργατών και των υπαλλήλων, iii) θεσμοθετήθηκε ο χαρακτήρας της βοήθειας προς τους άνεργους και τους άπορους, iv) θεσμοθετήθηκε ο χαρακτήρας προς τους εσωτερικούς πρόσφυγες από άλλα μέρη της χώρας, v) πάρθηκαν μέτρα για την πρόσληψη των ανέργων και των προσφύγων

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω μέτρων, οι μισθοί των εργατών που παρέμεναν απλήρωτοι πριν την εξέγερση καταβλήθηκαν αμέσως και μάλιστα με μία μικρή αύξηση, τα χρέη πάγωσαν αποτινάσσοντας έναν μεγάλο βραχνά από ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών που είχε βρεθεί καταχρεωμένο λόγω των συνθηκών της Κατοχής, ενώ τέλος 3.500 άστεγοι ή κατοικούντες σε κατεστραμμένα σπίτια βρήκαν στέγη.

Οι κατασχέσεις περιουσιών ήταν λίγες και αφορούσαν τους «εχθρούς του λαού», ενώ αυστηρή ήταν η αντιμετώπιση των μαυραγοριτών και κερδοσκόπων. Στην ουσία επιβλήθηκε έλεγχος τιμών. Όμως οι εθνικοαπελευθερωτικές επιτροπές αντλούσαν πόρους κυρίως από μια χαμηλή φορολογία στις συναλλαγές στα καταστήματα, τις εθελοντικές προσφορές αλλά και μερικές επιτάξεις αγροτικών προϊόντων, ρουχισμού και εργαλείων από εμπόρους που είχαν πλεόνασμα. Σε αυτούς δίνονταν πιστοποιητικά υπό το σκεπτικό ότι το αφαιρεθέν εμπόρευμα θα τους επιστρεφόταν με την πρώτη ευκαιρία.

Επιπλέον, οι εθνικοαπελευθερωτικές επιτροπές οργάνωναν ειδικές καμπάνιες δωρεάν προσφοράς τις Κυριακές. Για παράδειγμα μία Κυριακή ήταν αφιερωμένη στην παρασκευή και προμήθεια εσωρούχων. Μία συνέλευση 300 γυναικών ανέλαβε να ορίσει μία τέτοια ημέρα δράσης προς στήριξη του αγώνα πλέκοντας κάλτσες, φανέλες κ.ο.κ. Επρόκειτο για εθελοντική επιπλέον εργασία συντονισμένων κοινοτήτων για την κάλυψη των έκτακτων αναγκών του αγώνα.

Το παρτιζάνικο τάγμα «Takovski» μόλις έχει εξοπλιστεί από το εργοστάσιο πολεμικού υλικού του Ούζιτσε

Στον τομέα της υγείας έγινε προσπάθεια αναδιοργάνωσης του νοσοκομείου του Ούζιτσε, το οποίο πλέον παραλάμβανε τραυματίες από όλες τις γύρω περιοχές και τα μέτωπα με τον εχθρό. Στήθηκε έτσι ένα νοσοκομείο με δέκα γιατρούς και δεκάδες νοσοκόμους/ες, ντόπιους αλλά και από άλλες περιοχές της χώρας. Μάλιστα η εθνικοαπελευθερωτική επιτροπή πρόλαβε και οργάνωσε ταχύρρυθμο σεμινάριο για νοσοκόμους/ες όπου έλαβαν μέρος γύρω στα σαράντα άτομα. Επιπλέον, σημαντικά βήματα έγιναν και στον τομέα της πρόληψης. Αυτά περιλάμβαναν, εμβολιασμούς και ενημέρωση των κατοίκων για την τήρηση των κανόνων προσωπικής υγιεινής. Επιθεώρηση δημόσιων βρυσών και άλλων ανάλογων τοποθεσιών. Άνοιγμα κλειστών έως τότε δημόσιων λουτρών υπό την επίβλεψη της εθνικοαπελευθερωτικής επιτροπής της πόλης. Οργάνωση «καραβανιού» αποτελούμενου από 15 γιατρούς και νοσοκόμους το οποίο περιόδευε τα γύρω χωριά, εξέταζε και ενημέρωνε τους κατοίκους.

Παρότι η Δημοκρατία του Ούζιτσε ήταν μια βραχύβιας ζωής, περικυκλωμένη ελεύθερη περιοχή, με αναβαθμισμένο το ζήτημα της άμυνας απέναντι στον εχθρό, η πολιτιστική δράση δεν έλειψε. Αξιοποιώντας τις προϋπάρχουσες χορωδίες εργοστασίων αλλά και τη δουλειά δασκάλων, ανέβηκαν τέσσερις θεατρικές παραστάσεις από έναν θίασο που αποτελούνταν από 80-90 μαχητές/τριες και άλλους πολίτες. Μεταξύ αυτών δραματοποιήθηκε και το μυθιστόρημα του Μιχαήλ Οστρόφσκι «Πώς δενότανε το ατσάλι». Δημιουργήθηκαν επίσης τρεις χορωδίες, οι οποίες έδιναν τακτικά παραστάσεις. Τέλος, δημιουργήθηκε και μία ορχήστρα αποτελούμενη από 30 άτομα, η οποία έδινε συναυλίες και στα γύρω χωριά ενώ μια μεγάλη συναυλία έλαβε χώρα στις 7 Νοεμβρίου, για τον εορτασμό της επετείου της Ρωσικής Επανάστασης του 1917.

Συνολικά, η κοινωνική ζωή στη Δημοκρατία του Ούζιτσε προεικόνιζε μια διαφορετική οργάνωση σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρά τις τεράστιες προκλήσεις που αντιμετώπιζαν, το κομμουνιστικό κόμμα Γιουγκοσλαβίας και οι εθνικοαπελευθερωτικές επιτροπές κατάφεραν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να δώσουν δείγματα γραφής για το τι πρέσβευαν, πέρα από την Αντίσταση στον κατακτητή.

Η 1η Γερμανική Επίθεση και η πτώση της Δημοκρατίας του Ούζιτσε

Όπως ήταν επόμενο, η δημιουργία μίας ελεύθερης ζώνης 19.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με 300.000 κατοίκους στο κέντρο της Γιουγκοσλαβίας δεν μπορούσε παρά να απασχολήσει σοβαρά τους Γερμανούς. Οι εντολές από τη Γερμανία ανέφεραν πως η περιοχή έπρεπε να εκκαθαριστεί πλήρως καθώς φοβόντουσαν επιπλέον ότι θα αποτελούσε βάση ανάπτυξης των βρετανικών δυνάμεων. Η οργάνωση της 1ης Γερμανικής Επίθεσης ενάντια στις απελευθερωμένες περιοχές διήρκεσε όλο τον Οκτώβριο με την επίθεση να αρχίζει στα μέσα Νοεμβρίου.

Για τη γερμανική επίθεση χρησιμοποιήθηκαν δύο μεραρχίες, η μία εκ των οποίων τραβήχτηκε από το Ανατολικό Μέτωπο, καθώς και στρατιωτικά τμήματα της σερβικής κυβέρνησης δοσιλόγων αλλά και ομάδες Τσέτνικς.

Ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου, οι σχέσεις μεταξύ Παρτιζάνων και Τσέτνικς βρίσκονταν σε άσχημη κατάσταση. Οι προσπάθειες συνεννόησης μεταξύ των ηγετών τους, Τίτο και Μιχαήλοβιτς, απέβησαν άκαρπες αφού ο τελευταίος υπολογίζοντας τον εαυτό του ως επίσημα αναγνωρισμένο άνθρωπο της εξόριστης βασιλικής κυβέρνησης δε δεχόταν οποιοδήποτε διαμοιρασμό της «εξουσίας» του με τους Παρτιζάνους. Μάλιστα, μετά τις πρώτες μεταξύ τους συγκρούσεις στις απελευθερωμένες περιοχές, ήρθε σε επαφή με τις γερμανικές δυνάμεις ζητώντας να εξοπλιστεί για να χτυπήσει τον Τίτο. Ο τελευταίος προσπάθησε να ενημερώσει τη σοβιετική ηγεσία αρκετές φορές μέσω ασυρμάτου για τον ρόλο των Τσέτνικς, όμως ο σοβιετικός Τύπος και το γιουγκοσλαβικό ραδιόφωνο που εξέπεμπε από τη Μόσχα συνέχιζε να μην κάνει διάκριση ανάμεσα σε Παρτιζάνους και Τσέτνικς. Επιπλέον, ο Τίτο, το φθινόπωρο του 1941, ζητούσε επίμονα από τους σοβιετικούς ενίσχυση σε πυρομαχικά χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Δύο ήταν οι κύριοι λόγοι. Ο πρώτος ήταν ότι από τον Οκτώβριο του 1941 η Μόσχα δεχόταν ισχυρή γερμανική επίθεση και η υπεράσπιση της πρωτεύουσας του σοβιετικού κράτους δεν επέτρεπε την ενασχόληση με το ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας και της αντιπαράθεσης Παρτιζάνων-Τσέτνικς. Για τον ίδιο αλλά και συνολικότερους λόγους, η σοβιετική ηγεσία ιεραρχούσε υψηλότερα την ανάγκη διατήρησης της συμμαχίας με τη Βρετανία. Επομένως, η πολιτική ρήξης, με τον εκλεκτό της σερβικής εξόριστης κυβέρνησης που φιλοξενούνταν στο Λονδίνο, την οποία πρέσβευε ο Τίτο, ήταν πολύ πιθανό να δημιουργούσε ρήγμα στις σοβιετο-βρετανικές σχέσεις.

Από τη δική τους σκοπιά οι Γιουγκοσλάβοι Παρτιζάνοι και το ΚΚΓ έπρεπε να αντιμετωπίσουν ολομόναχοι μια πλειάδα εχθρών, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα, βρίσκονταν και στα μετόπισθέν τους. Η μάχη ήταν άνιση.

Εκτελεσμένοι από τα ναζιστικά στρατεύματα Σέρβοι πολίτες του Κράλιεβο, Οκτώβριος 1941

Στη διάρκεια του Νοεμβρίου τα παρτιζάνικα τμήματα πολεμούσαν ταυτόχρονα σε έναν εμφύλιο με τους Τσέτνικς, οι οποίοι πλέον έλεγχαν μέρος των ελεύθερων περιοχών, ενώ και οι μάχες προκειμένου να απελευθερωθούν επιπλέον σερβικές περιοχές προς την κατεύθυνση του Βελιγραδίου αλλά και του νότου τους είχαν κοστίσει πολλές δυνάμεις. Ένας άλλος παράγοντας που υπέσκαπτε τη δύναμη των παρτιζάνων ήταν τα γερμανικά αντίποινα. Σύμφωνα με κεντρικές οδηγίες που στόχευαν στον εκφοβισμό του πληθυσμού και την αποστασιοποίησή του απέναντι στους Παρτιζάνους, για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη θα εκτελούνταν 100 Σέρβοι πολίτες και για κάθε τραυματία 50. Η πρακτική αυτή, παρότι δεν εφαρμόστηκε ολοκληρωτικά οδήγησε σε τρομερά αντίποινα απέναντι στον σερβικό πληθυσμό κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1941. Πιο τρανταχτές παραμένουν οι περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων στις πόλεις Κράλιεβο και Κραγκούγιεβατς. Πρώτα στο Κράλιεβο, στις 15-16 Οκτωβρίου οι γερμανικές δυνάμεις εκτέλεσαν πάνω από 1.700 ανθρώπους ενώ λίγες μέρες αργότερα ακολούθησε η εκτέλεση 2.500 ανθρώπων στην πόλη Κραγκούγιεβατς, συμπεριλαμβανομένων ολόκληρων σχολείων με τους μαθητές τους. Στα μέσα Νοέμβρη η κτηνώδης αυτή γερμανική πρακτική άρχισε να αποδίδει καρπούς. Σημαντικό μέρος των Σέρβων χωρικών είχε αρχίσει να αποστασιοποιείται από τους Παρτιζάνους επιλέγοντας να συνταχθεί με τις δυνάμεις των Τσέτνικς, οι οποίες τους υπόσχονταν ειρήνη με τους Γερμανούς.

Λίγο πριν ξεκινήσει η γερμανική επίθεση απέναντι στην πόλη του Ούζιτσε μία μεγάλη έκρηξη στο εργοστάσιο πυρομαχικών που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των παρτιζάνων κόστισε τη ζωή σε 130 εργάτες της βάρδιας και άλλους ανθρώπους που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις. Από την έκρηξη τραυματίστηκαν και σημαντικά στελέχη του ΚΚΓ, όπως ο Βλάντιμιρ Ντεντίερ ενώ ο ίδιος ο Τίτο την περιγράφει ως την πιο τρομακτική στιγμή στη ζωή του. Το αν η έκρηξη υπήρξε αποτέλεσμα δολιοφθοράς ή αμέλειας είναι ακόμα άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι προεικόνισε αυτό που θα συνέβαινε τις επόμενες ημέρες.

Η μεγάλη γερμανική επίθεση στο Ούζιτσε ξεκίνησε στις 25 Νοεμβρίου και περιλάμβανε μεγάλες δυνάμεις πεζικού, πυροβολικό, τανκς και αεροπλάνα. Μέρα με τη μέρα οι γερμανικές δυνάμεις και οι Σέρβοι δοσίλογοι που τις συνεπικουρούσαν καταλάμβαναν χωριά και κωμοπόλεις. Η πόλη του Ούζιτσε βρέθηκε γρήγορα περικυκλωμένη ενώ σε κίνδυνο τέθηκε το σύνολο των δυνάμεων των Παρτιζάνων ακόμα και η ίδια τους η ηγεσία. Ο Τίτο διέταξε πεισματική αντίσταση μέχρι τελευταία στιγμή. Η αντίσταση ήταν μάταιη αλλά ηρωική.

Το Τάγμα Εργατών του Ούζιτσε σε παράταξη πριν την τελική μάχη

Ανάμεσα στις πλείστες μάχες που δόθηκαν αξίζει ειδική μνεία, η προσπάθεια του Τάγματος Εργατών (Radnički Bataljon) να υπερασπιστεί το τελευταίο ελεύθερο πέρασμα του Ούζιτσε. Το Τάγμα Εργατών είχε δημιουργηθεί από εργάτες της πόλης του Ούζιτσε αντανακλώντας τη λογική της ηγεσίας του ΚΚΓ για επίλεκτα στρατιωτικά σώματα εργατικής προέλευσης, τα οποία αργότερα έλαβαν τη μορφή των αποκαλούμενων «Προλεταριακών Ταξιαρχιών». Τα σώματα αυτά υπολογιζόταν ότι θα έπαιζαν τον ρόλο των πιο πειθαρχημένων και υπερτοπικών δυνάμεων, πιστών όχι μόνο στην υπόθεση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα αλλά και της κοινωνικής επανάστασης.

Το Τάγμα Εργατών με διοικητή τον Άντριγια Τζούροβιτς (Andrija Đurović), μαζί με κάποια παρτιζάνικα τοπικά τμήματα των γύρω περιοχών, με διοικητές τον Ντούσαν Γιέρκοβιτς (Dušan Jerković) και πολιτικό κομισάριο τον Μπόρα Μάρκοβιτς (Bora Marković), έδωσαν μία πεισματική μάχη στο ύψος του χωριού Κάντινιατσα (Kadinjača), 14 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Ούζιτσε απέναντι σε υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, που κάποιοι αποκάλεσαν «γιουγκοσλαβικές Θερμοπύλες». Στις 29 Νοεμβρίου στις 8 το πρωί, πληροφορημένοι από τις τοπικές δυνάμεις των Τσέτνικς, οι Γερμανοί κυκλώνουν το χωριό Κάντινιατσα. Η μάχη που ξεσπά διαρκεί 6,5 ώρες στη διάρκεια των οποίων το Τάγμα Εργατών του Ούζιτσε αποκρούσει διαδοχικές προσπάθειες διείσδυσης στο χωριό. Οι χωρικοί μεταφέρουν πυρομαχικά ενισχύοντας τους Παρτιζάνους. Όσοι πέφτουν στα χέρια των Γερμανών εκτελούνται επί τόπου και τα πτώματά τους πετιούνται στο ποτάμι της περιοχής. Η μάχη δίνεται κυριολεκτικά σώμα με σώμα ώσπου το μεσημέρι οι Γερμανοί σπάνε τις τελευταίες άμυνες και καταλαμβάνουν το χωριό. Το Τάγμα Εργατών του Ούζιτσε έχει 200 νεκρούς. Μαζί τους πεθαίνουν ηρωικά και οι τρεις ηγέτες τους, οι Τζούροβιτς, Γιέρκοβιτς και Μάρκοβιτς.

Ακολουθεί κυνηγητό των υπόλοιπων παρτιζάνικων μονάδων ενώ το βράδυ της 29ης Νοεμβρίου το Ούζιτσε θα καταληφθεί. Η βραχύβια Δημοκρατία του Ούζιτσε λάμβανε τέλος.

Επίλογος

Οι γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στις γύρω περιοχές θα συνεχιστούν μέχρι την 1η Δεκεμβρίου. Μετά την απώλεια των απελευθερωμένων περιοχών οι Παρτιζάνοι δέχονται τεράστιο πλήγμα. Τους έχουν απομείνει μόλις 1.500 μαχητές, οι οποίοι φεύγουν καταδιωκόμενοι για τις περιοχές του Μαυροβουνίου και της Βοσνίας. Η Σερβία, όπου απελευθερώθηκαν τα πρώτα εδάφη από τα ναζιστικά στρατεύματα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν θα ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1944. Μικρά τμήματα των Παρτιζάνων που παραμένουν μετά την πτώση του Ούζιτσε σε σερβικά εδάφη θα κυνηγηθούν ανελέητα απ’ τους Γερμανούς και τους συνεργάτες του και σχεδόν θα αφανιστούν τους επόμενους μήνες. Το ηθικό των Παρτιζάνων είναι πεσμένο και ο Τίτο, έχοντας δεχτεί κριτική για την τακτική της πεισματικής αντίστασης που αποδεκάτισε τους Παρτιζάνους, υποβάλλει την παραίτησή του, η οποία όμως δε γίνεται δεκτή από την υπόλοιπη ηγεσία του ΚΚΓ.

Σύντομα όμως, οι δυνάμεις των Παρτιζάνων θα ανασυγκροτηθούν. Κινούμενες διαρκώς ανάμεσα στους ορεινούς όγκους της Γιουγκοσλαβίας θα απελευθερώσουν νέες περιοχές, αυτή τη φορά στη Βοσνία, η οποία θα μετατραπεί στο κέντρο της παρτιζάνικης αντίστασης. Έχοντας αντλήσει σημαντική πείρα από τα επιτεύγματά τους αλλά και από τα λάθη τους, οι Γιουγκοσλάβοι Παρτιζάνοι θα ανοικοδομήσουν τον απελευθερωτικό στρατό. Το ΚΚΓ με τη σειρά του θα αποκρυσταλλώσει τους βασικούς άξονες της πολιτικής του προχωρώντας το σχέδιο της παράλληλης εξουσίας στις απελευθερωμένες περιοχές. Η πισώπλατη μαχαιριά των Τσέτνικς του Μιχαήλοβιτς θα ξεπληρωθεί αργότερα κατά τη διάρκεια του 1943.

Η Δημοκρατία του Ούζιτσε, που κράτησε 67 ημέρες, την ώρα που τα γερμανικά στρατεύματα απειλούσαν τη Μόσχα έχει πάρει τη θέση της ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές και τα αξιοσημείωτα παραδείγματα που μας άφησαν οι απελευθερωτικοί αγώνες του παρελθόντος.

Τμήμα του μνημείου της μάχης του Καράντινιατς, των παρτιζάνικων «Θερμοπυλών»

Το ιδρυτικό ντοκουμέντο της Βαλκανικής-Δουναβικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας

Το blog μας έχει τη χαρά να παρουσιάσει μεταφρασμένο στα ελληνικά το ιδρυτικό κείμενο της Βαλκανικής-Δουναβικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 10 Αυγούστου 1920. Το σημαντικό αυτό ιστορικό ντοκουμέντο είναι πλέον διαθέσιμο online σε κάθε ερευνητή και άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την ιστορία της περιοχής.

Η ίδρυση της βαλκανικής-δουναβικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας

*τη μετάφραση του ντοκουμέντου καθώς και του εισαγωγικού κειμένου έκανε ο φίλος της σελίδας Aegri Somnianovic, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά

i) Τα πρώιμα χρόνια

Το ιδεώδες για τη συγκρότηση μιας βαλκανικής ομοσπονδίας είχε ήδη αναπτυχθεί στη Βαλκανική Χερσόνησσο από το 19ο αιώνα. Η κοινή ή κατά περιφέρειες συμβίωση διαφόρων λαών, όπως και η έλλειψη δύναμης του καθενός τους ξεχωριστά έκαναν όλο και πιο γοητευτική την ιδέα για τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας βαλκανικών κρατών. Η εν λόγω ιδέα λάμβανε διάφορες μορφές ανάλογα με τους πολιτικούς φορείς που την εξέφραζαν. Μια απ’ αυτές τις μορφές υποστήριζαν οι σοσιαλιστές των Βαλκανίων. Μάλιστα ορισμένοι εξ αυτών για ένα χρονικό διάστημα δεν απέρριπταν τη δυνατότητα μιας ομοσπονδίας με τη συμβολή των κατά τόπους αστικών τάξεων, γι’ αυτό και παρουσιάζονταν στις αρχές του 20ού αιώνα ως υποστηρικτές της πολιτικής της.

Εντούτοις, υπήρχαν και άλλες απόψεις: στη Β’ Βαλκανική Συνδιάσκεψη των Σοσιαλιστών στο Βουκουρέστι, το 1915, ιδρύθηκε η Εργατική Βαλκανική Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία και σκοπός της ήταν ο συντονισμός του αγώνα των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εναντίον του σοσιαλσωβινισμού, ο αγώνας για την ειρήνη και η συνεισφορά στην εξέλιξη της ταξικής πάλης. Γραμματέας του Διαβαλκανικού Σοσιαλιστικού Γραφείου, ηγετικού οργάνου της Εργατικής Βαλκανικής Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας, εξελέγη ο Christian Rakovsky, ο οποίος αναφερόταν συχνά στο εθνικό μίσος που έτρεφαν μεταξύ τους οι λαοί -Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Έλληνες, Σέρβοι, Τούρκοι και Αλβανοί. Είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη δυνατότητα ίδρυσης, με τη βοήθεια της Ομοσπονδίας, ενός ισχυρού κράτους με πληθυσμό άνω των 30 εκατομμυρίων κατοίκων και με διέξοδο σε όλες τις νότιες θάλασσες. Πρόμαχος μιας τέτοιας ομοσπονδίας, ο Rakovsky, όπως και πολλοί άλλοι σοσιαλιστές των Βαλκανίων, θεωρούσε ότι εργατική τάξη είναι μια τάξη τα συμφέροντα της οποίας συγκλίνουν σε όλες τις Βαλκανικές χώρες. Παράλληλα, ήταν εκείνος που εξ’ ονόματος της Εργατικής Βαλκανικής Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας υπέγραψε, ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη, το έγγραφο για τη δημιουργία της 3ης Κομμουνιστικής Διεθνούς. Από τη στιγμή εκείνη το σύνθημα μιας βαλκανικής ομοσπονδίας γίνεται σύνθημα για μια Ομοσπονδία Βαλκανικών Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η πορεία προς την οποία θα περνούσε μέσα από μια προλεταριακή επανάσταση στα Βαλκάνια· και αυτή με τη σειρά της αντιμετωπίζεται ως ένας από τους κρίκους της παγκόσμιας επανάστασης.

ii) Η ίδρυση

Η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (BKF) ιδρύθηκε στη Σόφια τον Ιανουάριο του 1920, ως ομπρέλα των Βαλκανικών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Έχει τις ρίζες της στη Βαλκανική Ομοσπονδία Εργαζομένων Σοσιαλδημοκρατών, που ιδρύθηκε στο Βελιγράδι ακριβώς δέκα χρόνια νωρίτερα. Η συνέχεια μεταξύ των δύο οργανώσεων ήταν σαφής και η συντριπτική πλειονότητα αυτών που ίδρυσαν την Ομοσπονδία το 1910 συμμετείχε επίσης στην ίδρυση μιας νέας, επαναστατικής ομοσπονδίας δέκα χρόνια αργότερα. Ο διακηρυγμένος στόχος της Ομοσπονδίας ήταν η ίδρυση της Βαλκανικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, με τα εργατικά και αγροτικά συμβούλια ως εκτελεστικά και νομοθετικά όργανα της εργατικής τάξης. Η ιδέα μιας ενωμένης Βαλκανικής χερσονήσου στόχευε στην ουσία ‘’να σκοτώσει δύο μύγες με ένα χτύπημα’’. Αφενός, θα επίλυε το ζήτημα των εθνικιστικών εντάσεων στα Βαλκάνια μέσω της ενοποίησης και της αντικατάστασης της εθνικής ενότητας με την ταξική αλληλεγγύη. Αφετέρου, τα ενωμένα βαλκανικά έθνη θα ήταν ευκολότερο να αντισταθούν στον ιμπεριαλισμό των μεγάλων δυνάμεων που παρενέβαιναν στα αδύναμα, μικρά κράτη επί αιώνες ολόκληρους. Στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της, η Ομοσπονδία προσπάθησε να συντονίσει την παγκόσμια επανάσταση στο επίπεδο των Βαλκανίων, συνδέοντας τα κομμουνιστικά κόμματα και περιμένοντας τη στιγμή της εξέγερσης σε μια από τις βαλκανικές χώρες. Οι συναντήσεις της πραγματοποιούνταν στη Βιέννη και τη Σόφια, όπου, λόγω συνεχών διώξεων, η Εκτελεστική της Επιτροπή κινούνταν σταυρωτά. Μετά το πραξικόπημα και την αποτυχημένη κομμουνιστική εξέγερση στη Βουλγαρία το 1923, η Ομοσπονδία μετακόμισε στη Βιέννη και λίγο αργότερα στη Μόσχα, όπου και βρέθηκε πιο έντονα υπό τον έλεγχο της ηγεσίας του σοβιετικού κόμματος.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ομοσπονδία υπέστη σημαντικό επαναπροσανατολισμό στο έργο της: από ένας οργανισμός που συντονίζει επαναστατικές ενέργειες εργατών και αγροτών, έγινε οργανισμός που συνδέεται κυρίως με εθνικά-επαναστατικά κινήματα, λόγω της άποψης ότι η χρήση εθνικών και αγροτικών ζητημάτων θα ήταν υποκατάστατο για την ενθάρρυνση της προλεταριακής μαχητικότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’20. Αυτή η διαδικασία κορυφώθηκε το 1928, όταν η Ομοσπονδία υποστήριξε ανοιχτά τη διάλυση κρατών όπως η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία, έτσι ώστε οι λαοί αυτοί να μπορούν να ενωθούν ισότιμα στη Βαλκανική Ομοσπονδία. Μετά το 1935 και τη στροφή της Κομιντέρν προς την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, τα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα αγωνίζονται να διατηρήσουν την εδαφική ακεραιότητα των χωρών στις οποίες δρουν, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάδυση του φασισμού. Αυτό οδηγεί επίσης στην ήσυχη εξαφάνιση και τον τελικό αφανισμό της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας.

Το όραμά της αναβίωσε κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, μέσω των κοινών στρατιωτικών ενεργειών Γιουγκοσλαβών, Αλβανών, Ελλήνων και Βουλγάρων παρτιζάνων και κομμουνιστών. Μετά τον πόλεμο, η προσπάθεια δημιουργίας μιας βαλκανικής ομοσπονδίας μεταξύ των Λαϊκών Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας και της Βουλγαρίας ήταν μια από τις αιτίες του σοβιετικού-γιουγκοσλαβικού σχίσματος. Έκτοτε η ιδέα μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας στα Βαλκάνια ουσιαστικά δεν επανήλθε ως άμεσο σχέδιο προς υλοποίηση. Ωστόσο, η ιδέα της συνεχίζει να είναι ελκυστική για πολλούς και πολλές στα Βαλκάνια.

iii) Ιστορικό πλαίσιο

Το «Μανιφέστο της Βαλκανικής-Δουναβικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας» συντάχθηκε τον Ιούλιο του 1920 στη Σόφια, σε συνάντηση εκπροσώπων των Βουλγαρικών, Ελληνικών και Γιουγκοσλαβικών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Οι Ρουμάνοι εκπρόσωποι δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν εξαιτίας της οξυμένης κρατικής καταστολής που δέχονταν στη χώρα τους. Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας εκπροσωπήθηκε από τους Filip Filipović (1878-1938), Živko Jovanović (1888-1923) και Lazar Stefanović (1885-1950). Αυτοί μετέβησαν στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς μέσω της Σόφιας, αλλά συνειδητοποίησαν ότι δεν θα μπορούσαν να φτάσουν εγκαίρως, επειδή η μετακίνηση μέσω της Σοβιετικής Ρωσίας ήταν δύσκολη λόγω του εμφυλίου πολέμου. Το «Μανιφέστο» δημοσιεύθηκε στις επίσημες εφημερίδες όλων των βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων, καθώς και στο δέκατο τέταρτο τεύχος του περιοδικού της Κομμουνιστικής Διεθνούς (το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση του ρωσικού κειμένου από αυτό το περιοδικό). Το όνομα «Βαλκανική-Δουναβική» κομμουνιστική ομοσπονδία αναφέρεται σε προσπάθειες ένταξης χωρών όπως η Ουγγαρία και η Τσεχοσλοβακία στην ομοσπονδία, σε περίπτωση που το επαναστατικό κύμα εξαπλωνόταν στην Κεντρική Ευρώπη. Αν και αυτές οι χώρες δεν έγιναν ποτέ μέλη της Ομοσπονδίας, οι κομμουνιστές τους συχνά παρακολούθησαν βαλκανικά κομμουνιστικά συνέδρια και διατηρούσαν στενούς δεσμούς μαζί τους.

Το κύριο θέμα του εισαγωγικού μέρους του μανιφέστο είναι η καταδίκη του παγκόσμιου πολέμου και οι καταστροφικές συνέπειες που είχε στις βαλκανικές χώρες. Η επικέντρωση στον πόλεμο δείχνει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στη ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού κινήματος και στη δέσμευση για επανάσταση ως ο μόνος τρόπος ενάντια στην συνθήκη στην οποία οι ηγέτες της Ευρώπης ώθησαν τους εργαζόμενους. Η τεράστια συντεχνία του πολέμου αντανακλάται καλύτερα στα παθιασμένα γραπτά με τα οποία οι Βαλκάνιοι κομμουνιστές αφηγούνται την τρέχουσα κατάσταση, αναμένοντας νέους πολέμους και καταστροφές, αφού για εκείνους η ειρήνη ήταν πρακτικά αδιανόητη εκείνη την εποχή. Ταυτόχρονα, όπως ανέφεραν οι ίδιοι, η ειρήνη δεν είχε επιτευχθεί, αφού ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας διήρκησε άλλα δύο χρόνια και η καταστολή εργατών και αγροτών στις βαλκανικές χώρες σίγουρα λειτούργησε ως συνέχεια του πολέμου, με τα ίδια μέσα (οι δολοφονίες κομμουνιστών από αστυνομικούς ήταν πάγια πρακτική στη Ρουμανία, οι ηγέτες των γιουγκοσλαβικών και ελληνικών κομμάτων συλλαμβάνονταν, και το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων είχε στήσει στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους επαναπατριζόμενους από τη Ρωσία και την Ουγγαρία με στόχο την αποτροπή της εξάπλωσης του κομμουνισμού).

Το ίδιο το Μανιφέστο είναι μια περιεκτική και λεπτομερής επισκόπηση της πολιτικής κατάστασης στα Βαλκάνια το 1920. Εκτός από την καταστροφή που επέφερε ο πόλεμος, οι Βαλκάνιοι κομμουνιστές επικεντρώνονταν στις εκτεταμένες συνέπειές του. Ένα σημαντικό μέρος της ανάλυσης είναι αφιερωμένο στην οικονομία του χρέους στην οποία αφέθηκαν οι χώρες των Βαλκανίων προκειμένου, αν και φτωχές, να χρηματοδοτήσουν με κάθε τρόπο τις εθνικιστικές όρεξεις των αστικών τους τάξεων. Το Μανιφέστο προβλέπει ορθώς τη διαρθρωτική εξάρτηση και την οικονομική υποταγή στην οποία θα περιέρχονταν οι βαλκανικές χώρες τις επόμενες δεκαετίες, ειδικά εξαιτίας της κυριαρχίας της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Διακηρύσσει επίσης ότι, όπως και πριν, οι ντόπιες ολιγαρχίες των Βαλκανίων, ενώ προσέφεραν μεγαλοπρεπείς ιδέες σχετικά με την επέκταση των κρατικών συνόρων, παρέμεναν πλήρως υποταγμένες στο ξένο κεφάλαιο, του οποίου η ενίσχυση συνέβαλε διαρκώς στην καταπίεση του δικού τους πληθυσμού.

Το Μανιφέστο επιτίθεται ιδιαίτερα στους «σοσιαλσωβινιστές» και τους «οπορτουνιστές», δηλαδή εκείνους που συμμετείχαν στο εργατικό κίνημα αλλά υποστήριξαν την εμπλοκή στον παγκόσμιο πόλεμο, ή που, κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο, εισήλθαν σε διάφορες «κυβερνήσεις εθνικής ενότητας», παρασυρμένοι από αυτές τις υποσχέσεις εδαφικής επέκτασης και «εθνικού συμφέροντος». Ένας από τους κύριους εχθρούς του κομμουνιστικού κινήματος, ήταν επίσης η Σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς, η οποία θεωρήθηκε υπαίτια για τον παγκόσμιο πόλεμο. Η ποδοπάτηση των υποσχέσεων ότι, σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, απεργίες και διαδηλώσεις θα μπορούσαν να σταματήσουν τη σφαγή που επίκειται, συνέβαλαν στο θάνατο περίπου 17 εκατομμυρίων ανθρώπων σε μέτωπα σε όλο τον κόσμο.

Είναι ενδιαφέρον ότι, εκτός από την επικέντρωση στην εργατική τάξη και την αγροτιά, που αποτελεί ίδιον της λενινιστικής θεωρίας, το «μανιφέστο» απευθύνεται συχνά στον «φτωχό πολίτη». Αφιερώνεται πολύς χώρος στην επισφαλή θέση της μεσαίας τάξης στην καπιταλιστική περιφέρεια, και στον ισχυρισμό ότι σε υπανάπτυκτες καπιταλιστικές χώρες υπάρχει μια ακόμη πιο έντονη ταξική διαστρωμάτωση του πληθυσμού, στην οποία η μεσαία τάξη σχεδόν αφανίζεται, έτσι ώστε ένα μικρό μέρος της να ενταχθεί στην εθνική αστική τάξη, κι οι υπόλοιποι, παρά τη θέλησή τους, να προλεταριοποιούνται.

Το Μανιφέστο καταλήγει έτσι όπως ξεκίνησε: με έκκληση για την ενοποίηση των βαλκανικών χωρών και την κατάργηση των εθνικών διαιρέσεων μέσω της οικοδόμησης της διεθνούς, ταξικής αλληλεγγύης. Οι Βαλκάνιοι Κομμουνιστές, μέσω της κριτικής τους για τη νεοσύστατη μεταπολεμική τάξη, καταδεικνύουν την αδυναμία και την έλλειψη βιωσιμότητας των εθνικά ομοιογενών κρατών στα Βαλκάνια. Για αυτούς, η ομοσπονδιοποίηση και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση είναι το κλειδί για την επίλυση των εθνικών διαιρέσεων, οι οποίες διαφέρουν αισθητά από την μετέπειτα ανάπτυξη της Ομοσπονδίας, όπου η εθνική αυτοδιάθεση συνέβαλε στην χάραξη πολιτικών συμμαχιών με σωβινιστικές και εθνικιστικές ομάδες, που οδήγησαν σε μια σειρά αποτυχιών όσον αφορά την καθοδήγηση μιας εργατικής επανάστασης στην περίοδο του μεσοπολέμου.

Μάρτιος 1923, Σόφια – Ο Δημητρόφ μιλάει σε παμβαλκανική συγκέντρωση που έχει καλέσει η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία με κεντρικό σύνθημα την ειρήνη και τη συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση

* * *

Μανιφέστο της Βαλκανικής-Δουναβικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας

ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ-ΔΟΥΝΑΒΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

Εργάτες, φτωχοί πολίτες και αγρότες!

Τα κομμουνιστικά κόμματα της Βουλγαρίας, της Ελλάδας, της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, τα οποία χωρίστηκαν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Πολέμου, σήμερα δίνουν αδελφικά τα χέρια μεταξύ τους για έναν κοινό αγώνα. Σε αυτήν την επίσημη στιγμή, καθώς ξεπερνάμε δυναμικά τα εμπόδια που δημιουργούνται μεταξύ μας, θεωρούμε καθήκον μας να δηλώσουμε ότι είμαστε πλέον πιο ενωμένοι και συνδεδεμένοι από ποτέ.

Κατά τη διάρκεια όλων των εποχών της σκληρής, αιματηρής αντιπαράθεσης και του εξαγριωμένου εθνικιστικού και σωβινιστικού ανεμοστρόβιλου, παραμείναμε πιστοί στον διεθνή επαναστατικό σοσιαλισμό και την αδελφική ενότητα των Βαλκανικών και Δουναβικών λαών. Σήμερα, δηλώνουμε ότι είμαστε αναπόσπαστο μέρος της Κομμουνιστικής Διεθνούς και ότι ασπαζόμαστε πλήρως το πρόγραμμα και τις τακτικές της. Μαζί με όλους τους εργάτες που φέρουν την κόκκινη σημαία του προλεταριάτου, χαιρετίζουμε με ενθουσιασμό τη Ρωσική Επανάσταση και το σπουδαίο δημιούργημά της, τη Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία. Δηλώνουμε την πλήρη αλληλεγγύη μας προς τις εργατικές μάζες όλου του κόσμου, που παλεύουν για την απελευθέρωσή τους από τον καπιταλιστικό ζυγό, και στον επίσημο θρίαμβο της διεθνούς επανάστασης των εργατών και των φτωχών αγροτών βλέπουμε τη σωτηρία των λαών που ζουν στις περιοχές των Βαλκανίων και του Δούναβη, απέναντι σε οποιαδήποτε εκμετάλλευση και καταπίεση.

Εργάτες και αγρότες!

Οι ιμπεριαλιστές και οι καπιταλιστές όλων των χωρών, μαζί με τους εγκάθετους υπηρέτες τους, άναψαν την παγκόσμια φωτιά του πολέμου με εγκληματική ευκολία και τώρα, δύο χρόνια αργότερα, μετά το τέλος της «ειρήνης», δεν είναι σε θέση να τη σβήσουν.

Από το 1912, οι Βαλκανικές και Δουναβικές χώρες αποτελούν την πιο τρομερή αρένα αιματοχυσίας και καταστροφής. Σήμερα, εις βάρος των λαών αυτών των χωρών ελλοχεύει ο κίνδυνος νέων καταστροφών. Οι ιμπεριαλιστές της Αντάντ, προκειμένου να ολοκληρώσουν τη λεηλασία τους στην Ανατολή και να διασφαλίσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου σε όλο τον κόσμο, συνεχίζουν να διεξάγουν πόλεμο εναντίον του λαού της πρώην τουρκικής αυτοκρατορίας και δεν σταματούν να πολεμούν τη Ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία. Δεδομένου ότι οι Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί εργάτες δεν θέλουν πλέον να χύσουν το αίμα τους προς το συμφέρον του κεφαλαίου, οι κυβερνήσεις τους καταφεύγουν στο φτηνό αίμα των λαών των Βαλκανίων και του Δούναβη, το οποίο οι αστικές τάξεις αυτών των χωρών είναι πάντα έτοιμες να πουλήσουν με ελάχιστο κόστος . Οι Έλληνες εργάτες και αγρότες αποτελούν τα πρώτα θύματα του ιμπεριαλισμού της Αντάντ και του «Πανελληνισμού». Πριν από ενάμιση χρόνο, έχυσαν το αίμα τους άφθονα στη νότια Ρωσία για τα συμφέροντα της διεθνούς αντεπανάστασης, ενάντια στον Μπολσεβικισμό. Τώρα σπέρνουν με τα πτώματά τους τα θρακικά χωράφια και τα βουνά της Μικράς Ασίας, αποτελώντας τα απρόθυμα υποχείρια της αγγλικής, γαλλικής και ελληνικής αστικής τάξης. Μετά την ήττα των πολωνικών αντεπαναστατικών στρατών, οι Άγγλοι και Γάλλοι ιμπεριαλιστές κίνησαν γη και ουρανό, προκειμένου να στρέψουν τους ρουμάνους αγρότες και εργάτες, εναντίον του νικηφόρου Κόκκινο Στρατό. Οι ρουμάνοι γαιοκτήμονες και καπιταλιστές συμμετείχαν επίσης στην προετοιμασία αυτού του ύπουλου σχεδίου, προβαίνοντας σε στυγνές αιματοχυσίες, ως τη μόνη διέξοδο από την μεγάλη κρίση στη χώρα τους, αλλά και ως το μοναδικό μέσο καταστολής του επαναστατικού ξεσηκωμού των μαζών. Οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας, εξαντλημένοι από τον πόλεμο, απειλούνται επίσης από το φάντασμα της νέας αιματοχυσίας. Αισθάνονται επίσης την καταπίεση των μεγάλων δυτικών «συμμάχων», που θέλουν να τους χρησιμοποιήσουν μαζί με τους ρουμάνους, στον πόλεμο εναντίον της Ρωσικής Επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, οι ιμπεριαλιστές της Ιταλίας και των νότιων σλαβικών χωρών, προκαλούν διαρκείς συγκρούσεις για να κερδίσουν την υπεροχή τους επί της Αδριατικής Θάλασσας και της Αλβανίας, και απειλούν να ανάψουν τη φωτιά ενός νέου πολέμου μεταξύ των λαών τους ανά πάσα στιγμή. Ο ηττημένος βουλγαρικός λαός κινδυνεύει επίσης. Το αίμα του έχει ακόμα κάποιο κόστος, και οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, με το πρόσχημα της επανεξέτασης της παγκόσμιας συμφωνίας, κυματίζουν για άλλη μια φορά τη σκισμένη σημαία των «εθνικών ιδανικών» μπροστά στα μάτια της βουλγαρικής αστικής τάξης. Και η άρχουσα τάξη, η οποία έχει χρεοκοπήσει και ντρέπεται, είναι έτοιμη να πουλήσει για άλλη μια φορά το αίμα των Βουλγάρων εργατών και αγροτών.

Όμως πλέον οι λαοί των βαλκανικών και παραδουνάβιων χωρών δεν είναι πια όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Η φρικτή εμπειρία της μόνιμης αιματοχυσίας και καταστροφής άνοιξε τα μάτια τους, και το παράδειγμα των Ρώσων εργατών και αγροτών τούς δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας. Ενωμένοι κάτω από την κόκκινη σημαία των κομμουνιστικών κομμάτων και συνδεδεμένοι με την Βαλκανική-Δουναβική Κομμουνιστική Ομοσπονδία, δηλώνουν ότι δεν θα επιτρέψουν πλέον να άγονται σαν κοπάδι προβάτων για σφαγή προς όφελος των ληστρικών συμφερόντων των διεθνών και ντόπιων καπιταλιστών. Θα χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα για να αντισταθούν σε οποιαδήποτε απόπειρα να τους ωθήσουν πίσω στον πόλεμο και θα δώσουν μάχη με όλη τους τη δύναμη για να σταματήσουν την αιματοχυσία. Ας γνωρίζουν οι άρχουσες τάξεις ότι κάθε μια από τις αιματηρές περιπέτειες τους θα επιταχύνει την εργατική επανάσταση, η οποία θα πάρει την εξουσία από τα χέρια τους για να την παραδώσει στα συμβούλια των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτικών διοικητών .

Παράλληλα, οι ιμπεριαλιστές της Αντάντ μετέτρεψαν τις βαλκανικές και δουναβικές χώρες σε ορμητήριο δράσης κατά της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Μάλιστα, πέρυσι, οργάνωσαν μια εκστρατεία για την πολιορκία της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας και για την αιματηρή καταστολή της με τη βοήθεια της ρουμανικής ολιγαρχίας. Το προλεταριάτο των Βαλκανίων και του Δούναβη, το οποίο επικρότησε με ενθουσιασμό τους ούγγρους προλετάριους που με ξεσηκωμό απαλλάχθηκαν απ’ τον ζυγό των ντόπιων γαιοκτημόνων και κεφαλαιοκρατών, ιδρύοντας το προλεταριακό τους κράτος, τώρα, στις μέρες του πιο φρικτού τρόμου και των πιο σκληρών δοκιμασιών, εκφράζει τη βαθύτατη συμπάθειά του και την ετοιμότητα για έμπρακτη στήριξη με κάθε τρόπο. Ένα χρόνο πριν, τα αρπακτικά της Αντάντ, με τη συμβολή των βαλκάνιων υπηρετών τους, οργάνωσαν επίσης την επαίσχυντη εκστρατεία τους εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας, βαθιά ενοχλημένοι από την επαναστατική ισχύ του Κόκκινου Στρατού. Από τότε, η Βαλκανική Χερσόνησος έχει μετατραπεί σε ανοιχτό πεδίο για τους Ρώσους αντεπαναστάτες. Ο Αντόν Ντενίκιν και ο Πιότρ Βράνγκελ έστειλαν στη Ρωσία πυρομαχικά και όπλα από εδώ, όπως επίσης εδώ στρατολόγησαν εθελοντές για τον αντεπαναστατικό τους στρατό… Οι βαλκανικές κυβερνήσεις, οι οποίες δεν ήταν επίσημα σε πόλεμο με τη Ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία, βοηθούν τους Ρώσους αντεπαναστάτες τόσο πολιτικά όσο και υλικά και στρατιωτικά. Οι εργαζόμενοι και οι αγρότες των βαλκανικών και δουναβικών χωρών, που τρέφουν ένα αίσθημα βαθύτατης συμπάθειας και ευγνωμοσύνης προς τιμήν του σπουδαίου ρωσικού προλεταριάτου και των ρώσων αγροτών για τη μεγάλη τους πρωτοβουλία και την ισχυρή υποστήριξή τους, δηλώνουν ότι οι χώρες τους δεν πρόκειται να αποτελέσουν αρένα για την οργάνωση εκστρατειών ενάντια στη Ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία. Επιθυμούν ειρήνη με τη Σοβιετική Ρωσία και ταχεία εξομάλυνση των σχέσεων με αυτήν. Απαιτούν την απομάκρυνση όλων των Ρώσων αντεπαναστατών από τις βαλκανικές και παραδουνάβιες χώρες και παύση της παροχής άμεσης ή έμμεσης βοήθειας στον στρατό του Βράνγκελ. Να μη σταλεί ούτε μία χειροβομβίδα από τις χώρες των Βαλκανίων και του Δούναβη, η οποία θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενάντια στον περίφημο Κόκκινο Στρατό.

Προλετάριοι των Βαλκανίων και του Δούναβη!

Πολλοί ήλπιζαν ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος θα ένωνε διχασμένους και καταπιεσμένους λαούς. Στο όνομα της εθνικής ενότητας, οι λαοί των Βαλκανίων ρίχτηκαν επίσης στον πόλεμο. Έχει πλέον καταστεί σαφές σε όλους ότι ο πόλεμος όχι μόνο απέτυχε να επιλύσει αυτά τα καθήκοντα, αλλά έχει διχάσει βαθύτερα τα έθνη και τούς έχει προσφέρει ακόμη σκληρότερη καταπίεση. Ο βουλγαρικός λαός ήταν ακόμη πιο έντονα διχασμένος και διαιρεμένος. Οι κοινωνίες της Μακεδονίας, της Δοβρουτσάς και της Θράκης βρίσκονται υπό τον ζυγό άλλων, πιο ισχυρών. Κάτω από τον ζυγό της ρουμανικής ολιγαρχίας, ακούγονται οι κλαυθμοί των εθνικών μειονοτήτων της περιοχής: Βούλγαροι και Τούρκοι στη Δοβρουτσά, Ρώσοι στη Βεσσαραβία, Ούγγροι και Γερμανοί στην Τρανσυλβανία, Σλάβοι στο Μπανάτ και άλλοι πολλοί. Η γιουγκοσλαβική μοναρχία και ο ιμπεριαλισμός επέβαλαν τη σκληρή κυριαρχία τους στην Μακεδονία και σ’ ένα μέρος της Αλβανίας, στους Ούγγρους και τους Γερμανούς στη Βοϊβοντίνα και σε ιταλικές πληθυσμιακές ομάδες στη Δαλματία. Η ελληνική ολιγαρχία, μεθυσμένη από το ιδεώδες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθυπόταξε τις μάζες Βουλγάρων, Τούρκων και Αλβανών υπό την κυριαρχία της και συνεχίζει να καταλαμβάνει ξένα εδάφη στη Μικρά Ασία. Οι Ιταλοί ιμπεριαλιστές έχουν σφίξει τον κλοιό τους εις βάρος του αλβανικού λαού στην προσπάθεια τους να τον υποδουλώσουν. Ωστόσο, οι μέθοδοι του ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν πλήρη εθνική ενότητα ακόμη και για τους νικητές. Εκτός των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, μεγάλο μέρος του πληθυσμού των Σλάβων παρέμεινε υπό τον ιταλικό ζυγό, και μάζες Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη παρέμειναν επίσης εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Ως εκ τούτου, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος προσέφερε στους λαούς μια νέα σκλαβιά, μια νέα αποσύνθεση, έθεσε σε κίνδυνο την ιδέα της ενοποίησης των λαών και της συνεργασίας τους, δημιούργησε νέες πηγές διεθνούς εχθρότητας και έσπειρε τους σπόρους για νέες, ακόμη πιο φρικτές διαμάχες και πολέμους .

Τα κομμουνιστικά κόμματα των βαλκανικών και παραδουνάβιων χωρών, τόσο πριν από τον πόλεμο όσο και τώρα, δηλώνουν εχθροί οποιασδήποτε εθνικής καταπίεσης και πολέμιοι απέναντι στην υποδούλωση ενός λαού ή μέρους του από έναν άλλο λαό. Τασσόμαστε υπέρ της εθνική ελευθερίας και της ισότητας όλων των λαών των Βαλκανίων και του Δούναβη και υπερασπίζουμε το δικαίωμα καθενός από αυτούς στην αυτοδιάθεση. Αλλά ταυτόχρονα, ανακοινώνουμε ότι με τις υπάρχουσες εθνικές διαφορές σε αυτές τις χώρες, η ενοποίηση αυτών των λαών είναι δυνατή μόνο στα σύνορα μιας Ομοσπονδιακής Σοβιετικής Βαλκανικής-Δουναβικής Δημοκρατίας, η οποία από μόνη της μπορεί να προσφέρει τα ίδια δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για ανάπτυξη στους λαούς της. Το πρώτο σημαντικό βήμα προς την ενοποίηση έγινε από τα κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία ίδρυσαν την Βαλκανική-Δουναβική Κομμουνιστική Ομοσπονδία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το προλεταριάτο των πόλεων και της υπαίθρου, ενωμένο σε κομμουνιστικές οργανώσεις και ταγμένο στην κομμουνιστική ομοσπονδία για έναν κοινό επαναστατικό αγώνα, μετά την κατάκτηση της εξουσίας και την ίδρυση εργατικών και αγροτικών συμβουλίων, θα προχωρήσει αμέσως στην ίδρυση της Σοσιαλιστικής Βαλκανικής-Δουναβικής Δημοκρατίας, όπου όλοι οι λαοί και οι περιοχές θα ζουν μαζί ελεύθερα, ισότιμα και αυτοδιευθυνόμενα απ’ τα ίδια τους τα μέλη.

Εργάτες, φτωχοί πολίτες και αγρότες!

Πουθενά αλλού δεν έχουν αποδειχθεί οι ολέθριες συνέπειες του Παγκοσμίου Πολέμου τόσο αποτρόπαιες και τεράστιες όσο στα Βαλκάνια. Η Βουλγαρία, η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Σερβία, με συνολικό πληθυσμό περίπου 22 εκατομμύρια, έχασαν περίπου 2.700.000 ανθρώπους στον πόλεμο, δηλαδή το 12,5% του συνολικού πληθυσμού τους. Όλες οι βαλκανικές περιοχές, όπου εκτυλίχθηκε το σκηνικό του πολέμου, κυριολεκτικά ρημάχτηκαν και λεηλατήθηκαν. Το γεωργικό απόθεμα καταστράφηκε, τα κτηνοτροφικά βοοειδή είχαν κλαπεί ή σκοτωθεί. Ο πληθυσμός των Βαλκανίων δεν είναι πλέον σε θέση να καλλιεργήσει ακόμη και τα δύο τρίτα της γης που καλλιέργησε πριν από τον πόλεμο. Η διαδικασία της καταστροφής και της λεηλασίας επηρέασε κι άλλους τομείς της εθνικής οικονομίας. Τα δάση, οι κατεστραμμένοι σιδηρόδρομοι και όλα τα μέσα μεταφοράς και οι επικοινωνίας μειώθηκαν και καταστράφηκαν. Οι πετρελαιοπηγές και τα ορυχεία καταστράφηκαν και υπέστησαν ζημιές, μηχανήματα και εξοπλισμοί των βιομηχανικών επιχειρήσεων αποσυναρμολογήθηκαν ή υπέστησαν βλάβες. Ολόκληρη η οικονομική ζωή αυτών των χωρών δέχτηκε ένα βαρύ, οδυνηρό πλήγμα. Οι πόλεμοι γκρέμισαν όλη την πολιτιστική κληρονομιά των λαών των Βαλκανίων, κατέστρεψαν τη στοιχείωδη ευημερία τους και τους ώθησαν σε βαθιά δυστυχία.

Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση των βαλκανικών κρατών ήταν εξίσου τρομακτική. Η Βουλγαρία ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τεράστια αποζημίωση, και τα άλλα βαλκανικά κράτη επιβαρύνθηκαν με τα υπέρογκα ποσά του χρέους των χωρών των οποίων οι περιοχές προσαρτήθηκαν σε αυτές. Τα χρέη των βαλκανικών κρατών φτάνουν τώρα δεκάδες δισεκατομμύρια. Επιπλέον, οι κρατικοί προϋπολογισμοί έχουν αυξηθεί σε απίστευτες αναλογίες. Αυτοί οι προϋπολογισμοί, οι οποίοι είναι πολύ υψηλοί για μια ρημαγμένη οικονομία, καταρτίζονται με τεράστια ελλείμματα, για τα οποία οι κυβερνήσεις των Βαλκανίων δεν έχουν άλλα μέσα και πόρους πέρα από την απεριόριστη εκτύπωση χαρτονομισμάτων. Αλλά αυτό επιδεινώνει περαιτέρω τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση. Με αυτόν τον τρόπο, όλες οι βαλκανικές χώρες απειλούνται με επικείμενη πτώχευση.

Η οικονομική κατάρρευση και η χρηματοπιστωτική κρίση των μικρών κρατών αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την οικονομική τους υποδούλωση, και οι άπληστοι καπιταλιστές της Αντάντ έχουν ήδη ξεκινήσει την ληστρική πολιορκία τους. Έτσι, κατάσχουν χωρίς δισταγμούς όλες τις πηγές πλούτου των εξαντλημένων Βαλκανικών λαών. Κατέλαβαν τον έλεγχο μιας σημαντικής αρτηρίας του Δούναβη, καθώς και ολόκληρου του εμπορικού και ναυτικού του στόλου. Αναζητούν πόρους πετρελαίου στη Ρουμανία, η διαίρεση της οποίας έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ειδικής συμφωνίας μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Τέλος, αγοράζουν χονδρικά τα μερίδια μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων, διαχειρίζονται μεγάλη αρόσιμη γη και τοποθετούν τα λαίμαργα χέρια τους σε όλα τα γεωργικά προϊόντα των βαλκανικών και δουναβικών χωρών.

Παρά τον φρικτό όλεθρο της εθνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, από την άλλη πλευρά, υπήρξε μια ιλιγγιωδώς γρήγορη συσσώρευση τεράστιου πλούτου στα χέρια της βαλκανικής αστικής τάξης. Φαίνεται σαν ένα πλήθος τραπεζών, ανώνυμων πολυμετοχικών εταιρειών ή και μεγαλοεταιρειών με κεφάλαιο αξίας πολλών εκατομμυρίων να ξεπηδούν υπόγεια, έχοντας ξεκινήσει ανεξέλεγκτες και άγριες κερδοσκοπίες και μονοπολώντας στην πραγματικότητα όλο το εμπόριο. Το κεφάλαιο, που αποκτήθηκε σε βάρος των μαζών, δεν προορίζεται να αυξήσει και να βελτιώσει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, αλλά χρησιμοποιείται για σκοπούς στυγερής κερδοσκοπίας, με καθημερινή αύξηση του κόστους, και ως εκ τούτου αποτελεί ένα μέσο λήψης των τελευταίων ψίχουλων από τις πλατιές εργατικές μάζες.

Οι κοινωνικές συνέπειες όλων αυτών ήταν ήδη ορατές, οι λαοί των Βαλκανίων και του Δούναβη είχαν ήδη χωριστεί σε δύο εχθρικές κοινωνικές τάξεις. Αφενός – μια δράκα τραπεζίτων, κερδοσκόπων, εμπόρων, βιομηχάνων και γαιοκτημόνων, που κατέχουν τεράστιο πλούτο, μεγάλα κτήματα, που ζουν στην πολυτέλεια και περνούν χρόνο σε πλουσιοπάροχες γιορτές, και από την άλλη – τεράστιες μάζες εργατών, αγροτών και υπαλλήλλων, που είναι φτωχοί κάτοικοι των πόλεων ή της υπαίθρου και ζουν με χαμηλό εισόδημα, που εξαντλημένοι κουβαλούν το βάρος της υπερβολικής εργασίας και της ανεργίας, που είναι χρόνια πεινασμένοι, γίνονται θύματα επιδημιών και κοινωνικών κρίσεων, γεννιούνται, ζουν στη δυστυχία και πεθαίνουν σαν τις μύγες. Όντας ανάμεσα σε αυτές τις δύο τάξεις, τα μεσαία στρώματα διαλύονται γρήγορα και περνάνε στη μία ή στην άλλη τάξη. Σε μια εποχή που οι προοπτικές του απεριόριστου πλουτισμού, της αφθονίας, της διαφθοράς και της παρασιτικής ζωής ανοίγουν το δρόμο στην αστική τάξη, η μοίρα της μαύρης δυστυχίας λάμπει μπροστά στις εργατικές μάζες και μόνο οι ασθένειες, τα βάσανα και ο θάνατος προβλέπονται γι’ αυτές. Αυτή η κοινωνική κρίση, την οποία βιώνουν σήμερα όλοι οι λαοί στις βαλκανικές και παραδουνάβιες χώρες, έχει λάβει αφόρητα δύσκολες μορφές.

Πολίτες, εργαζόμενοι αγρότες!

Πώς πιστεύουν οι άρχουσες τάξεις των βαλκανικών χωρών ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν την τρομερή οικονομική κατάρρευση; Πώς σκέφτονται να αποτρέψουν την οικονομική χρεοκοπία; Πώς θα σώσουν τους λαούς τους από την επαπειλούμενη οικονομική σκλαβιά; Πώς θα εξαλείψουν τις σοβαρές κοινωνικές συνέπειες του πολέμου;

Έχουν μόνο μια συνταγή για την καταπολέμηση της οικονομικής κατάρρευσης: απεριόριστη κυριαρχία και ασύδοτη ελευθερία του κεφαλαίου. Και ήδη διακηρύσσουν την αναγκαιότητα του «ελεύθερου» εμπορίου, που σημαίνει ανεξέλεγκτη και απόλυτη λεηλασία των μαζών. Επικαλούνται νόμους για την προστασία της εργασίας και επιτίθενται σε εργατικές οργανώσεις προκειμένου να καθιερώσουν την άνευ όρων καπιταλιστική εκμετάλλευση. Ωστόσο, η εργατική τάξη δεν θέλει πλέον να υπόκειται σ’ αυτή την εκμεταλλευτική διαδικασία. Πρωτοφανείς συγκρούσεις λαμβάνουν χώρα καθημερινά, οι οποίες κλονίζουν ολόκληρη την παραγωγή. Γίνεται σαφές ότι υπό την ηγεσία του κεφαλαίου δεν υπάρχει παραγωγή, δεν είναι εφικτά τα περαιτέρω κατασκευαστικά έργα. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την οικονομική καταστροφή, αλλά θα τη βαθύνει ακόμη περισσότερο.

Για να αποφευχθεί η χρηματοπιστωτική κατάρρευση, οι καπιταλιστές δεν γνωρίζουν άλλα μέσα πέρα από την ατέρμονη συλλογή έμμεσων φόρων από τις ευρείες μάζες. Η φορολογία του κεφαλαίου και των μεγαλοεισοδηματιών είναι μόνο ένα μέσο που ρίχνει σκόνη στα μάτια των μαζών. Ωστόσο, η αύξηση των έμμεσων φόρων αυξάνει περαιτέρω το κόστος ζωής και επιδεινώνει την κοινωνική κρίση. Οι κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο συχνές μέρα με τη μέρα. Είναι εμφανές ότι κανένας έμμεσος φόρος δεν θα σώσει τη χώρα από την οικονομική κατάρρευση. Η πτώχευση των βαλκανικών κρατών είναι αναπόφευκτη, η κεφαλαιοκρατία είναι ανίκανη να κυβερνήσει περαιτέρω τα κράτη.

Η βαλκανική αστική τάξη δεν μπορεί να αντιταχθεί στην οικονομική υποταγή των Βαλκανίων από ξένους καπιταλιστές. Αντιθέτως, είναι συνεπής σε αυτή. Υποτάσσει τον πλούτο της στη σημαία κάποιου άλλου. Η μόνη της ανησυχία τώρα είναι να εξασφαλίσει για τον εαυτό της ένα κατάλληλο μέρος του προϊόντος της εργασίας των ανθρώπων. Η βαλκανική μπουρζουαζία εκπληρώνει με ζήλο την προδοτική της δραστηριότητα. Αποδεικνύει σε ολόκληρο τον κόσμο την αδυναμία της να ηγηθεί της οικονομικής ανάπτυξης των λαών των Βαλκανίων.

Υποστηριζόμενη από σοσιαλσωβινιστές και οπορτουνιστές, που για άλλη μια φορά πρόδωσαν το προλεταριάτο και τον σοσιαλισμό, η αστική τάξη προσπάθησε να δαμάσει την λαϊκή αναταραχή υποσχόμενη ριζικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, το ρεφορμιστικό έργο των σοσιαλσωβινιστών απέτυχε γρήγορα και όλη η κοινωνική πολιτική της μπουρζουαζίας αποδείχθηκε ότι ήταν μια νέα απάτη. Η σκληρή εκμετάλλευση της εργασίας εντείνεται συνεχώς, η βία και η αυθαιρεσία των καπιταλιστών εξαπλώνονται ολοένα και περισσότερο, οι αγρότες παραμένουν χωρίς γη στο μέλλον, το κόστος αυξάνεται – οι εργατικές μάζες πεθαίνουν στη δυστυχία. Μαζί με αυτό, ο θυμός τους μεγαλώνει. Οι μάζες οργανώνουν διαδηλώσεις, διαμαρτύρονται, απειλούν… Σε απάντηση, οι βαλκανικές κυβερνήσεις, οι πιστοί υπηρέτες του κεφαλαίου και οι γαιοκτήμονες, έχουν δείξει την πραγματική τους φύση: επιλέγουν να καταπνίξουν τη λαϊκή οργή με ένοπλες δυνάμεις και να καταστείλουν τις ταραχές με στρατιωτική δικτατορία.

Σήμερα στα Βαλκάνια κυριαρχεί μια σκοτεινή αντιδραστική πολιτική. Χρησιμοποιώντας τη σαν ασπίδα, οι Έλληνες ιμπεριαλιστές ξεκίνησαν τη νέα αιματηρή εκστρατεία τους στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, αγνοώντας όλες τις διαμαρτυρίες. Η γιουγκοσλαβική μοναρχική και ιμπεριαλιστική ολιγαρχία, δεδομένου ότι δεν είχε καν το θάρρος να διεξάγει εκλογές, πνίγει τώρα ένα ισχυρό εργατικό κίνημα στο αίμα μέσω στρατιωτικής δικτατορίας. Το προλεταριάτο και η αγροτιά της Βουλγαρίας ασφυκτιούν υπό τον σκληρό ζυγό της αυτάρεσκης και κυνικής αστικής τάξης της υπαίθρου, η οποία χρησιμοποιεί την κρατική της δύναμη για να ικανοποιήσει τις άπληστες ορέξεις της. Οι ρουμάνοι γαιοκτήμονες και καπιταλιστές, φορώντας τη μάσκα των ευεργετών του λαού, καταφεύγουν σε αδίστακτες προσπάθειες αποθάρρυνσης των μαζών και τρομοκρατίας προκειμένου να ενισχύσουν τους δεσμούς των κατακτημένων χωρών με την παλιά Ρουμανία και να διαλύσουν την εργατική εξέγερση. Στρατιωτικός νόμος, λογοκρισία, καταστολή, στρατιωτικά δικαστήρια – αυτό είναι το καθεστώς στο οποίο υπάγονται οι χώρες των Βαλκανίων.

Οι λεπίδες της μιλιταριστικής αντιδραστικότητας των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων, στρέφονται αποκλειστικά ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα. Δεν είναι τυχαίο που τα κομμουνιστικά κόμματα, αποτελούνται από τα πιο συνειδητά και πιο πιστά κομμάτια του προλεταριάτου των πόλεων και της υπαίθρου, προκαλώντας το μίσος της άρχουσας τάξης. Μέσα από έντονες κριτικές για το αστικό καθεστώς και τις πολιτικές όλων των αστικών, μικροαστικών και σοσιαλσωβινιστικών κομμάτων, οι Κομμουνιστές αφυπνίζουν την επαναστατική συνείδηση των εργατικών μαζών: οργανώνουν και ενώνουν όλους τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους στις τάξεις των μαχητικών οργανώσεων, είναι πάντα στην πρώτη γραμμή του εργατικού κινήματος. Η καταστολή των κομμουνιστικών κομμάτων αποσκοπεί στην κατάργηση του επαναστατικού κινήματος των εργατικών μαζών για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι ‘αυτό οι κομμουνιστές όλων των βαλκανικών χωρών είναι εκτεθειμένοι στις σκληρότερες διώξεις και απαγορεύσεις. Παντού οι φυλακές είναι γεμάτες από κομμουνιστές και τα στρατιωτικά δικαστήρια εκδίδουν δρακόντειες ποινές εναντίον τους. Όλα τα μέσα επιτρέπονται για την εξάλειψη του κομμουνισμού. Παρ ‘όλα αυτά, το κομμουνιστικό κίνημα ανασυγκροτείται ταχεία στις βαλκανικές και δουναβικές χώρες: τα κομμουνιστικά κόμματα αναπτύσσονται και ενισχύονται συνεχώς. Οι εργάτες και οι καταπιεσμένες μάζες παύουν όλους τους δεσμούς με τα αστικά κόμματα, απομακρύνονται με περιφρόνηση από τους σοσιαλσωβινιστές, αυτούς τους προδότες του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος, και συντάσσονται ανοιχτά με τα κομμουνιστικά κόμματα. Στις βαλκανικές χώρες, δεν υπάρχει εργατικό και λαϊκό κίνημα που να αμφισβητεί τον κομμουνισμό, που να αρνείται την καθοδήγηση από τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Εργάτες και αγρότες!

Η κυριαρχία του κεφαλαίου και της γαιοκτητικής καπιταλιστικής τάξης πλησιάζει γρήγορα προς το ιστορικό της τέλος.

Χρηματοπισωτική κατάρρευση, οικονομική πτώχευση, κοινωνικός εκφυλισμός, οικονομική και πολιτική σκλαβιά των εργαζομένων μαζών – αυτά είναι τα αποτελέσματά της. Και ως συνέπεια όλων αυτών – μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση. Ανίκανη να το αντιμετωπίσει, η άρχουσα τάξη νοιάζεται μόνο για το πώς να διατηρήσει τη δύναμή της. Ξεκίνησε μια εποχή ανελέητης καπιταλιστικής-μιλιταριστικής δικτατορίας.

Ο μόνος δρόμος απ’ τη δική μας θέση, όπως έδειξε η μεγάλη ρωσική επανάσταση, είναι η επανάσταση των εργατών και των αγροτών των βαλκανικών και παραδουνάβιων χωρών. Η σημερινή κυριαρχία της γαιοκτητικής καπιταλιστικής τάξης πρέπει να ανατραπεί, η υπάρχουσα διακυβέρνηση πρέπει να αφαιρεθεί από τα χέρια τους και να παραδοθεί στα οργανωμένα συμβούλια εργατών και αγροτών. Στη θέση της καπιταλιστικής και αριστοκρατικής δικτατορίας για την καταπίεση των εργατικών μαζών, είναι απαραίτητο να καθιερωθεί – η δικτατορία της συντριπτικής πλειοψηφίας των λαών, – η δικτατορία των εργαζομένων και των φτωχών αγροτών, – προκειμένου να απαλλοτριωθούν άμεσα τα μεγάλα κτήματα και να επιστραφούν στην εργατιά, καθώς και όλες οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, εργοστάσια, τράπεζες και το ιδιωτικό κεφάλαιο με στόχο την καταστροφή της κυβερνητικής χρεοκωπίας. Με την εγκαθίδρυση μιας δικής της δικτατορίας, η εργατική τάξη, η οποία βασίζεται σε έναν ενιαίο, ενωμένο και πειθαρχημένο Κόκκινο Στρατό Εργατών και Χωρικών, μπορεί επιτέλους να απελευθερώσει την εργασία από το καπιταλιστικό χάος και να δομήσει μια νέα κομμουνιστική κοινωνία την οποία θα διευθύνουν οι άνθρωποι που μοχθούν για ένα πιάτο φαϊ, οι άνθρωποι της εργατιάς.

Η επανάσταση των εργατών και των αγροτών στις χώρες των Βαλκανίων και του Δούναβη είναι αναπόφευκτη. Ωριμάζει γρήγορα. Μαζικές απεργίες, διαδηλώσεις και αιματηρές συγκρούσεις εξαπλώνονται, μαρτυρώντας τη δυσαρέσκεια των εργαζομένων μαζών απέναντι στην υπάρχουσα καπιταλιστική-αριστοκρατική τάξη. Η μαζική ψήφος στις εκλογές υπέρ των κομμουνιστικών κομμάτων δείχνει προφανώς πού κατευθύνονται οι απόψεις των εργατικών μαζών. Τα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα οργανώνουν γρήγορα τις δυνάμεις τους και η ενοποίηση αυτών των κομμάτων σε μια Βαλκανική-Δουναβική Κομμουνιστική Ομοσπονδία δείχνει ότι κατανοούν σαφώς τις συνθήκες για την άνθιση της προλεταριακής και αγροτικής επανάστασης στις χώρες τους. Η αστική τάξη, η οποία σε καθεμία από τις χώρες επισημαίνει τον κίνδυνο εχθροπραξιών σε περίπτωση εσωτερικής επανάστασης, διεξάγει πόλεμο στην κομμουνιστική ενότητα των εργαζομένων μαζών σε όλες τις βαλκανικές και παραδουνάβιες χώρες. Η αναπόφευκτη ενοποίηση της αντεπαναστατικής αστικής τάξης των Βαλκανίων, σε μια εποχή που η επανάσταση απειλεί την κυριαρχία της, θα βρει τα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα να τάσσονται πλάϊ στο ενωμένο επαναστατικό μέτωπο των Βαλκάνιων εργατών και αγροτών και της αδελφικής τους αλληλεγγύης στο επαναστατικό προλεταριάτο όλης της γης.

Η προλεταριακή επανάσταση είναι το νομοτελειακό και επιτακτικό καθήκον της εποχής που βιώνουμε. Φουντώνει μέσα στις ψυχές των σπουδαίων Ρώσων εργαζομένων, θριάμβευσε απόλυτα στην αχανή γη των πρώην Ρώσων τσάρων και η φλόγα της σιγοκαίει ήδη στην καρδιά των καπιταλιστικών κρατών της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, με τα μεγάλα αποικιακά τους κτήματα να αποσυντίθενται.

Όλες οι εκμεταλλευόμενες, σκλαβωμένες και καταπιεσμένες μάζες της Ανατολής και απανταχού, ξυπνούν και ξεσηκώνονται για να πολεμήσουν ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Τα θεμέλια των ισχυρών κεφαλαιοκρατικών αυτοκρατοριών έχουν κλονιστεί. Επικεφαλής αυτού του γιγαντιαίου αγώνα είναι η Μεγάλη Ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία με την Κομμουνιστική Διεθνή, η οποία ενώνει τα κομμουνιστικά κόμματα όλων των χωρών. Είναι καθήκον όλων των εργαζομένων να στέκονται κάτω από την υψωμένη κομμουνιστική σημαία. Είναι καθήκον των εργατικών μαζών και των καταπιεσμένων λαών των Βαλκανίων και της περιοχής του Δούναβη να ενωθούν στις τάξεις των κομμουνιστικών κομμάτων και της Βαλκανικής-Δουναβικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας για να ξεκινήσουν τον θριαμβευτικό τους αγώνα για τη νίκη του κομμουνισμού.

Κάτω η Βαλκανική και Δουναβική καπιταλιστική και γαιοκτητική αστική τάξη!

Κάτω η διεθνής αντεπανάσταση!

Ζήτω η Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία!

Ζήτω η Κομμουνιστική Διεθνής!

Ζήτω η Βαλκανική-Δουναβική Κομμουνιστική Ομοσπονδία!

Ζήτω η διεθνής επανάσταση!

10 Αυγούστου 1920.

Βαλκανική-Δουναβική Κομμουνιστική Ομοσπονδία

Κεντρική Επιτροπή του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος: D. Blagoev, V. Kolarov, Hr. Kabakchiev, G. Dimitrov, T. Lukanov, N. Penev, T. Kirkova.
Εκτελεστική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας: V. Mirić, V. Ćopić, D. Marjanović, D. Cekić, Ž. Milojkovic, L. Stefanovic, P. Pavlovic, S. Markovic, F. Filipovic.
Για την Κεντρική Επιτροπή του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος: Ν. Δημητράτος

ΠΗΓΕΣ:

1) https://ojs.lib.uom.gr/index.php/ValkanikaSymmeikta/article/viewFile/333/339

2) https://www.noviplamen.net/glavna/manifest-balkansko-podunavske-komunisticke-federacije/

Αναμνήσεις Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών απ’ την Οκτωβριανή Επανάσταση

Συνολικά 30.000 Γιουγκοσλάβοι πήραν μέρος στα γεγονότα της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία δημιουργώντας ειδική «Γιουγκοσλαβική Κομμουνιστική Ομάδα» εντός του κόμματος των Μπολσεβίκων. Πολλοί από αυτούς έμειναν για πάντα στη νεαρή Σοβιετική Ένωση, αρκετοί επέστρεψαν κατά τη δεκαετία του ’20 στις χώρες τους όπου διώχθηκαν ως ύποπτοι. Ένα μέρος τους το έσκασε και επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση ως πολιτικοί πρόσφυγες.

Οι παρακάτω δύο αφηγήσεις προέρχονται από το βιβλίο: «Danilo Srdić: Crveni general» (Ντανίλο Σρντιτς: Ο κόκκινος στρατηγός) των Mihailo Marić και Ivan Dragović Očak, το οποίο υπάρχει μόνο στην κροατική γλώσσα. Το λινκ του pdf για όσους ενδιαφέρονται:
https://kok.memoryoftheworld.org/Mihailo%20Maric/Danilo%20Srdic%20_%20Crveni%20general%20(740)/Danilo%20Srdic%20_%20Crveni%20general%20-%20Mihailo%20Maric.pdf

Από την Βαλκανική Χερσόνησο εως το Κόκκινο Τσαρίτσιν

Στις τάξεις των ηρωικών προστατών του Κόκκινου Τσαρίτσιν, το πρώτο Κομμουνιστικό Σύνταγμα της Σερβίας ξεχώρισε με ιδιαίτερη επιμονή και τόλμη.

Σέρβοι, Μαυροβούνιοι, Κροάτες, Σλοβένοι

Αυτοί, όπως τα λιοντάρια, υπερασπίστηκαν εναντίον των Λευκών κάθε σπιθαμή της χώρας στους δρόμους του Τσαρίτσιν (ΣτΜ. από το 1925 εως το 1961 γνωστό με την ονομασία Στάλινγκραντ). Με θάρρος που συγκλονίζει ακόμη και τους εχθρούς, έδωσαν μάχη ενάντια σε δέκα φορές ισχυρότερο αντιπάλο. Όταν έπεσαν σε αιχμαλωσία, στάθηκαν ατρόμητοι και πέθαναν φωνάζοντας «Ζήτω η παγκόσμια επανάσταση!».

Από πού προέρχονταν τέτοιοι ηρωικοί μαχητές;

Τί ώθησε αυτούς τους ανθρώπους της μακρινής Βαλκανικής Χερσονήσου, να φτάσουν έως τα οδοφράγματα της Αικατερίνοσλαβ, του Κιέβου, της Οδησσού το 1917, κάτω από συνθήματα του Λένιν, χέρι-χέρι με τους Ρώσους εργάτες;
Τί ήταν αυτό που συγκλόνισε τη θέλησή τους και τις καρδιές τους, όταν άρχισαν αμετάκλητα ένα μεγάλο εμφύλιο πόλεμο, πλάι στη σοβιετική επανάσταση, πολεμώντας και πεθαίνοντας στους δρόμους του Στάλινγκραντ, στα ατέλειωτα χωράφια του Βορονέζ και της Ουκρανίας;»

Jugosloveni_ucesnici_Oktobarske_revolucije

Γιουγκοσλάβοι που πήραν μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση

«Έτος 1914… Στο απομακρυσμένο Σαράγιεβο, έπεσε ένας πυροβολισμός. Σέρβοι εθνικιστές σκότωσαν τον αυστριακό πρίγκιπα Φερδινάνδο. Οι βολές ήταν θανατηφόρες. Ήταν ένα μήνυμα προς το ιμπεριαλιστικό σφαγείο. Οι ιμπεριαλιστές, που προετοίμαζαν για δεκαετίες τον Παγκόσμιο Πόλεμο για να διχάσουν τους λαούς, ξεκίνησαν να διχάζονται μεταξύ τους. Τα κέντρα εκείνα, που έστειλαν εκατομμύρια κόσμο στα μέτωπα του πολέμου, δούλευαν πυρετωδώς. Στο σφαγείο, για χάρη των συμφερόντων μιας χούφτας τραπεζιτών και επιχειρηματιών, πήγαν οι φτωχοί, πεινασμένοι, βαριά εκμεταλλευόμενοι και εξαπατημένοι εργάτες και αγρότες της Σερβίας. Οι παπάδες με τους σταυρούς στα χέρια τους προέτρεπαν να πολεμήσουν τους Αυστριακούς, οι οποίοι απείλησαν την ανεξαρτησία ενός μικρού αλλά ηρωικού κράτους. Οι διεφθαρμένες εφημερίδες μιλούσαν για τη μεγάλη αδελφική Ρωσία, με τη βοήθεια της οποίας οι Σέρβοι θα υπερασπίζονταν την πατρίδα τους από τον εχθρό. Οι καταπιεσμένοι λαοί της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας – Σέρβοι, Κροάτες και Σλοβένοι- πήγαν επίσης στο σφαγείο. Ευλογώντας τους για τις μάχες και για το θάνατο, το παπαδαριό εκείνης της εποχής μιλούσε για τη μεγάλη Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, η οποία θα συνένωνε τους Σλάβους υπό την αιγίδα της, καθώς και τη βάρβαρη Ρωσία, η οποία έφερε ένα ζυγό και ένα μαστίγιο. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, μαζί και οι εξολοθρεύσεις. Σύντομα η Σερβία θα βρισκόταν κάτω από την μπότα του αυστρο-ουγγρικού στρατού. Οι περισσότεροι στρατιώτες και αξιωματικοί της κατεχόμενης χώρας κατέφυγαν στη Ρωσία. Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι, και μερικές φορές ολόκληρα τάγματα Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, πέρασαν στη ρωσική πλευρά από τον αυστριακό στρατό. Η έλξη όλων αυτών των σλαβικών λαών προς τη Ρωσία είχε βαθιές ρίζες στο παρελθόν. Το παπαδαριό, ο αστικός Τύπος και οι συντηρητικοί δασκάλοι είχαν για αιώνες ενσταλλάξει στους βαλκάνιους Σλάβους εργάτες το όνειρο να ενώσουν τον λαό των Σλάβων κάτω από το σκήπτρο μιας Ρωσίας δοξασμένης, αυτοκρατορικής, με κοινό αίμα, γλώσσα και θρησκεία. Και οι Ρώσοι ιμπεριαλιστές, από την πλευρά τους, καλλιέργησαν τη συνείδηση των Ρώσων στρατιωτών με συνθήματα για την προστασία των καταπιεσμένων Σλάβων, την απελευθέρωσή τους από το ξένο ζυγό, τη δημιουργία της Μεγάλης Ρωσίας από το Βορρά έως τη Μεσόγειο, την κατάκτηση των Δαρδανελίων, την ανέγερση ορθοδόξου σταυρού στην Αγία Σοφία. Έτσι δούλεψε η αστική προπαγάνδα, παίζοντας με τα εθνικά και θρησκευτικά συναισθήματα της εργατικής τάξης, αποκρύπτοντας επίμονα τις ταξικές αντιθέσεις, κρύβοντας προσεκτικά τους πραγματικούς στόχους της κατάκτησης νέων αγορών στα Βαλκάνια με σκοπό την ιμπεριαλιστική λεηλασία. Έτσι, στα μέσα του 1916, περίπου 300.000 Σέρβοι, Κροάτες και Σλοβένοι που δέχθηκαν τις λαβωματιές του πολέμου, βρέθηκαν στην «αδελφική» Ρωσία, όπου ηθελημένα παραδόθηκαν ή έπεσαν σε αιχμαλωσία. Ωστόσο, οι ελπίδες τους για την ευπρόσδεκτη και ζεστή υποδοχή των Ρώσων κατέρρευσαν. Αντί για φιλόξενα σπίτια, τους περίμεναν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντί για ψωμί και αλάτι, τους περίμεναν ένοπλοι φρουροί και μαστίγια. Ο Miroslav Spalajković, Σέρβος πρεσβευτής στη Ρωσία, προσπάθησε να «σώσει τους συμπατριώτες του με τον δικό του τρόπο». Με τη συναίνεση της Αντάντ ξεκίνησε στη Ρωσία ο σχηματισμός σερβικών ‘’εθελοντικών’’ ταγμάτων στην πάλη ενάντια στους Γερμανούς και τους Αυστριακούς. Περίπου 60.000 εθελοντές βρέθηκαν έτοιμοι να πολεμήσουν, μόνο και μόνο για να απελευθερωθούν από τα «φιλόξενα» συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι εθελοντές στάλθηκαν στην Οδησσό για να οργανωθούν, να εκπαιδευτούν και να πολεμήσουν στο ρουμανικό μέτωπο. Αλλά μόλις μία εβδομάδα μετά την αποστολή τους, ξεκίνησε η μαζική λιποταξία. Οι συλληφθέντες λιποτάκτες πυροβολήθηκαν -χωρίς δίκη και περαιτέρω έρευνα – στην αυλή ενός εργοστασίου καλωδίων που μετατράπηκε σε στρατώνα. Εκείνοι που προσπάθησαν μόνο να διαφύγουν, χτυπήθηκαν δημόσια και στη συνέχεια εστάλησαν στην απομόνωση. Το φθινόπωρο, το πρώτο τμήμα «εθελοντών» στάλθηκε στο ρουμανικό μέτωπο. Εκεί συμμετείχε στο 47ο Σώμα Στρατού υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ζαγιόντσκοφσκι και μέσα σε ένα μήνα, μέρος των εθελοντών έπεσε στη βουλγαρική αιχμαλωσία ενώ μερικοί έφυγαν από το μέτωπο και κατέφυγαν στη Ρωσία. Η νεοαφιχθείσα Δεύτερη Σερβική Φρουρά θα βρισκόταν στην ίδια μοίρα. Οι Σέρβοι στρατηγοί Ζίβκοβιτς και Χάντζιτς, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα όσον αφορά τις ικανότητες μάχης των «εθελοντών», έλαβαν την άδεια να μεταφέρουν το υπόλοιπο τμήμα στις περιοχές της Οδησσού, του Νικολάεβ, του Βοσνσένσενσκ, του Γελισαβέτγκραντ και της Χερσώνας. Οι στρατηγοί εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι, μετά από ένα σύντομο διάλειμμα, θα επανασυγκροτούσαν τις σερβικές μονάδες, θα απαλλάσσονταν από όσους θεωρούσαν αναξιόπιστους και θα έστελναν ξανά τις μονάδες στο μέτωπο. Ήταν όμως ήδη αργά.

Η επανάσταση του Φεβρουαρίου στη Ρωσία είχε αρχίσει. Η ατμόσφαιρα έβραζε στα τάγματα. Η δυσαρέσκεια με τη δρακόντεια πειθαρχία, τους δημόσιους εξευτελισμούς, την κακή διατροφή και την άνιση θέση σε σχέση με τους Ρώσους στρατιώτες, μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Η στρατιωτική πειθαρχία αποδυναμώθηκε. Ανταρσίες ξέσπασαν: η ισχυρότερη από αυτές ήταν η λεγόμενη «εξέγερση της ζάχαρης» (οι Σέρβοι στρατιώτες απαίτησαν να λαμβάνουν δώδεκα κομμάτια ζάχαρης αντί για τέσσερα – το ίδιο με τους Ρώσους στρατιώτες). Τον Απρίλιο του 1917 οι στρατιώτες των ταγμάτων δημιούργησαν στρατιωτικές επιτροπές. Μάχονται για τη βελτίωση της οικονομικής θέσης των στρατιωτών και οργανώνουν, παρά την αντίθεση των αξιωματικών, τη συμμετοχή Σέρβων στρατιωτών στις εορταστικές εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς μαζί με τους Ρώσους εργάτες. Η Προσωρινή Κυβέρνηση χρησιμοποιούσε το σύνθημα: «Ο πόλεμος σε ένα νικηφόρο τέλος!» Το σύνθημα έγινε δουλοπρεπώς αποδεκτό και από τους Σέρβους στρατηγούς, ελπίζοντας ότι θα τραβήξουν την προσοχή των στρατιωτών από την επανάσταση και θα αποκαταστήσουν την πειθαρχία. Ωστόσο, οι πρώτοι είκοσι χιλιάδες Σέρβοι στρατιώτες που στάλθηκαν στο μέτωπο αρνήθηκαν να πάνε. Τότε αφόπλισαν τους Σέρβους. Ως προδότες του Αλεξάντερ Κερένσκι, εστάλησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Νταρνίτσα κοντά στο Κίεβο. Οι εθελοντές ήταν και πάλι σε αιχμαλωσία, μαζί με δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτων πολέμου που ήταν εκεί από την αρχή του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Οι κρατούμενοι του πολέμου ήταν ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στη σερβική μπουρζουαζία, ενάντια στους διεφθαρμένους αξιωματικούς και στρατηγούς, αλλά δεν είχαν ακόμα ένα σαφές σχέδιο δράσης. Οι υπάρχουσες οργανώσεις, η «Γιουγκοσλαβική Επαναστατική Συμμαχία» στο Κίεβο και η «Επαναστατική Επιτροπή» του Αικατερίνοσλαβ, δεν είχαν ακόμα την επιρροή που θα μπορούσε να ενώσει όλη τη μάζα των αιχμαλώτων πολέμου γύρω από εύστοχα συνθήματα. Μόλις τον Οκτώβριο του 1917, όταν οι ρώσοι Μπολσεβίκοι άσκησαν επιρροή και ανέλαβαν την ηγεσία των επαναστατικών οργανώσεων των Σέρβων στρατιωτών, πραγματοποιήθηκε μια αποφασιστική μετάβαση στην πλευρά του μπολσεβικισμού από τους περισσότερους στρατιώτες. Χάρη μόνο στην ισχυρή ηγεσία και βοήθεια των Μπολσεβίκων, οι Σέρβοι στρατιώτες στέκονταν σταθερά και ρωμαλέα στην πλευρά του προλεταριάτου. Έτσι, στη Ρωσία εμφανίστηκαν οι ηρωικοί λαοί της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ρηγμένοι στον ανεμοστρόβιλο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, περνώντας από τις φρικαλεότητες του, μέσω της εθνικής καταπίεσης και των βασανιστηρίων σε στρατώνες, μέσω του καθεστώτος των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ενθαρρύνονται από το κόμμα του μεγάλου Λένιν να αγωνιστούν για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αγωνίστηκαν με όλη τους την καρδιά γι ‘αυτήν, για τη σοβιετική κυριαρχία, παράλληλα πλάϊ στα ταξικά τους αδέλφια – το προλεταριάτο και την εργαζόμενη αγροτιά της Ρωσίας.»

 

Danilo Srdic

Ο Ντανίλο Σρντιτς στη μέση

 

Ντανίλο Σρντιτς: ένας Γιουγκοσλάβος στα Χειμερινά Ανάκτορα

Ο Danilo Srdić (Ντανίλο Σρντιτς) ήταν ένας από τους πιο διάσημους Γιουγκοσλάβους της Σοβιετικής Ένωσης και ο μόνος γνωστός Γιουγκοσλάβος που συμμετείχε στην επίθεση στα Χειμερινά Ανάκτορα. Γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και μεγάλωσε στην κροατική επαρχία της Λίκα. Η πορεία της ζωής του τα επόμενα χρόνια ήταν χαρακτηριστική όπως για όλους εκείνους τους νέους που προέρχονταν από τα νότια τμήματα της Διαδυκής Μοναρχίας (σημ: Αυστρο-Ουγγαρίας) και ριζοσπαστικοποιήθηκαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: ως στρατιώτης της Αυστοουγγρικής Αυτοκρατορίας, βρέθηκε αιχμάλωτος απ’ τους Ρώσους στο Ανατολικό Μέτωπο. Στη συνέχεια, μαζί με άλλους συμπατριώτες του αιχμαλώτους πολέμου εντάχθηκε στην Πρώτη Σερβική Εθελοντική Φρουρά το 1916 στην Οδησσό. Η βιαιότητα του πολέμου και οι απάνθρωπες συνθήκες, οδήγησαν πολλούς εθελοντές να αποχωρήσουν από τα εθελοντικά τάγματα και να ενταχθούν σε διάφορες σοσιαλιστικές ομάδες, στο πλευρό των Μπολσεβίκων. Μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου συνελήφθη από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Φυλακίστηκε στο φρούριο του Πέτρου και του Παύλου (Petropavlovsk) στο κέντρο της πόλης. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την περίοδο ο – μετέπειτα ηγέτης της ΣΟΔ Γιουγκοσλαβίας – Josip Broz Tito ήταν επίσης κρατούμενος στο εν λόγω φρούριο, αν και πιθανότατα δεν έτυχε να συναντηθεί με τον Srdić. Στις 6 Νοεμβρίου του 1917 ο Srdić απελευθερώθηκε από τους Μπολσεβίκους, και το επόμενο βράδυ συμμετείχε στην περικύκλωση των Χειμερινών Ανακτόρων, με την οποία οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν και επίσημα την εξουσία. Από το 1919 ήταν διοικητής μιας ταξιαρχίας του Πρώτου Ιππικού Στρατού. Λόγω της στρατιωτικής του επιτυχίας, του απονεμήθηκε το παράσημο του Τάγματος του Ερυθρού Λαβάρου, η υψηλότερη τότε παρασημοφόρηση στην ΕΣΣΔ. Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, παρέμεινε στη Σοβιετική Ένωση, εκπαιδεύτηκε και κατέλαβε υψηλόβαθμες θέσεις στο σοβιετικό στρατό. Έζησε στο Μινσκ και ήταν διοικητής του Τρίτου Σώματος Ιππικού ενώ το 1935 εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Λευκορωσίας. Λίγο μετά τη σύλληψη του στρατάρχη Tuhachevsky, ο Srdic απολύθηκε. Συνελήφθη άδικα από τη NKVD (μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ) στις 15 Ιουνίου 1937. Καταδικάστηκε σε θάνατο ως συμμετέχων σε μια «φασιστική-στρατιωτική υπόθεση» στις 28 Ιουλίου και πυροβολήθηκε την ίδια μέρα.

Πηγή: https://www.noviplamen.net/glavna/jugosloven-koji-je-branio-staljingrad/?fbclid=IwAR2WoR-z-TZAQqPGoJXN0CYq2juvvHsS-tCqmUZtdjqW7aCZoB1LdG5jiAA
(εδώ μπορούν να βρεθούν και άλλες μαρτυρίες Γιουγκοσλάβων που συμμετείχαν στα γεγονότα της Οκτωβριανής Επανάστασης, τις οποίες επιφυλασσόμαστε να δημοσιεύσουμε στο μέλλον)

Για τη μετάφραση του κειμένου ευχαριστούμε πολύ τον φίλο του blog και της σελίδας: Posumama Igorama

Για την επιμέλεια: Our Balkans – Τα δικά μας Βαλκάνια

 

Ρόσα Πλάβεβα και Νακίε Μπαϊράμ: Για τα δικαιώματα των γυναικών και τον σοσιαλισμό

Ρόσα Πλάβεβα και Νακίε Μπαϊράμ. Για τα δικαιώματα των γυναικών και τον σοσιαλισμό.

Βρισκόμαστε στην οθωμανική Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα στην πόλη Βέλες της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας. Η Ρόζα Πλάβεβα, σλαβικής καταγωγής κι η Νακίε Μπαϊράμ, τουρκικής καταγωγής συνεργάζονται για την χειραφέτηση των γυναικών ενώ ταυτόχρονα οραματίζονται την κοινωνική αλλαγή.

Η Ρόσα Πλάβεβα (γεννημένη ως Ρόσα Βαρναλίεβα) γεννήθηκε το 1878 στην πόλη Βέλες. Το 1900 εντάχθηκε στη Σοσιαλιστική Οργάνωση που είχε ιδρυθεί από τον Βασίλ Γκλαβίνοφ, το 1894. Η Ρόσα ελκύθηκε από τις ιδέες του σοσιαλισμού καθώς έβλεπε ότι σε αυτές εντασσόταν και η πάλη για τη χειραφέτηση των γυναικών. Το 1903 παντρεύτηκε τον Ιλία Πλάβεφ. Έχοντας πολλές φίλες τουρκικής καταγωγής στην πολυεθνική Μακεδονία προσπάθησε να τις προσελκύσει στη σοσιαλιστική οργάνωση. Ιδιαίτερα μετά την επανάσταση των Νεότουρκων (1908) η οποία έθετε κάποια ζητήματα ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, η Πλάβεβα καλούσε συχνά συναντήσεις στο σπίτι της όπου μαζεύονταν μερικές δεκάδες γυναίκες, κυρίως τουρκικής καταγωγής, και συζητούσαν ζητήματα διακρίσεων εις βάρος τους, μεταξύ αυτών και την κατάργηση της υποχρεωτικής μαντίλας για τις γυναίκες. Μια από τις πιο ενεργές τουρκικής καταγωγής γυναίκες που συμμετείχαν στις συναντήσεις και δράσεις της ομάδας της Πλάβεβα ήταν και η Νακίε Μπαϊράμ. Η Νακίε Μπαϊράμ, δασκάλα στο επάγγελμα και παντρεμένη με τον Τούρκο σοσιαλιστή δημοσιογράφο Φερίντ Μπαϊράμ είχε επίσης μια τάση προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του Συλλόγου Τουρκάλων Γυναικών, το 1909, που συσπείρωνε μερικές δεκάδες Τουρκάλες, κυρίως συζύγους αξιωματικών του τουρκικού στρατού. Η δραστηριότητα των δύο γυναικών ενόχλησε ιδιαίτερα τις Αρχές. Οι δυο τους πρωτοστάτησαν στην οργάνωση μίας σειράς δράσεων με φεμινιστικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο ενώ ετοίμαζαν γυναικεία διαδήλωση ενάντια στον φερετζέ. Τότε σε μία από τις συναντήσεις στο σπίτι της Πλάβεβα εισέβαλλε η αστυνομία και η Ρόσα φυλακίστηκε και κακοποιήθηκε.

Εκτός από τη φεμινιστική της δράση, η Πλάβεβα είχε, όπως αναφέραμε, έντονη συμμετοχή και στους υπόλοιπους αγώνες της εποχής της. Πήρε μέρος στην εξέγερση του Ίλιντεν (1903) με το μέρος της σοσιαλιστικής, προοδευτικής τάσης . Αργότερα αποκατέστησε επαφές με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και μαζί με τον σύζυγό της εργάστηκαν για την ίδρυση του παραρτήματος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Οργάνωσης στα Σκόπια, η οποία έγινε παίρνοντας ως βάση το Πρόγραμμα της Ερφούρτης. Σε αυτή την οργάνωση έγιναν μέλη και η Νακίε Μπαϊράμ με τον σύζυγό της. Μάλιστα μετά τη φυλάκιση, το 1917, της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, η Πλάβεβα πήρε την πρωτοβουλία συλλογής γυναικείων υπογραφών για την αποφυλάκισή τους. Πάνω από εκατό υπογραφές από γυναίκες των Σκοπίων συλλέχτηκαν, αριθμός πολύ μεγάλος αν αναλογιστούμε τη θέση της γυναίκας στα Βαλκάνια εκείνη την εποχή. Μέσα από αυτούς τους αγώνες η Πλάβεβα απέκτησε το προσωνύμιο: “Η Μακεδόνισσα Ρόζα” λόγω του κοινού της ονόματος με την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Μάλιστα σε ένα από τα τελευταία γράμματα της Λούξεμπουργκ πριν εκτελεστεί, το οποίο είναι γραμμένο στα ρώσικα αναφέρεται στην Πλάβεβα ως συνεχίστρια των αγώνων της.

Rosa_Plaveva

Η Ρόσα Πλάβεβα (Βαρναλίεβα)

Μετά το τέλος του Α’ Π.Π. και τον χωρισμό του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία (βασίλειο Σέρβων-Κροατών-Σλοβένων), η Πλάβεβα και η Μπαϊράμ συνέχισαν την ριζοσπαστική τους δράση. Η Πλάβεβα υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (κομμουνιστές) από το 1919. Το 1920 πέτυχαν το άνοιγμα ενός φαρμακείου που θα έδινε δωρεάν φάρμακα και θα πρόσφερε δωρεάν εξέταση δυο φορές τη βδομάδα σε εργάτες/τριες. Η Πλάβεβα πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Οργάνωσης Γυναικών Σοσιαλιστριών στα Σκόπια ως παράρτημα της αντίστοιχης γιουγκοσλαβικής οργάνωσης. Τόσο η Πλάβεβα όσο και η Μπαϊράμ υπήρξαν μέλη της γραμματείας της οργάνωσης. Σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου η Οργάνωση Γυναικών Σοσιαλιστριών των Σκοπίων αγωνιζόταν ενάντια στις οικονομικές και πολιτικές διακρίσεις απέναντι στον γυναικείο πληθυσμό απαιτώντας ίση αμοιβή για ίδια δουλειά με τους άντρες και δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Τελικά, οι γυναίκες απέκτησαν περισσότερα δικαιώματα μέσα από την επικράτηση των Παρτιζάνων στον Β’ Π.Π. Το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι τους αναγνωρίστηκε αρχικά το 1942 και ολοκληρωτικά το 1944. Η Μπαϊράμ ως δασκάλα εντάχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό στην προσπάθεια του νέου σοσιαλιστικού καθεστώτος να προσελκύσει τις μουσουλμάνες γυναίκες στην εκπαίδευση.

54431911_568268843694493_1209177170933448704_o

Η Νακίε Μπαϊράμ σε μια σύγχρονη πρωσοπογραφία της

Επίσης, η μαντίλα για τις μουσουλμάνες γυναίκες καταργήθηκε διά νόμου το 1951. Ωστόσο, η διά νόμου κατάργηση προκάλεσε τη συντηρητική αντίδραση του μουσουλμανικού πληθυσμού και δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Μετά τον πόλεμο, η Πλάβεβα μετακόμισε στο Βελιγράδι όπου εντάχθηκε στο Αντιφασιστικό Μέτωπο Γυναικών. Η Νακίε Μπαϊράμ πέθανε το 1962 ενώ η Πλάβεβα το 1970.

Rosa_Plaveva_Novo_groblje

Ο τάφος της τρελο-Ρόσα (ντελί Ρόσα) όπως την αποκαλούσαν οι οθωμανικές Αρχές, μαζί με τον σύζυγό της Ιλία Πλάβεφ

Στις αρχές του 21ου αιώνα, κατά τη διαδικασία κατασκευής μιας καινούριας γέφυρας που θα ένωνε τις δύο όχθες του ποταμού Βαρδάρη στην πόλη των Σκοπίων, που είναι ταυτόχρονα κι ένα άτυπο σύνορο μεταξύ των χριστιανών Σλάβων και των μουσουλμάνων (Αλβανών και Τούρκων) της πόλης, η Μακεδόνισσα καλλιτέχνιδα Χριστίνα Ιβάνοσκα πρότεινε στην Επιτροπή Ονοματοδοσίας Οδών, Πλατειών και Γεφυρών, να δοθεί το διπλό όνομα Ρόσα Πλάβεβα – Νακίε Μπαϊράμ στη συγκεκριμένη γέφυρα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της καλλιτέχνιδος αυτή η κίνηση θα εξυπηρετούσε έναν διπλό σκοπό. Από τη μία θα δινόταν έμφαση στη συνεργασία των δύο θρησκευτικών και εθνικών κοινοτήτων και από την άλλη θα έρχονταν οι γυναίκες της χώρας στο προσκήνιο μιας και μέχρι τότε μόνο οι 24 από τις 1078 οδοί των Σκοπίων έφεραν το όνομα κάποιας γυναίκας ή κάποιου γεγονότος που σχετιζόταν με την ιστορία των γυναικών. Η πρόταση της Ιβάνοσκα αν και προκάλεσε συζήτηση τόσο εντός της χώρας, όσο και σε καλλιτεχνικούς και φεμινιστικούς κύκλους στην Ευρώπη δεν έγινε δεκτή.

Η Ρόσα και η Νακίε, όμως, έμειναν στην ιστορία ως σύμβολα του συνδυασμού του αγώνα για μια σοσιαλιστική κοινωνία, για τα δικαιώματα της γυναίκας και πάνω σε αυτή τη βάση, τη συμφιλίωση των ανθρώπων των Βαλκανίων που κατάγονται από διαφορετικές εθνότητες και θρησκευτικές κοινότητες.

Naming-the-bridge_Hristina-Ivanoska_magazine_06-820x574

Η Νακίε Μπαϊράμ ανάμεσα σε άλλες Τουρκάλες μαθήτριες

Πριν τα Δεκεμβριανά: Η συνάντηση Τίτο-ΚΚΕ τον Νοέμβριο του 1944

Φθινόπωρο 1944 στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Έχοντας αντιληφθεί ότι, παρά τις όποιες προσπάθειες συμβιβασμού, η κατάσταση στη χώρα βαίνει προς τη σύγκρουση, η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει, μεταξύ 12 και 15 Νοεμβρίου, μια τριμελή αποστολή αποτελούμενη από τους Ανδρέα Τζήμα, Στέργιο Αναστασιάδη και Λευτέρη Ματσούκα (Μπαρμπαλέξη) στα γειτονικά βαλκανικά κράτη προκειμένου να παρουσιάσουν την κατάσταση στην Ελλάδα, τα συνακόλουθα διλήμματα του ΚΚΕ και να λάβουν συμβουλές διερευνώντας παράλληλα τις δυνατότητες πολιτικής και υλικής στήριξης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ σε περίπτωση σύγκρουσης. Το εξασέλιδο μεταφρασμένο ντοκουμέντο που ακολουθεί παρουσιάζει ιστορικό και πολιτικό ενδιαφέρον καθώς φανερώνει τις μεγαλύτερες επιφυλάξεις και διλήμματα του ΚΚΕ σε σχέση με την ενδεδειγμένη στάση απέναντι στους Βρετανούς και το αντι-κομμουνιστικό μπλοκ στην Ελλάδα αλλά και την ανησυχία του για τη γιουγκοσλαβική στάση στο μακεδονικό όπως και το αγωνιώδες ερώτημα αν η τύχη της Ελλάδας έχει ρυθμιστεί απ’ τους Συμμάχους. Επιπλέον, γίνεται εμμέσως φανερή η διαφορά αντίληψης των Γιουγκοσλάβων σε σχέση με τους Σοβιετικούς στο ζήτημα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας όταν μετά την προτροπή του Τίτο: «στην κυβέρνηση δεν πρέπει να επιτρέψετε να έχουν εκείνοι μεγαλύτερη επιρροή», η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ θα απαντήσει: «Εμείς στο τέλος ακούσαμε και εσάς όσον αφορά στην κυβέρνηση, ακούσαμε και τη σοβιετική αποστολή στο Κάιρο η οποία συμβούλευσε να μπούμε στην κυβέρνηση μ’ αυτούς».

Φυσικά κανένα ντοκουμέντο από μόνο του δε φωτίζει ολόκληρη την πραγματικότητα. Χρειάζεται συνολική γνώση των δεδομένων προκειμένου να συναχθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα. Θεωρούμε όμως ότι το συγκεκριμένο είναι από τα χρησιμότερα καθώς βοηθάει στο να καταρριφθούν μία σειρά από λανθασμένες ερμηνείες και προσεγγίσεις των Δεκεμβριανών στους ιστορικούς κύκλους ή στη δημόσια σφαίρα.

Στις 30/11/1944, λίγες μόνο ημέρες πριν το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών στην Αθήνα και ενώ το κορυφαίο ζήτημα αντιπαράθεσης είναι ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο Στέργιος Αναστασιάδης, ένας εκ των τριών που πήραν μέρος στις συζητήσεις στο Βελιγράδι και τη Σόφια τηλεγραφεί, από τη Θεσσαλονίκη, στον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, Γιώργη Σιάντο, διατυπώνοντας λακωνικά αυτό που αποκόμισε από τις συναντήσεις:

«Είδα τους Βούλγαρους και τον Τίτο. Συμβουλεύουν να μην επαναλαμβάνω να μην αφοπλιστούμε. Καμία επαναλαμβάνω καμία βρετανική ανάμιξη.»

πηγή: Βρετανικά αρχεία, Φάκελος W.O. 204/8903, Political Reports and Special Intelligence Middle East Reports

Το συγκεκριμένο τηλεγράφημα θα πέσει στα χέρια των Βρετανών μετά από κατάληψη των γραφείων του ΚΚΕ, όπως αναφέρεται, στις 4/12/1944 (αν και η ορθότερη ημερομηνία είναι μάλλον η 6η Δεκέμβρη όταν καταλαμβάνονται και λεηλατούνται τα κεντρικά γραφεία του ΕΑΜ στην Αθήνα) και θα σταλεί σε διάφορους Βρετανούς αποδέκτες στις 15 Δεκεμβρίου.

Μετά τη σύντομη αυτή εισαγωγή σας αφήνουμε να διαβάσετε αυτούσιο το πρακτικό της συνάντησης της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ με τον Γιόζιπ Μπροζ Τίτο.

(Πηγή: http://prin.gr/?p=12787)

Dekemvriana-hotel-valkania

1

Αρχείο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο1

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΙΤΟ-ΕΛΛΗΝΩΝ2

Ο εκπρόσωπος του ελληνικού Κόμματος μιλάει για τις δυνάμεις στην Ελλάδα και λέει: Στην Ελλάδα πλέον δεν υπάρχουν Γερμανοί εκτός από 14.000 στην Κρήτη. Άγγλους έχει περίπου 15.000.

Η απελευθέρωση της Ελλάδας είναι αποτέλεσμα του αγώνα του Κόκκινου στρατού, των εθνικοαπελευθερωτικών στρατευμάτων της Γιουγκοσλαβίας και του ελληνικού λαϊκού στρατού. Ο στρατός μας αριθμεί μετά την απελευθέρωση περίπου 100.000 ανθρώπους. Ο διοικητής λέγεται Σαράφης Μάντακας3. Ο στρατός αποτελείται από 9 μεραρχίες. Σ’ αυτές το 60 τοις εκατό είναι κομμουνιστές. Το 50 τοις εκατό όλων των στελεχών στον στρατό είναι κομμουνιστές. Απ’ όλους τους αξιωματικούς στον στρατό το 25 τοις εκατό είναι παλαιοί αξιωματικοί. Όλοι οι υπόλοιποι είναι καινούριοι ή εφεδρικοί αξιωματικοί οι οποίοι πάλεψαν καλά τον καιρό της απελευθέρωσης.

Όσον αφορά στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα τα πράγματα είναι ως εξής: Το Κόμμα μας αριθμεί περίπου 250.000 μέλη. Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, και ιδιαίτερα το ΕΑΜ συσπειρώνει 2.000.000 ανθρώπους. Η ελληνική νεολαία ακόμα παραπάνω.

Από αυτά τα στρατεύματα περίπου οι 10.000 ήταν στη λαϊκή πολιτοφυλακή η οποία υπήρχε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ωστόσο βάσει συμφωνίας με τον Παπανδρέου εμείς τη διαλύσαμε. Ως όργανο της τάξης τώρα υπάρχει η εθνοφυλακή.

Όσον αφορά την ισχύ της αντίδρασης στην Ελλάδα, ο Ζέρβας αριθμεί περίπου 4.000 άτομα γύρω από την Αθήνα και τη Β. Μακεδονία κοντά στα βουλγαρικά σύνορα. Στα υπόλοιπα μέρη υπήρχαν περίπου 3.500 αλλά τους διαλύσαμε, σκοτώσαμε 1.500 και τους υπόλοιπους τους αιχμαλωτίσαμε.

Η βάση για την έναρξη του αγώνα μας ήταν η πάλη εναντίον του κατακτητή και η διατήρηση της ελευθερίας της Ελλάδας και της ακεραιότητάς της. Έπειτα η επίλυση των εσωτερικών ζητημάτων, ιδιαίτερα όσον αφορά στη μοναρχία. Με αυτά τα συνθήματα συγκεντρώσαμε γύρω μας την πλειονότητα του ελληνικού λαού.

Εμείς ήρθαμε σε συμφωνία με τον Παπανδρέου πρώτον επειδή μπορούσαμε καθώς όλη η δύναμη ήταν στα δικά μας χέρια. Δεύτερον, οι Άγγλοι ξεκίνησαν να ασκούν έντονη πίεση στην Ελλάδα υπ’ αυτή την έννοια. Μας απείλησαν ακόμη ότι αν δεν δημιουργήσουμε κυβέρνηση ενότητας θα μας επιτεθούν με στρατό. Εμείς συνεχίζουμε αυτή τη συνεργασία με τον αντιδραστικό Παπανδρέου καθότι είμαστε μόνοι, επειδή οι Άγγλοι στ’ αλήθεια θα μας επιτίθονταν.

Η πολιτική του Κόμματός μας έχει κυρίως φέρει καλά αποτελέσματα. Αυτή έχει αναστατώσει και τον Παπανδρέου και τους Άγγλους. Οι Άγγλοι ήθελαν την Ελλάδα χωρίς τάξη και με αμοιβαίες συγκρούσεις για να μπορούν ευκολότερα να επέμβουν. Και έκαναν τα πάντα ώστε να σιγουρέψουν ότι η επέμβαση θα λάβει χώρα. /Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η συνεργασία μας με τον Παπανδρέου είναι σωστή/ Οι Άγγλοι δεν επιτρέπουν να συλληφθούν οι μεγαλύτεροι προδότες. Και μόνο στην ίδια την Αθήνα σε διάφορα μέρη ζουν οι μεγαλύτεροι κακοποιοί οπλισμένοι, αλλά αυτούς

2

κανείς δεν τολμάει να τους αγγίξει. Όταν έγινε μία μεγάλη διαδήλωση στην Αθήνα αυτά τα στοιχεία πυροβολούσαν τη μάζα μέσα από ένα καφενείο και σκότωσαν αρκετές χιλιάδες ανθρώπους. Και παρ’ όλα αυτά οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν να συλληφθούν. Αυτοί απλά τους φυλάνε για τη δημιουργία τέτοιων προβοκάτσιων και ταραχών στις πόλεις μας.

Τίτο: Γιατί ακούτε τους Άγγλους;

Έλληνας: Για να καταστεί αδύνατη η επέμβασή τους εναντίον μας.

Τίτο: Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη τους απάτη και απειλή. Αυτοί δεν θα έρθουν αυτό είναι σίγουρο επειδή και να θέλουν δεν μπορούν. Κι εμάς μας απείλησαν παρομοίως, αλλά βλέπετε ότι δεν μπόρεσαν μες σ’ αυτή την κατάσταση να κάνουν κάτι με τη βία. Και τους συμμορίτες πρέπει να τους τιμωρήσετε κι ας απειλούν 100 αγγλικές αυτοκρατορίες με επέμβαση. Ποια είναι η δύναμή σας, αν δεν μπορείτε ούτε αυτό; Μετά απ’ αυτό ας μάθει όλος ο κόσμος λίγο για την κατάσταση σ’ εσάς. Για παράδειγμα η κατάσταση στην Αθήνα θα πρέπει σίγουρα να δημοσιοποιηθεί.

Έλληνας: Εμείς μιλάμε γι’ αυτό στην Ελλάδα όμως εκτός Ελλάδας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα επειδή δεν έχουμε κανένα πόρο και δυνατότητες γι’ αυτό.

Τίτο: Και πώς θα φέρονται οι Άγγλοι όταν γίνουν ανεξέλεγκτοι μετά τον πόλεμο; Θέλετε να καταστείτε πλήρως αγγλική αποικία;

Έλληνας: Γι’ αυτό και ήρθαμε σ’ εσάς. Αυτοί ενισχύουν όλο και περισσότερο τις προβοκάτσιές τους. Εμείς θα θέλαμε να γνωρίζουμε αν η πατρίδα μας έχει προδοθεί από την άλλη πλευρά4.

Τίτο: Πώς μπορείτε καν να το σκέφτεστε αυτό; Από σας εξαρτώνται τα πάντα. Εσείς νομίζετε ότι σ’ εμάς δεν έχουν επιχειρήσει προβοκάτσιες. Αλλά εμείς έχουμε θέσει τους όρους και αν δεν τηρούνταν εμείς θα απορρίπταμε τα πάντα από την πλευρά τους. Εμείς δεν φοβόμασταν και να τους πολεμήσουμε αν χρειαστεί για την ανεξαρτησία μας. /Φέρνει το παράδειγμα του Βις / Πόσα δεν έταξαν και σ’ εμάς και δεν έδωσαν τίποτα. Αλλά γι’ αυτό εμείς κάνουμε συμφωνίες με αυτούς που θέλουμε./ Συμφωνία Τολμπούχιν-Τίτο, βοήθεια απ’ την ΕΣΣΔ σε σιτάρι κ.ο.κ./

Έλληνας: Ναι αλλά μετά την απελευθέρωση σ’ εμάς οι Άγγλοι ενίσχυσαν ακόμα παραπάνω την πίεσή τους, ιδιαίτερα από οικονομική άποψη.

Τίτο: Κι εμάς ήθελαν να μας εκβιάσουν με την πείνα. Όμως εμείς θα πεινάσουμε ακόμα τρία χρόνια και δεν θα δεχτούμε σ’ αυτό το θέμα οποιαδήποτε ανάμιξη στα δικά μας ζητήματα. Έχετε ακούσει για την απόρριψη εκ μέρους μας της βοήθειας της UNRRA. Αυτοί θα ήθελαν να μας κατακτήσουν με τους υπαλλήλους τους. Όμως εγώ πιστεύω ότι σ’ εσάς (η κατάσταση) είναι πιο δύσκολη, αλλά πρέπει παρ’ όλα αυτά να κρατήσετε γερά τα επιτεύγματά σας στα χέρια σας.

Έλληνας: Η δυσκολία βρίσκεται στο ότι είμαστε μακριά από την ΕΣΣΔ και δεν μπορούμε να υπολογίζουμε στη βοήθειά της.

Τίτο: Αυτό μένει να το δούμε. Αλλά ένα είναι το κύριο. Πρέπει να έχετε στρατό. Πρέπει να εφαρμόσετε μέχρι το τέλος την πολιτική για την οποία αγωνίστηκε ο ελληνικός λαός και τρίτον στην κυβέρνηση δεν πρέπει να επιτρέψετε να έχουν εκείνοι μεγαλύτερη επιρροή.

3

Έλληνας: Εμείς στο τέλος ακούσαμε και εσάς όσον αφορά στην κυβέρνηση, ακούσαμε και τη σοβιετική αποστολή στο Κάιρο η οποία συμβούλευσε να μπούμε στην κυβέρνηση μ’ αυτούς. Κατά τ’ άλλα ο στρατός είναι στα χέρια μας. Περαιτέρω, εμείς διοικούμε στην πραγματικότητα όλη την Ελλάδα εκτός απ’ τις περιοχές που είναι ο Ζέρβας και στη Βόρεια Μακεδονία.

Τίτο: Επιπλέον, αυτοί θέλουν να σας βάλουν να φιλονικείτε με τους γείτονές σας με κάθε κόστος.

Έλληνας: Ναι, η ελληνική αντίδραση προβάλλει παντού τέτοια συνθήματα: Μεγάλη Ελλάδα με τη Σόφια και τα Μπίτολα (Μοναστήρι). Αυτή η πολιτική βοηθιέται απ’ έξω.

Τίτο: Γι’ αυτό κι εσείς πρέπει να διεξάγεται μαζική προπαγάνδα, να επιφέρετε χτυπήματα στην αντίδραση, να την εκθέσετε μπροστά στον λαό και στο εξωτερικό τί στην πραγματικότητα αυτή θέλει.

Έλληνας: Εμείς καταλαβαίνουμε το παιχνίδι της ελληνικής αντίδρασης κι αγωνιζόμαστε εναντίον της. Εμείς λέμε ότι αυτό δεν είναι μόνο εναντίον των γειτόνων μας αλλά και εναντίον της ΕΣΣΔ.

Ιδού το σε ποια ζητήματα ιδιαίτερα στεκόμαστε σήμερα στην Ελλάδα:

  1. Να διαλυθούν όσο το δυνατόν συντομότερα όλες οι δυνάμεις οι οποίες συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Αυτές οι δυνάμεις σήμερα συνεργάζονται στενά με τους Άγγλους.

  2. Να συλληφθούν όλοι οι προδότες και να δικαστούν. Εμείς έχουμε συλλάβει πάνω από χίλιους αλλά θα θέλαμε και να τους εκκαθαρίσουμε. Επίσης πήραμε απόφαση να διαλυθεί η χωροφυλακή στις πόλεις.

Όσον αφορά τον στρατό συνεννοηθήκαμε με τον Παπανδρέου να δημιουργηθεί νέος στρατός αλλά υπό την προϋπόθεση όλοι οι αξιωματικοί μας να μπουν μέσα. Αν αυτό δεν εκπληρωθεί δεν θα παραδώσουμε τα όπλα.

Τίτο: Πείτε αν είναι αλήθεια ότι δεν αναγνωρίζονται οι πράξεις των αξιωματικών σας τον καιρό του πολέμου και ότι όσοι δεν ήταν νωρίτερα αξιωματικοί και έγιναν στον πόλεμο είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν τα όπλα (πράγμα) για το οποίο θα πληρωθούν;

Έλληνας: Δεν είναι αλήθεια. Εμείς μοναχά συμφωνήσαμε όσοι δεν έχουν εκπαίδευση αξιωματικού να πάνε σε σχολές αξιωματικών. Εκείνοι για τους οποίους ακόμα κι εμείς ξέρουμε ότι δεν είναι κι οι πιο καλοί ως μαχητές θα είναι στις εφεδρείες. Αντιθέτως εμείς δεν θα διαλύσουμε τις μονάδες μας. Εμείς θεωρούμε ότι αυτό θα μας φέρει σε διαφωνία με τους Άγγλους όμως θα παρεκκλίνουμε τόσο ώστε και σε περίπτωση που δεν πάρουμε τις θέσεις που θέλουμε να μην τις απωλέσουμε κιόλας. Αντιθέτως θα πολεμήσουμε/παλέψουμε5 μαζί τους.

Όσον αφορά την αστυνομία αυτοί φροντίζουν να οργανώσουν εθνική φρουρά.

Τίτο: Ναι, ο Παπανδρέου θα προσπαθήσει, αν εσείς δεν προλάβετε, να δημιουργήσει, με τη βοήθεια των Άγγλων οι οποίοι θα τον οργανώσουν, τον δικό του στρατό.

Έλληνας: Όχι, εμείς θα εργαστούμε ώστε αυτό να είναι λαϊκή πολιτοφυλακή.

Αυτοί ασκούν πίεση, εκτός των άλλων, και στη διοίκησή μας στην Ελλάδα. Θέλουν να ορίσουν στις περιοχές κυβερνήτες ή νομάρχες και μάλιστα να τους τοποθετήσει ο Παπανδρέου.

4

Εμείς, ωστόσο υποστηρίζουμε να τους εκλέξει ο λαός με εκλογές.

Όσον αφορά τις προμήθειες του στρατού μας και του λαού εμείς είχαμε τη δική μας οργάνωση ΜΤΑ 6 και αυτοί θέλουν να τη διαλύσουμε. Εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε καθόλου πηγές για να παρέχουμε προμήθειες στην Ελλάδα. Θέλαμε να μας βοηθήσουν οι Σύμμαχοι, αλλά έως τώρα δεν έχουμε λάβει τίποτα.

Τίτο: Κι εμείς ακούμε πώς μεγάλα αγγλικά πλοία έρχονται στα λιμάνια σας και σας φέρνουν ψωμί.

Έλληνας: Αυτά τα πλοία δεν έρχονται στα λιμάνια μας, αλλά κάθονται με το ψωμί στην ανοιχτή θάλασσα. Αυτοί λένε το εξής: όσο δε συμφωνείτε να έρθει ο βασιλιάς στην Ελλάδα δεν θα έχετε ψωμί.

Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο ζήτημα απ’ όλα. Μόνο η Αθήνα κι ο Πειραιάς έχουν περίπου 1.200.000 κατοίκους. Πώς θα τους ταϊσουμε;

Στην πιο δύσκολη στιγμή μια φορά σκεφτόμασταν ότι θα ήταν καλό να μεταφέρουμε ένα μέρος του στρατού μας να πολεμήσει στη Γιουγκοσλαβία μαζί σάς εναντίον των Γερμανών, αλλά οι Άγγλοι δεν ήθελαν να ακούν για κάτι τέτοιο.

Άλλο ζήτημα είναι το ζήτημα της Μακεδονίας. Εμείς δουλέψαμε σε όλη τη διάρκεια του αγώνα να διασφαλίσουμε την ανεξαρτησία της χώρας μας. Όμως οι Άγγλοι βοηθούν τους αντιδραστικούς Μακεδόνες και τους αντιδραστικούς Έλληνες και αυτοί προβάλλουν συνθήματα εναντίον εκείνων που έρχονται απ’ την πλευρά σας. Αυτοί οι αντιδραστικοί λένε στον λαό ότι ο Τίτο θέλει να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Εμείς θα θέλαμε ν’ ακούσουμε τις σκέψεις σας πάνω σ’ αυτό. Ζητάτε την ανεξαρτησία όλης της Μακεδονίας;

Τίτο: Πουθενά δεν έχω θέσει ζήτημα να αλλάξουν τα σύνορα της Ελλάδας προς όφελος της Γιουγκοσλαβίας. Αλλά δε συμφωνώ μαζί σας στο ότι δεν έχετε δώσει στους Μακεδόνες τα εθνικά τους δικαιώματα, να μιλούν στη γλώσσα τους, να έχουν πλήρη αυτονομία και να αισθάνονται ελεύθεροι. Από δικές σας παρανοήσεις στο μακεδονικό ζήτημα φτάσαμε σε όλα αυτά, και δεν αποκλείεται κι οι Άγγλοι να ‘χουν βάλει το χεράκι τους σ’ αυτό το ζήτημα. Αυτοί θέλουν να ενισχύσουν αυτό το γεγονός για να διαλύσουν τις σωστές σχέσεις μας και να σας απομονώσουν απ’ τον λαό σας. Εσείς έπρεπε να κρατήσετε γερά μία σωστή γραμμή σε αυτό το ζήτημα και να πάτε ως το τέλος. Ναι, οι Βούλγαροι έχουν επίσης λάθος αλλά εσείς φέρετε μεγάλη ευθύνη.

Έλληνας: Δεν είναι αλήθεια αυτό. Ο Τέμπο αλλά και άλλοι δικοί σας σύντροφοι στη πραγματικότητα ανοιχτά βοηθούν με τις εμφανίσεις τους την ελληνική αντίδραση. Και πρέπει να γνωρίζετε ότι όλη η Ελλάδα ξέρει τον Τέμπο ως αντιπρόσωπό σας επειδή τον έχουμε προπαγανδίσει πολύ. Η εμφάνισή του δεν ήταν όπως πρέπει. Εμείς δε λέμε ότι αυτός εφάρμοζε τη γραμμή σας μιλώντας έτσι αλλά αυτό δεν το ξέρει ο ελληνικός λαός. Αυτό το εκμεταλλεύονται στο εξωτερικό.

5

Πολλοί απ’ τους Μακεδόνες ήταν Βούλγαροι φασίστες και αυτοί και τώρα βρίσκονται στη Βουλγαρία.

Κι εμείς στους Μακεδόνες δώσαμε πλήρη ελευθερία. Στην περιοχή των Σερρών, για παράδειγμα, σε όλα τα μακεδονικά σχολεία είναι κι η διοίκηση μακεδονική. Μία ήταν στην πραγματικότητα η αμφιλεγόμενη περίπτωση με τους Μακεδόνες. Ένα τάγμα τους δεν ήθελε να υπακούει, εμείς το περικυκλώσαμε κι αυτό πέρασε σ’ εσάς. Αυτό είναι όλο. Εμείς δεν έχουμε σκοτώσει κανέναν. Δεν έχουμε σκοτώσει τους προδότες, πώς θα σκοτώναμε δικούς μας Μακεδόνες. Άλλο ένα πράγμα που πολλοί δικοί σας σφάλλουν. Η ελληνική Μακεδονία είναι εντελώς άλλο πράγμα. Λίγη γη υπάρχει που είναι καθαρά μακεδονική. Κατά 90 τοις εκατό την κατοικούν Έλληνες.

Τίτο: Κανείς από εμάς δεν έβαλε τέτοιο ζήτημα για τη Μακεδονία. Και όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη αυτό πάντοτε ήταν ένα ζήτημα υπό συζήτηση. Αλλά γι’ αυτό μπορούμε εύκολα να συνεννοηθούμε μετά τον πόλεμο για ενδεχόμενο πέρασμα/δίοδο όπως το είχε κάνει η παλιά Γιουγκοσλαβία ή με παρόμοιο τρόπο, επειδή γνωρίζετε ότι αυτό είναι ζήτημα ζωής για τη Μακεδονία. Όσο για τα σύνορα αυτά δεν θα τα καθορίσουμε εμείς αλλά η ΕΣΣΔ, η Αγγλία, η Αμερική. Δικό μας ζήτημα είναι να έρθουμε σε συμφωνία ως εδώ και όλα μεταξύ μας να είναι ξεκάθαρα.

Έλληνας: Το τελευταίο ζήτημα είναι το ζήτημα των επαφών με τα υπόλοιπα κόμματα, με το βουλγάρικο, με την ΕΣΣΔ και με εσάς επίσης.

Τίτο: Αυτό τώρα θα είναι ευκολότερο. Εμείς σύντομα θα καθαρίσουμε τη Μακεδονία και μπορείτε από κάθε άποψη να στηρίζεστε σ’ εμάς. Ακόμα κι οικονομικά όσο το μπορούμε.

Το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας επιθυμεί αδελφικές σχέσεις και επίλυση όλων των ζητημάτων τα οποία είναι πιθανώς αμφιλεγόμενα μεταξύ μας. Με αυτή την έννοια θα στείλω σ’ εσάς 2 συντρόφους από εμάς, 1 Μακεδόνα κι εσείς ορίστε κάποιον, ας φτιάξουν επιτροπή η οποία θα μας δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για όλα τα αμφιλεγόμενα ζητήματα γύρω απ’ τη Μακεδονία.

Κι εμείς θα σας βοηθήσουμε από κάθε άποψη επειδή αυτό θα είναι και για μας καλύτερο. Πρέπει να απομακρύνουμε το συντομότερο ο,τι μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις στα Βαλκάνια. Εμάς είναι προς το συμφέρον μας το Κόμμα σας να κρατάει τα πάντα. Θα σας το ξαναπώ: κρατήστε καλά τον στρατό στα χέρια σας. Όταν άκουσα για τη διάλυση των μονάδων σας θύμωσα. Ένα θα σας πω: καλύτερα να έχετε ένα σίγουρο τάγμα, παρά έξι υπουργούς στην κυβέρνηση. Οι στρατιώτες εύκολα θα διώξουν κάποιον που σας ενοχλεί απ’ την κυβέρνηση. Ενώ άμα δεν έχετε στρατό δεν θα κάνετε τίποτα.

Έλληνας: Εμείς φροντίζουμε και θα θα φροντίσουμε ότι η αντίδραση δεν θα επικρατήσει στην Ελλάδα. Ο λαός είναι πλήρως με το μέρος μας. Πουθενά στην Ευρώπη ο λαός δεν είναι μέσα στον αγώνα όπως σ’ εμάς. 500.000 άνθρωποι παίρνουν μέρος στις διαδηλώσεις και όταν η αντίδραση πυροβολεί τη μάζα, ο λαός δεν αμφιταλαντεύεται ως προς εμάς. Όταν ήρθε ο Ουίλσον, εμείς είχαμε ετοιμάσει υποδοχή

6

αλλά μόλις εμφανίστηκε σοβιετικός αξιωματικός η μάζα τον σήκωσε με το αυτοκίνητό του στον αέρα και επί δύο ώρες δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον κόσμο. Μετά απ’ αυτό περίμεναν να βγάλει λόγο. Αλλά φυσικά αυτός έφυγε γρήγορα.

Πρέπει να γνωρίζετε ότι απελευθερώσαμε γρήγορα τη χώρα μας μόνο με τα δικά μας στρατεύματα. Οι Άγγλοι έφταναν σε όλα τα μέρη 2-3 μέρες μετά από μας.

Τίτο: Πρέπει να ευγνωμονείτε για τη γρήγορη απελευθέρωσή σας τον Κόκκινο Στρατό ο οποίος ήλθε εδώ κι έτσι ήρθε όλος ο γερμανικός στρατός σ’ εμάς.

Έλληνας: Ναι, οι Άγγλοι ήθελαν οι Γερμανοί να φύγουν ανενόχλητοι απ’ τη χώρα μας. Εμείς μπορούσαμε να περικυκλώσουμε και να καταστρέψουμε ένα τμήμα τους, αλλά αυτοί δεν μας άφησαν.

Όμως απ’ ευθείας βοήθεια στο πιο δύσκολο για εμάς ζήτημα εμείς δεν έχουμε. Εμάς δεν μας βοηθάει κανείς ούτε πολιτικά, ούτε υλικά, ούτε διπλωματικά.

Τίτο: Και πώς νομίζετε ότι μας βοήθησαν εμάς; Να ‘μαστε εμείς πλούσιοι;

Έλληνας: Πώς δεν είστε πλούσιοι. Η χώρα σας είναι πλούσια. Η Σοβιετική Ένωση σας βοηθά, οι Άγγλοι δεν μπορούν να σας κάνουν τίποτα, στρατό έχετε μεγάλο.

Στο τέλος θα ήθελα να πω ότι οι σύντροφοί μας αύριο θα φύγουν κι ότι θα φύγω κι εγώ μαζί τους καθώς δεν έχω τι να πω εδώ. Μετά τις δηλώσεις του Τέμπο μα και του Τζίλας, τις οποίες χρησιμοποιεί η αντίδρασή μας, εγώ θέλω ν’ αγωνιστώ με τους συντρόφους μου. Εγώ καταλαβαίνω την εσωτερική πολιτική σας. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι επιτιθέμενοι κατ’ αυτόν τον τρόπο στην Ελλάδα σα να είμαστε εμείς η μοναδική δύναμη στα πράγματα εκεί, αυτές είναι επιθέσεις στις σχέσεις μας κι εμείς αυτό δεν μπορούμε να το δικαιολογήσουμε μπροστά στον λαό μας. Εμείς από τότε που αλλάξαμε τη γραμμή μας έτσι όπως μας δίδαξε η Κομιντέρν, το Κόμμα μας έχει μεγαλώσει εξαιρετικά.

Τίτο: Και μήπως έχουμε εμείς παραιτηθεί απ’ τις αρχές της Κομιντέρν; Αλλά εγώ σας μιλάω σαν κομμουνιστής εσείς με μια κουβέντα έχετε καβαλήσει την ουρά της μπουρζουαζίας και δεν σας επιτέθηκε ο Τζίλας αλλά ο Παπανδρέου.

Ακούστε. Ένα θα σας πω. Μπορείτε να φύγετε. Όμως για μένα εσείς δεν είστε εδώ εκπρόσωπος Κόμματος αλλά της κυβέρνησής σας και αυτό είναι λιγάκι αυθαίρετη παραβίαση των σχέσεων. Ως επικεφαλής της χώρας μας θα σας πω ότι ποτέ δεν έχω θέσει ζητήματα τα οποία να σας πονούν τόσο. Στην πρώτη δημόσια διακήρυξη στη Δαλματία μίλησα για την Ιταλία και την Αυστρία σε σχέση με τα σύνορα, αλλά το μακεδονικό ζήτημα δεν το ανέφερα. Σας λέω ότι ο Ερκόλι7 είναι σε πολύ δυσκολότερη θέση από εσάς, αλλά αυτός βλέπει τα πράγματα σωστά. Τώρα σας μιλάω σαν κομμουνιστής. Αν σ’ εσάς επικρατήσει η αντίδραση, η Μακεδονία πρέπει να περιέλθει στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβίας η οποία σήμερα αντιπροσωπεύει κάτι άλλο και όχι χώρα η οποία θέλει να επεκτείνει τα σύνορά της εις βάρος άλλων. Αλλά αν ακολουθήσετε σωστή πολιτική στο μακεδονικό ζήτημα και έχετε την εξουσία στα χέρια σας τότε

7

αυτό είναι και για μας καλύτερο και οι Μακεδόνες δεν θα έχουν τίποτα ενάντια στο να βρίσκονται όπου έχουν την ελευθερία τους. Και αν πάμε ακόμα πιο μακριά σας το λέω ειλικρινά, η ενδεχόμενη ομοσπονδία των βαλκανικών χωρών, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από εμάς, θα καταστήσει το ίδιο σε όποιον και να περιέλθει η ελληνική Μακεδονία. Το βασικό είναι ένα: τα δυο μας Κόμματα να εργαστούν σε πλήρη συμφωνία και να έχουν ξεκάθαρα όλα τα ζητήματα.

Έλληνες: Ο αντιπρόσωπός μας δεν μπορεί να κάτσει παραπάνω καθώς τον καλούμε. Αλλά το ζήτημα της ραδιοφωνικής σύνδεσης πρέπει να το τακτοποιήσετε το συντομότερο. Εμείς σας στέλνουμε τηλεγραφήματα κι εσείς δεν απαντάτε. Νομίζω ότι είστε υποχρεωμένοι να σκεφτείτε πώς πρέπει να βοηθήσετε την Ελλάδα.

Τίτο: Δεν έχω τίποτα εναντίον του να συμμετάσχει ο στρατός σας το ίδιο μαζί με το δικό μας στις μάχες εδώ εναντίον των Γερμανών. Μπορεί να είναι πιο ελαφρά εξοπλισμένος – εμείς θα τον εξοπλίσουμε. Και όταν επιστρέψει μπορεί να πάρει και πυροβόλα και τα πάντα. Εκτός αυτού , αυτό που είναι το πιο σημαντικό είναι ότι θα μπορέσει σε μεγάλο βαθμό να φέρει την αδελφότητα των λαών μας. Θα βάλουμε (σημ: τους Έλληνες στρατιώτες) υπό τη διοίκηση του Πέκο Ντάπτσεβιτς8, το σώμα του οποίου είναι τελοσπάντων λίγο διεθνές. Θα σας πληροφορήσω πότε ακριβώς θα μπορέσει αυτό να πραγματοποιηθεί.

[Μουτζουρωμένο: Οι Έλληνες είναι ευχαριστημένοι. Χαιρετίζουν τον γιουγκοσλαβικό λαό και τον νέο “Στάλιν των Βαλκανίων” σύντροφο Τίτο.]

*Μετάφραση εγγράφου: Γιώργος Μιχαηλίδης

1Το έγγραφο μπορεί να αναζητηθεί στο Αρχείο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στα γιουγκοσλαβικά αρχεία στο Βελιγράδι υπό τον κωδικό: fond 836, Kabinet Maršala Jugoslavije (KMJ) I-2-a/34

2Αν και στο ίδιο το έγγραφο δεν αναφέρεται ποιοι απαρτίζουν την ελληνική αποστολή ενώ ως ημερομηνία αναφέρεται τέλη ’44 είναι γνωστό ότι η ελληνική αποστολή που μετέβη σε Σόφια και Βελιγράδι, με εντολή Σιάντου, μεταξύ 12-15 Νοέμβρη, απαρτιζόταν απ’ τους Λευτέρη Ματσούκα, Στέργιο Αναστασιάδη και Ανδρέα Τζήμα.

3Εδώ προφανώς γίνεται αναφορά σε δύο πρόσωπα στους Στέφανο Σαράφη και Εμμανουήλ Μάντακα.

4Προφανώς εδώ γίνεται αναφορά στην πολιτική της ΕΣΣΔ, ενδεχομένως στον απόηχο της συνάντησης Στάλιν-Τσώρτσιλ που έλαβε χώρα στη Μόσχα, στα μέσα Οκτώβρη του 1944.

5Το αυτοπαθές ρήμα boriti se μπορεί να αποδοθεί ως “μάχομαι”, “αγωνίζομαι”, “πολεμώ”, “παλεύω”.

6Ο λόγος γίνεται μάλλον για την εαμική οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης

7Προσωνύμιο του γενικού γραμματέα του ΚΚ Ιταλίας, Παλμίρο Τολιάτι

8Ο Πέκο Ντάπτσεβιτς (Peko Dapčević), παλιός εθελοντής στις Διεθνείς Ταξιαρχίες του ισπανικού εμφυλίου, ήταν εκείνη την εποχή διοικητής της 2ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης του γιουγκοσλαβικού εθνικοαπελευθερωτικού στρατού και της 1ης Στρατιάς που δρούσε στην κεντρική και νότια Σερβία.

1-df11857ad4