Ρόσα Πλάβεβα και Νακίε Μπαϊράμ: Για τα δικαιώματα των γυναικών και τον σοσιαλισμό

Ρόσα Πλάβεβα και Νακίε Μπαϊράμ. Για τα δικαιώματα των γυναικών και τον σοσιαλισμό.

Βρισκόμαστε στην οθωμανική Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα στην πόλη Βέλες της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας. Η Ρόζα Πλάβεβα, σλαβικής καταγωγής κι η Νακίε Μπαϊράμ, τουρκικής καταγωγής συνεργάζονται για την χειραφέτηση των γυναικών ενώ ταυτόχρονα οραματίζονται την κοινωνική αλλαγή.

Η Ρόσα Πλάβεβα (γεννημένη ως Ρόσα Βαρναλίεβα) γεννήθηκε το 1878 στην πόλη Βέλες. Το 1900 εντάχθηκε στη Σοσιαλιστική Οργάνωση που είχε ιδρυθεί από τον Βασίλ Γκλαβίνοφ, το 1894. Η Ρόσα ελκύθηκε από τις ιδέες του σοσιαλισμού καθώς έβλεπε ότι σε αυτές εντασσόταν και η πάλη για τη χειραφέτηση των γυναικών. Το 1903 παντρεύτηκε τον Ιλία Πλάβεφ. Έχοντας πολλές φίλες τουρκικής καταγωγής στην πολυεθνική Μακεδονία προσπάθησε να τις προσελκύσει στη σοσιαλιστική οργάνωση. Ιδιαίτερα μετά την επανάσταση των Νεότουρκων (1908) η οποία έθετε κάποια ζητήματα ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, η Πλάβεβα καλούσε συχνά συναντήσεις στο σπίτι της όπου μαζεύονταν μερικές δεκάδες γυναίκες, κυρίως τουρκικής καταγωγής, και συζητούσαν ζητήματα διακρίσεων εις βάρος τους, μεταξύ αυτών και την κατάργηση της υποχρεωτικής μαντίλας για τις γυναίκες. Μια από τις πιο ενεργές τουρκικής καταγωγής γυναίκες που συμμετείχαν στις συναντήσεις και δράσεις της ομάδας της Πλάβεβα ήταν και η Νακίε Μπαϊράμ. Η Νακίε Μπαϊράμ, δασκάλα στο επάγγελμα και παντρεμένη με τον Τούρκο σοσιαλιστή δημοσιογράφο Φερίντ Μπαϊράμ είχε επίσης μια τάση προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του Συλλόγου Τουρκάλων Γυναικών, το 1909, που συσπείρωνε μερικές δεκάδες Τουρκάλες, κυρίως συζύγους αξιωματικών του τουρκικού στρατού. Η δραστηριότητα των δύο γυναικών ενόχλησε ιδιαίτερα τις Αρχές. Οι δυο τους πρωτοστάτησαν στην οργάνωση μίας σειράς δράσεων με φεμινιστικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο ενώ ετοίμαζαν γυναικεία διαδήλωση ενάντια στον φερετζέ. Τότε σε μία από τις συναντήσεις στο σπίτι της Πλάβεβα εισέβαλλε η αστυνομία και η Ρόσα φυλακίστηκε και κακοποιήθηκε.

Εκτός από τη φεμινιστική της δράση, η Πλάβεβα είχε, όπως αναφέραμε, έντονη συμμετοχή και στους υπόλοιπους αγώνες της εποχής της. Πήρε μέρος στην εξέγερση του Ίλιντεν (1903) με το μέρος της σοσιαλιστικής, προοδευτικής τάσης . Αργότερα αποκατέστησε επαφές με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και μαζί με τον σύζυγό της εργάστηκαν για την ίδρυση του παραρτήματος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Οργάνωσης στα Σκόπια, η οποία έγινε παίρνοντας ως βάση το Πρόγραμμα της Ερφούρτης. Σε αυτή την οργάνωση έγιναν μέλη και η Νακίε Μπαϊράμ με τον σύζυγό της. Μάλιστα μετά τη φυλάκιση, το 1917, της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, η Πλάβεβα πήρε την πρωτοβουλία συλλογής γυναικείων υπογραφών για την αποφυλάκισή τους. Πάνω από εκατό υπογραφές από γυναίκες των Σκοπίων συλλέχτηκαν, αριθμός πολύ μεγάλος αν αναλογιστούμε τη θέση της γυναίκας στα Βαλκάνια εκείνη την εποχή. Μέσα από αυτούς τους αγώνες η Πλάβεβα απέκτησε το προσωνύμιο: “Η Μακεδόνισσα Ρόζα” λόγω του κοινού της ονόματος με την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Μάλιστα σε ένα από τα τελευταία γράμματα της Λούξεμπουργκ πριν εκτελεστεί, το οποίο είναι γραμμένο στα ρώσικα αναφέρεται στην Πλάβεβα ως συνεχίστρια των αγώνων της.

Rosa_Plaveva

Η Ρόσα Πλάβεβα (Βαρναλίεβα)

Μετά το τέλος του Α’ Π.Π. και τον χωρισμό του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία (βασίλειο Σέρβων-Κροατών-Σλοβένων), η Πλάβεβα και η Μπαϊράμ συνέχισαν την ριζοσπαστική τους δράση. Η Πλάβεβα υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (κομμουνιστές) από το 1919. Το 1920 πέτυχαν το άνοιγμα ενός φαρμακείου που θα έδινε δωρεάν φάρμακα και θα πρόσφερε δωρεάν εξέταση δυο φορές τη βδομάδα σε εργάτες/τριες. Η Πλάβεβα πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Οργάνωσης Γυναικών Σοσιαλιστριών στα Σκόπια ως παράρτημα της αντίστοιχης γιουγκοσλαβικής οργάνωσης. Τόσο η Πλάβεβα όσο και η Μπαϊράμ υπήρξαν μέλη της γραμματείας της οργάνωσης. Σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου η Οργάνωση Γυναικών Σοσιαλιστριών των Σκοπίων αγωνιζόταν ενάντια στις οικονομικές και πολιτικές διακρίσεις απέναντι στον γυναικείο πληθυσμό απαιτώντας ίση αμοιβή για ίδια δουλειά με τους άντρες και δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Τελικά, οι γυναίκες απέκτησαν περισσότερα δικαιώματα μέσα από την επικράτηση των Παρτιζάνων στον Β’ Π.Π. Το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι τους αναγνωρίστηκε αρχικά το 1942 και ολοκληρωτικά το 1944. Η Μπαϊράμ ως δασκάλα εντάχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό στην προσπάθεια του νέου σοσιαλιστικού καθεστώτος να προσελκύσει τις μουσουλμάνες γυναίκες στην εκπαίδευση.

54431911_568268843694493_1209177170933448704_o

Η Νακίε Μπαϊράμ σε μια σύγχρονη πρωσοπογραφία της

Επίσης, η μαντίλα για τις μουσουλμάνες γυναίκες καταργήθηκε διά νόμου το 1951. Ωστόσο, η διά νόμου κατάργηση προκάλεσε τη συντηρητική αντίδραση του μουσουλμανικού πληθυσμού και δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Μετά τον πόλεμο, η Πλάβεβα μετακόμισε στο Βελιγράδι όπου εντάχθηκε στο Αντιφασιστικό Μέτωπο Γυναικών. Η Νακίε Μπαϊράμ πέθανε το 1962 ενώ η Πλάβεβα το 1970.

Rosa_Plaveva_Novo_groblje

Ο τάφος της τρελο-Ρόσα (ντελί Ρόσα) όπως την αποκαλούσαν οι οθωμανικές Αρχές, μαζί με τον σύζυγό της Ιλία Πλάβεφ

Στις αρχές του 21ου αιώνα, κατά τη διαδικασία κατασκευής μιας καινούριας γέφυρας που θα ένωνε τις δύο όχθες του ποταμού Βαρδάρη στην πόλη των Σκοπίων, που είναι ταυτόχρονα κι ένα άτυπο σύνορο μεταξύ των χριστιανών Σλάβων και των μουσουλμάνων (Αλβανών και Τούρκων) της πόλης, η Μακεδόνισσα καλλιτέχνιδα Χριστίνα Ιβάνοσκα πρότεινε στην Επιτροπή Ονοματοδοσίας Οδών, Πλατειών και Γεφυρών, να δοθεί το διπλό όνομα Ρόσα Πλάβεβα – Νακίε Μπαϊράμ στη συγκεκριμένη γέφυρα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της καλλιτέχνιδος αυτή η κίνηση θα εξυπηρετούσε έναν διπλό σκοπό. Από τη μία θα δινόταν έμφαση στη συνεργασία των δύο θρησκευτικών και εθνικών κοινοτήτων και από την άλλη θα έρχονταν οι γυναίκες της χώρας στο προσκήνιο μιας και μέχρι τότε μόνο οι 24 από τις 1078 οδοί των Σκοπίων έφεραν το όνομα κάποιας γυναίκας ή κάποιου γεγονότος που σχετιζόταν με την ιστορία των γυναικών. Η πρόταση της Ιβάνοσκα αν και προκάλεσε συζήτηση τόσο εντός της χώρας, όσο και σε καλλιτεχνικούς και φεμινιστικούς κύκλους στην Ευρώπη δεν έγινε δεκτή.

Η Ρόσα και η Νακίε, όμως, έμειναν στην ιστορία ως σύμβολα του συνδυασμού του αγώνα για μια σοσιαλιστική κοινωνία, για τα δικαιώματα της γυναίκας και πάνω σε αυτή τη βάση, τη συμφιλίωση των ανθρώπων των Βαλκανίων που κατάγονται από διαφορετικές εθνότητες και θρησκευτικές κοινότητες.

Naming-the-bridge_Hristina-Ivanoska_magazine_06-820x574

Η Νακίε Μπαϊράμ ανάμεσα σε άλλες Τουρκάλες μαθήτριες

Πριν τα Δεκεμβριανά: Η συνάντηση Τίτο-ΚΚΕ τον Νοέμβριο του 1944

Φθινόπωρο 1944 στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Έχοντας αντιληφθεί ότι, παρά τις όποιες προσπάθειες συμβιβασμού, η κατάσταση στη χώρα βαίνει προς τη σύγκρουση, η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει, μεταξύ 12 και 15 Νοεμβρίου, μια τριμελή αποστολή αποτελούμενη από τους Ανδρέα Τζήμα, Στέργιο Αναστασιάδη και Λευτέρη Ματσούκα (Μπαρμπαλέξη) στα γειτονικά βαλκανικά κράτη προκειμένου να παρουσιάσουν την κατάσταση στην Ελλάδα, τα συνακόλουθα διλήμματα του ΚΚΕ και να λάβουν συμβουλές διερευνώντας παράλληλα τις δυνατότητες πολιτικής και υλικής στήριξης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ σε περίπτωση σύγκρουσης. Το εξασέλιδο μεταφρασμένο ντοκουμέντο που ακολουθεί παρουσιάζει ιστορικό και πολιτικό ενδιαφέρον καθώς φανερώνει τις μεγαλύτερες επιφυλάξεις και διλήμματα του ΚΚΕ σε σχέση με την ενδεδειγμένη στάση απέναντι στους Βρετανούς και το αντι-κομμουνιστικό μπλοκ στην Ελλάδα αλλά και την ανησυχία του για τη γιουγκοσλαβική στάση στο μακεδονικό όπως και το αγωνιώδες ερώτημα αν η τύχη της Ελλάδας έχει ρυθμιστεί απ’ τους Συμμάχους. Επιπλέον, γίνεται εμμέσως φανερή η διαφορά αντίληψης των Γιουγκοσλάβων σε σχέση με τους Σοβιετικούς στο ζήτημα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας όταν μετά την προτροπή του Τίτο: «στην κυβέρνηση δεν πρέπει να επιτρέψετε να έχουν εκείνοι μεγαλύτερη επιρροή», η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ θα απαντήσει: «Εμείς στο τέλος ακούσαμε και εσάς όσον αφορά στην κυβέρνηση, ακούσαμε και τη σοβιετική αποστολή στο Κάιρο η οποία συμβούλευσε να μπούμε στην κυβέρνηση μ’ αυτούς».

Φυσικά κανένα ντοκουμέντο από μόνο του δε φωτίζει ολόκληρη την πραγματικότητα. Χρειάζεται συνολική γνώση των δεδομένων προκειμένου να συναχθούν τα κατάλληλα συμπεράσματα. Θεωρούμε όμως ότι το συγκεκριμένο είναι από τα χρησιμότερα καθώς βοηθάει στο να καταρριφθούν μία σειρά από λανθασμένες ερμηνείες και προσεγγίσεις των Δεκεμβριανών στους ιστορικούς κύκλους ή στη δημόσια σφαίρα.

Στις 30/11/1944, λίγες μόνο ημέρες πριν το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών στην Αθήνα και ενώ το κορυφαίο ζήτημα αντιπαράθεσης είναι ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο Στέργιος Αναστασιάδης, ένας εκ των τριών που πήραν μέρος στις συζητήσεις στο Βελιγράδι και τη Σόφια τηλεγραφεί, από τη Θεσσαλονίκη, στον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, Γιώργη Σιάντο, διατυπώνοντας λακωνικά αυτό που αποκόμισε από τις συναντήσεις:

«Είδα τους Βούλγαρους και τον Τίτο. Συμβουλεύουν να μην επαναλαμβάνω να μην αφοπλιστούμε. Καμία επαναλαμβάνω καμία βρετανική ανάμιξη.»

πηγή: Βρετανικά αρχεία, Φάκελος W.O. 204/8903, Political Reports and Special Intelligence Middle East Reports

Το συγκεκριμένο τηλεγράφημα θα πέσει στα χέρια των Βρετανών μετά από κατάληψη των γραφείων του ΚΚΕ, όπως αναφέρεται, στις 4/12/1944 (αν και η ορθότερη ημερομηνία είναι μάλλον η 6η Δεκέμβρη όταν καταλαμβάνονται και λεηλατούνται τα κεντρικά γραφεία του ΕΑΜ στην Αθήνα) και θα σταλεί σε διάφορους Βρετανούς αποδέκτες στις 15 Δεκεμβρίου.

Μετά τη σύντομη αυτή εισαγωγή σας αφήνουμε να διαβάσετε αυτούσιο το πρακτικό της συνάντησης της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ με τον Γιόζιπ Μπροζ Τίτο.

(Πηγή: http://prin.gr/?p=12787)

Dekemvriana-hotel-valkania

1

Αρχείο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο1

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΙΤΟ-ΕΛΛΗΝΩΝ2

Ο εκπρόσωπος του ελληνικού Κόμματος μιλάει για τις δυνάμεις στην Ελλάδα και λέει: Στην Ελλάδα πλέον δεν υπάρχουν Γερμανοί εκτός από 14.000 στην Κρήτη. Άγγλους έχει περίπου 15.000.

Η απελευθέρωση της Ελλάδας είναι αποτέλεσμα του αγώνα του Κόκκινου στρατού, των εθνικοαπελευθερωτικών στρατευμάτων της Γιουγκοσλαβίας και του ελληνικού λαϊκού στρατού. Ο στρατός μας αριθμεί μετά την απελευθέρωση περίπου 100.000 ανθρώπους. Ο διοικητής λέγεται Σαράφης Μάντακας3. Ο στρατός αποτελείται από 9 μεραρχίες. Σ’ αυτές το 60 τοις εκατό είναι κομμουνιστές. Το 50 τοις εκατό όλων των στελεχών στον στρατό είναι κομμουνιστές. Απ’ όλους τους αξιωματικούς στον στρατό το 25 τοις εκατό είναι παλαιοί αξιωματικοί. Όλοι οι υπόλοιποι είναι καινούριοι ή εφεδρικοί αξιωματικοί οι οποίοι πάλεψαν καλά τον καιρό της απελευθέρωσης.

Όσον αφορά στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα τα πράγματα είναι ως εξής: Το Κόμμα μας αριθμεί περίπου 250.000 μέλη. Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, και ιδιαίτερα το ΕΑΜ συσπειρώνει 2.000.000 ανθρώπους. Η ελληνική νεολαία ακόμα παραπάνω.

Από αυτά τα στρατεύματα περίπου οι 10.000 ήταν στη λαϊκή πολιτοφυλακή η οποία υπήρχε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ωστόσο βάσει συμφωνίας με τον Παπανδρέου εμείς τη διαλύσαμε. Ως όργανο της τάξης τώρα υπάρχει η εθνοφυλακή.

Όσον αφορά την ισχύ της αντίδρασης στην Ελλάδα, ο Ζέρβας αριθμεί περίπου 4.000 άτομα γύρω από την Αθήνα και τη Β. Μακεδονία κοντά στα βουλγαρικά σύνορα. Στα υπόλοιπα μέρη υπήρχαν περίπου 3.500 αλλά τους διαλύσαμε, σκοτώσαμε 1.500 και τους υπόλοιπους τους αιχμαλωτίσαμε.

Η βάση για την έναρξη του αγώνα μας ήταν η πάλη εναντίον του κατακτητή και η διατήρηση της ελευθερίας της Ελλάδας και της ακεραιότητάς της. Έπειτα η επίλυση των εσωτερικών ζητημάτων, ιδιαίτερα όσον αφορά στη μοναρχία. Με αυτά τα συνθήματα συγκεντρώσαμε γύρω μας την πλειονότητα του ελληνικού λαού.

Εμείς ήρθαμε σε συμφωνία με τον Παπανδρέου πρώτον επειδή μπορούσαμε καθώς όλη η δύναμη ήταν στα δικά μας χέρια. Δεύτερον, οι Άγγλοι ξεκίνησαν να ασκούν έντονη πίεση στην Ελλάδα υπ’ αυτή την έννοια. Μας απείλησαν ακόμη ότι αν δεν δημιουργήσουμε κυβέρνηση ενότητας θα μας επιτεθούν με στρατό. Εμείς συνεχίζουμε αυτή τη συνεργασία με τον αντιδραστικό Παπανδρέου καθότι είμαστε μόνοι, επειδή οι Άγγλοι στ’ αλήθεια θα μας επιτίθονταν.

Η πολιτική του Κόμματός μας έχει κυρίως φέρει καλά αποτελέσματα. Αυτή έχει αναστατώσει και τον Παπανδρέου και τους Άγγλους. Οι Άγγλοι ήθελαν την Ελλάδα χωρίς τάξη και με αμοιβαίες συγκρούσεις για να μπορούν ευκολότερα να επέμβουν. Και έκαναν τα πάντα ώστε να σιγουρέψουν ότι η επέμβαση θα λάβει χώρα. /Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η συνεργασία μας με τον Παπανδρέου είναι σωστή/ Οι Άγγλοι δεν επιτρέπουν να συλληφθούν οι μεγαλύτεροι προδότες. Και μόνο στην ίδια την Αθήνα σε διάφορα μέρη ζουν οι μεγαλύτεροι κακοποιοί οπλισμένοι, αλλά αυτούς

2

κανείς δεν τολμάει να τους αγγίξει. Όταν έγινε μία μεγάλη διαδήλωση στην Αθήνα αυτά τα στοιχεία πυροβολούσαν τη μάζα μέσα από ένα καφενείο και σκότωσαν αρκετές χιλιάδες ανθρώπους. Και παρ’ όλα αυτά οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν να συλληφθούν. Αυτοί απλά τους φυλάνε για τη δημιουργία τέτοιων προβοκάτσιων και ταραχών στις πόλεις μας.

Τίτο: Γιατί ακούτε τους Άγγλους;

Έλληνας: Για να καταστεί αδύνατη η επέμβασή τους εναντίον μας.

Τίτο: Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη τους απάτη και απειλή. Αυτοί δεν θα έρθουν αυτό είναι σίγουρο επειδή και να θέλουν δεν μπορούν. Κι εμάς μας απείλησαν παρομοίως, αλλά βλέπετε ότι δεν μπόρεσαν μες σ’ αυτή την κατάσταση να κάνουν κάτι με τη βία. Και τους συμμορίτες πρέπει να τους τιμωρήσετε κι ας απειλούν 100 αγγλικές αυτοκρατορίες με επέμβαση. Ποια είναι η δύναμή σας, αν δεν μπορείτε ούτε αυτό; Μετά απ’ αυτό ας μάθει όλος ο κόσμος λίγο για την κατάσταση σ’ εσάς. Για παράδειγμα η κατάσταση στην Αθήνα θα πρέπει σίγουρα να δημοσιοποιηθεί.

Έλληνας: Εμείς μιλάμε γι’ αυτό στην Ελλάδα όμως εκτός Ελλάδας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα επειδή δεν έχουμε κανένα πόρο και δυνατότητες γι’ αυτό.

Τίτο: Και πώς θα φέρονται οι Άγγλοι όταν γίνουν ανεξέλεγκτοι μετά τον πόλεμο; Θέλετε να καταστείτε πλήρως αγγλική αποικία;

Έλληνας: Γι’ αυτό και ήρθαμε σ’ εσάς. Αυτοί ενισχύουν όλο και περισσότερο τις προβοκάτσιές τους. Εμείς θα θέλαμε να γνωρίζουμε αν η πατρίδα μας έχει προδοθεί από την άλλη πλευρά4.

Τίτο: Πώς μπορείτε καν να το σκέφτεστε αυτό; Από σας εξαρτώνται τα πάντα. Εσείς νομίζετε ότι σ’ εμάς δεν έχουν επιχειρήσει προβοκάτσιες. Αλλά εμείς έχουμε θέσει τους όρους και αν δεν τηρούνταν εμείς θα απορρίπταμε τα πάντα από την πλευρά τους. Εμείς δεν φοβόμασταν και να τους πολεμήσουμε αν χρειαστεί για την ανεξαρτησία μας. /Φέρνει το παράδειγμα του Βις / Πόσα δεν έταξαν και σ’ εμάς και δεν έδωσαν τίποτα. Αλλά γι’ αυτό εμείς κάνουμε συμφωνίες με αυτούς που θέλουμε./ Συμφωνία Τολμπούχιν-Τίτο, βοήθεια απ’ την ΕΣΣΔ σε σιτάρι κ.ο.κ./

Έλληνας: Ναι αλλά μετά την απελευθέρωση σ’ εμάς οι Άγγλοι ενίσχυσαν ακόμα παραπάνω την πίεσή τους, ιδιαίτερα από οικονομική άποψη.

Τίτο: Κι εμάς ήθελαν να μας εκβιάσουν με την πείνα. Όμως εμείς θα πεινάσουμε ακόμα τρία χρόνια και δεν θα δεχτούμε σ’ αυτό το θέμα οποιαδήποτε ανάμιξη στα δικά μας ζητήματα. Έχετε ακούσει για την απόρριψη εκ μέρους μας της βοήθειας της UNRRA. Αυτοί θα ήθελαν να μας κατακτήσουν με τους υπαλλήλους τους. Όμως εγώ πιστεύω ότι σ’ εσάς (η κατάσταση) είναι πιο δύσκολη, αλλά πρέπει παρ’ όλα αυτά να κρατήσετε γερά τα επιτεύγματά σας στα χέρια σας.

Έλληνας: Η δυσκολία βρίσκεται στο ότι είμαστε μακριά από την ΕΣΣΔ και δεν μπορούμε να υπολογίζουμε στη βοήθειά της.

Τίτο: Αυτό μένει να το δούμε. Αλλά ένα είναι το κύριο. Πρέπει να έχετε στρατό. Πρέπει να εφαρμόσετε μέχρι το τέλος την πολιτική για την οποία αγωνίστηκε ο ελληνικός λαός και τρίτον στην κυβέρνηση δεν πρέπει να επιτρέψετε να έχουν εκείνοι μεγαλύτερη επιρροή.

3

Έλληνας: Εμείς στο τέλος ακούσαμε και εσάς όσον αφορά στην κυβέρνηση, ακούσαμε και τη σοβιετική αποστολή στο Κάιρο η οποία συμβούλευσε να μπούμε στην κυβέρνηση μ’ αυτούς. Κατά τ’ άλλα ο στρατός είναι στα χέρια μας. Περαιτέρω, εμείς διοικούμε στην πραγματικότητα όλη την Ελλάδα εκτός απ’ τις περιοχές που είναι ο Ζέρβας και στη Βόρεια Μακεδονία.

Τίτο: Επιπλέον, αυτοί θέλουν να σας βάλουν να φιλονικείτε με τους γείτονές σας με κάθε κόστος.

Έλληνας: Ναι, η ελληνική αντίδραση προβάλλει παντού τέτοια συνθήματα: Μεγάλη Ελλάδα με τη Σόφια και τα Μπίτολα (Μοναστήρι). Αυτή η πολιτική βοηθιέται απ’ έξω.

Τίτο: Γι’ αυτό κι εσείς πρέπει να διεξάγεται μαζική προπαγάνδα, να επιφέρετε χτυπήματα στην αντίδραση, να την εκθέσετε μπροστά στον λαό και στο εξωτερικό τί στην πραγματικότητα αυτή θέλει.

Έλληνας: Εμείς καταλαβαίνουμε το παιχνίδι της ελληνικής αντίδρασης κι αγωνιζόμαστε εναντίον της. Εμείς λέμε ότι αυτό δεν είναι μόνο εναντίον των γειτόνων μας αλλά και εναντίον της ΕΣΣΔ.

Ιδού το σε ποια ζητήματα ιδιαίτερα στεκόμαστε σήμερα στην Ελλάδα:

  1. Να διαλυθούν όσο το δυνατόν συντομότερα όλες οι δυνάμεις οι οποίες συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Αυτές οι δυνάμεις σήμερα συνεργάζονται στενά με τους Άγγλους.

  2. Να συλληφθούν όλοι οι προδότες και να δικαστούν. Εμείς έχουμε συλλάβει πάνω από χίλιους αλλά θα θέλαμε και να τους εκκαθαρίσουμε. Επίσης πήραμε απόφαση να διαλυθεί η χωροφυλακή στις πόλεις.

Όσον αφορά τον στρατό συνεννοηθήκαμε με τον Παπανδρέου να δημιουργηθεί νέος στρατός αλλά υπό την προϋπόθεση όλοι οι αξιωματικοί μας να μπουν μέσα. Αν αυτό δεν εκπληρωθεί δεν θα παραδώσουμε τα όπλα.

Τίτο: Πείτε αν είναι αλήθεια ότι δεν αναγνωρίζονται οι πράξεις των αξιωματικών σας τον καιρό του πολέμου και ότι όσοι δεν ήταν νωρίτερα αξιωματικοί και έγιναν στον πόλεμο είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν τα όπλα (πράγμα) για το οποίο θα πληρωθούν;

Έλληνας: Δεν είναι αλήθεια. Εμείς μοναχά συμφωνήσαμε όσοι δεν έχουν εκπαίδευση αξιωματικού να πάνε σε σχολές αξιωματικών. Εκείνοι για τους οποίους ακόμα κι εμείς ξέρουμε ότι δεν είναι κι οι πιο καλοί ως μαχητές θα είναι στις εφεδρείες. Αντιθέτως εμείς δεν θα διαλύσουμε τις μονάδες μας. Εμείς θεωρούμε ότι αυτό θα μας φέρει σε διαφωνία με τους Άγγλους όμως θα παρεκκλίνουμε τόσο ώστε και σε περίπτωση που δεν πάρουμε τις θέσεις που θέλουμε να μην τις απωλέσουμε κιόλας. Αντιθέτως θα πολεμήσουμε/παλέψουμε5 μαζί τους.

Όσον αφορά την αστυνομία αυτοί φροντίζουν να οργανώσουν εθνική φρουρά.

Τίτο: Ναι, ο Παπανδρέου θα προσπαθήσει, αν εσείς δεν προλάβετε, να δημιουργήσει, με τη βοήθεια των Άγγλων οι οποίοι θα τον οργανώσουν, τον δικό του στρατό.

Έλληνας: Όχι, εμείς θα εργαστούμε ώστε αυτό να είναι λαϊκή πολιτοφυλακή.

Αυτοί ασκούν πίεση, εκτός των άλλων, και στη διοίκησή μας στην Ελλάδα. Θέλουν να ορίσουν στις περιοχές κυβερνήτες ή νομάρχες και μάλιστα να τους τοποθετήσει ο Παπανδρέου.

4

Εμείς, ωστόσο υποστηρίζουμε να τους εκλέξει ο λαός με εκλογές.

Όσον αφορά τις προμήθειες του στρατού μας και του λαού εμείς είχαμε τη δική μας οργάνωση ΜΤΑ 6 και αυτοί θέλουν να τη διαλύσουμε. Εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε καθόλου πηγές για να παρέχουμε προμήθειες στην Ελλάδα. Θέλαμε να μας βοηθήσουν οι Σύμμαχοι, αλλά έως τώρα δεν έχουμε λάβει τίποτα.

Τίτο: Κι εμείς ακούμε πώς μεγάλα αγγλικά πλοία έρχονται στα λιμάνια σας και σας φέρνουν ψωμί.

Έλληνας: Αυτά τα πλοία δεν έρχονται στα λιμάνια μας, αλλά κάθονται με το ψωμί στην ανοιχτή θάλασσα. Αυτοί λένε το εξής: όσο δε συμφωνείτε να έρθει ο βασιλιάς στην Ελλάδα δεν θα έχετε ψωμί.

Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο ζήτημα απ’ όλα. Μόνο η Αθήνα κι ο Πειραιάς έχουν περίπου 1.200.000 κατοίκους. Πώς θα τους ταϊσουμε;

Στην πιο δύσκολη στιγμή μια φορά σκεφτόμασταν ότι θα ήταν καλό να μεταφέρουμε ένα μέρος του στρατού μας να πολεμήσει στη Γιουγκοσλαβία μαζί σάς εναντίον των Γερμανών, αλλά οι Άγγλοι δεν ήθελαν να ακούν για κάτι τέτοιο.

Άλλο ζήτημα είναι το ζήτημα της Μακεδονίας. Εμείς δουλέψαμε σε όλη τη διάρκεια του αγώνα να διασφαλίσουμε την ανεξαρτησία της χώρας μας. Όμως οι Άγγλοι βοηθούν τους αντιδραστικούς Μακεδόνες και τους αντιδραστικούς Έλληνες και αυτοί προβάλλουν συνθήματα εναντίον εκείνων που έρχονται απ’ την πλευρά σας. Αυτοί οι αντιδραστικοί λένε στον λαό ότι ο Τίτο θέλει να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Εμείς θα θέλαμε ν’ ακούσουμε τις σκέψεις σας πάνω σ’ αυτό. Ζητάτε την ανεξαρτησία όλης της Μακεδονίας;

Τίτο: Πουθενά δεν έχω θέσει ζήτημα να αλλάξουν τα σύνορα της Ελλάδας προς όφελος της Γιουγκοσλαβίας. Αλλά δε συμφωνώ μαζί σας στο ότι δεν έχετε δώσει στους Μακεδόνες τα εθνικά τους δικαιώματα, να μιλούν στη γλώσσα τους, να έχουν πλήρη αυτονομία και να αισθάνονται ελεύθεροι. Από δικές σας παρανοήσεις στο μακεδονικό ζήτημα φτάσαμε σε όλα αυτά, και δεν αποκλείεται κι οι Άγγλοι να ‘χουν βάλει το χεράκι τους σ’ αυτό το ζήτημα. Αυτοί θέλουν να ενισχύσουν αυτό το γεγονός για να διαλύσουν τις σωστές σχέσεις μας και να σας απομονώσουν απ’ τον λαό σας. Εσείς έπρεπε να κρατήσετε γερά μία σωστή γραμμή σε αυτό το ζήτημα και να πάτε ως το τέλος. Ναι, οι Βούλγαροι έχουν επίσης λάθος αλλά εσείς φέρετε μεγάλη ευθύνη.

Έλληνας: Δεν είναι αλήθεια αυτό. Ο Τέμπο αλλά και άλλοι δικοί σας σύντροφοι στη πραγματικότητα ανοιχτά βοηθούν με τις εμφανίσεις τους την ελληνική αντίδραση. Και πρέπει να γνωρίζετε ότι όλη η Ελλάδα ξέρει τον Τέμπο ως αντιπρόσωπό σας επειδή τον έχουμε προπαγανδίσει πολύ. Η εμφάνισή του δεν ήταν όπως πρέπει. Εμείς δε λέμε ότι αυτός εφάρμοζε τη γραμμή σας μιλώντας έτσι αλλά αυτό δεν το ξέρει ο ελληνικός λαός. Αυτό το εκμεταλλεύονται στο εξωτερικό.

5

Πολλοί απ’ τους Μακεδόνες ήταν Βούλγαροι φασίστες και αυτοί και τώρα βρίσκονται στη Βουλγαρία.

Κι εμείς στους Μακεδόνες δώσαμε πλήρη ελευθερία. Στην περιοχή των Σερρών, για παράδειγμα, σε όλα τα μακεδονικά σχολεία είναι κι η διοίκηση μακεδονική. Μία ήταν στην πραγματικότητα η αμφιλεγόμενη περίπτωση με τους Μακεδόνες. Ένα τάγμα τους δεν ήθελε να υπακούει, εμείς το περικυκλώσαμε κι αυτό πέρασε σ’ εσάς. Αυτό είναι όλο. Εμείς δεν έχουμε σκοτώσει κανέναν. Δεν έχουμε σκοτώσει τους προδότες, πώς θα σκοτώναμε δικούς μας Μακεδόνες. Άλλο ένα πράγμα που πολλοί δικοί σας σφάλλουν. Η ελληνική Μακεδονία είναι εντελώς άλλο πράγμα. Λίγη γη υπάρχει που είναι καθαρά μακεδονική. Κατά 90 τοις εκατό την κατοικούν Έλληνες.

Τίτο: Κανείς από εμάς δεν έβαλε τέτοιο ζήτημα για τη Μακεδονία. Και όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη αυτό πάντοτε ήταν ένα ζήτημα υπό συζήτηση. Αλλά γι’ αυτό μπορούμε εύκολα να συνεννοηθούμε μετά τον πόλεμο για ενδεχόμενο πέρασμα/δίοδο όπως το είχε κάνει η παλιά Γιουγκοσλαβία ή με παρόμοιο τρόπο, επειδή γνωρίζετε ότι αυτό είναι ζήτημα ζωής για τη Μακεδονία. Όσο για τα σύνορα αυτά δεν θα τα καθορίσουμε εμείς αλλά η ΕΣΣΔ, η Αγγλία, η Αμερική. Δικό μας ζήτημα είναι να έρθουμε σε συμφωνία ως εδώ και όλα μεταξύ μας να είναι ξεκάθαρα.

Έλληνας: Το τελευταίο ζήτημα είναι το ζήτημα των επαφών με τα υπόλοιπα κόμματα, με το βουλγάρικο, με την ΕΣΣΔ και με εσάς επίσης.

Τίτο: Αυτό τώρα θα είναι ευκολότερο. Εμείς σύντομα θα καθαρίσουμε τη Μακεδονία και μπορείτε από κάθε άποψη να στηρίζεστε σ’ εμάς. Ακόμα κι οικονομικά όσο το μπορούμε.

Το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας επιθυμεί αδελφικές σχέσεις και επίλυση όλων των ζητημάτων τα οποία είναι πιθανώς αμφιλεγόμενα μεταξύ μας. Με αυτή την έννοια θα στείλω σ’ εσάς 2 συντρόφους από εμάς, 1 Μακεδόνα κι εσείς ορίστε κάποιον, ας φτιάξουν επιτροπή η οποία θα μας δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για όλα τα αμφιλεγόμενα ζητήματα γύρω απ’ τη Μακεδονία.

Κι εμείς θα σας βοηθήσουμε από κάθε άποψη επειδή αυτό θα είναι και για μας καλύτερο. Πρέπει να απομακρύνουμε το συντομότερο ο,τι μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις στα Βαλκάνια. Εμάς είναι προς το συμφέρον μας το Κόμμα σας να κρατάει τα πάντα. Θα σας το ξαναπώ: κρατήστε καλά τον στρατό στα χέρια σας. Όταν άκουσα για τη διάλυση των μονάδων σας θύμωσα. Ένα θα σας πω: καλύτερα να έχετε ένα σίγουρο τάγμα, παρά έξι υπουργούς στην κυβέρνηση. Οι στρατιώτες εύκολα θα διώξουν κάποιον που σας ενοχλεί απ’ την κυβέρνηση. Ενώ άμα δεν έχετε στρατό δεν θα κάνετε τίποτα.

Έλληνας: Εμείς φροντίζουμε και θα θα φροντίσουμε ότι η αντίδραση δεν θα επικρατήσει στην Ελλάδα. Ο λαός είναι πλήρως με το μέρος μας. Πουθενά στην Ευρώπη ο λαός δεν είναι μέσα στον αγώνα όπως σ’ εμάς. 500.000 άνθρωποι παίρνουν μέρος στις διαδηλώσεις και όταν η αντίδραση πυροβολεί τη μάζα, ο λαός δεν αμφιταλαντεύεται ως προς εμάς. Όταν ήρθε ο Ουίλσον, εμείς είχαμε ετοιμάσει υποδοχή

6

αλλά μόλις εμφανίστηκε σοβιετικός αξιωματικός η μάζα τον σήκωσε με το αυτοκίνητό του στον αέρα και επί δύο ώρες δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον κόσμο. Μετά απ’ αυτό περίμεναν να βγάλει λόγο. Αλλά φυσικά αυτός έφυγε γρήγορα.

Πρέπει να γνωρίζετε ότι απελευθερώσαμε γρήγορα τη χώρα μας μόνο με τα δικά μας στρατεύματα. Οι Άγγλοι έφταναν σε όλα τα μέρη 2-3 μέρες μετά από μας.

Τίτο: Πρέπει να ευγνωμονείτε για τη γρήγορη απελευθέρωσή σας τον Κόκκινο Στρατό ο οποίος ήλθε εδώ κι έτσι ήρθε όλος ο γερμανικός στρατός σ’ εμάς.

Έλληνας: Ναι, οι Άγγλοι ήθελαν οι Γερμανοί να φύγουν ανενόχλητοι απ’ τη χώρα μας. Εμείς μπορούσαμε να περικυκλώσουμε και να καταστρέψουμε ένα τμήμα τους, αλλά αυτοί δεν μας άφησαν.

Όμως απ’ ευθείας βοήθεια στο πιο δύσκολο για εμάς ζήτημα εμείς δεν έχουμε. Εμάς δεν μας βοηθάει κανείς ούτε πολιτικά, ούτε υλικά, ούτε διπλωματικά.

Τίτο: Και πώς νομίζετε ότι μας βοήθησαν εμάς; Να ‘μαστε εμείς πλούσιοι;

Έλληνας: Πώς δεν είστε πλούσιοι. Η χώρα σας είναι πλούσια. Η Σοβιετική Ένωση σας βοηθά, οι Άγγλοι δεν μπορούν να σας κάνουν τίποτα, στρατό έχετε μεγάλο.

Στο τέλος θα ήθελα να πω ότι οι σύντροφοί μας αύριο θα φύγουν κι ότι θα φύγω κι εγώ μαζί τους καθώς δεν έχω τι να πω εδώ. Μετά τις δηλώσεις του Τέμπο μα και του Τζίλας, τις οποίες χρησιμοποιεί η αντίδρασή μας, εγώ θέλω ν’ αγωνιστώ με τους συντρόφους μου. Εγώ καταλαβαίνω την εσωτερική πολιτική σας. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι επιτιθέμενοι κατ’ αυτόν τον τρόπο στην Ελλάδα σα να είμαστε εμείς η μοναδική δύναμη στα πράγματα εκεί, αυτές είναι επιθέσεις στις σχέσεις μας κι εμείς αυτό δεν μπορούμε να το δικαιολογήσουμε μπροστά στον λαό μας. Εμείς από τότε που αλλάξαμε τη γραμμή μας έτσι όπως μας δίδαξε η Κομιντέρν, το Κόμμα μας έχει μεγαλώσει εξαιρετικά.

Τίτο: Και μήπως έχουμε εμείς παραιτηθεί απ’ τις αρχές της Κομιντέρν; Αλλά εγώ σας μιλάω σαν κομμουνιστής εσείς με μια κουβέντα έχετε καβαλήσει την ουρά της μπουρζουαζίας και δεν σας επιτέθηκε ο Τζίλας αλλά ο Παπανδρέου.

Ακούστε. Ένα θα σας πω. Μπορείτε να φύγετε. Όμως για μένα εσείς δεν είστε εδώ εκπρόσωπος Κόμματος αλλά της κυβέρνησής σας και αυτό είναι λιγάκι αυθαίρετη παραβίαση των σχέσεων. Ως επικεφαλής της χώρας μας θα σας πω ότι ποτέ δεν έχω θέσει ζητήματα τα οποία να σας πονούν τόσο. Στην πρώτη δημόσια διακήρυξη στη Δαλματία μίλησα για την Ιταλία και την Αυστρία σε σχέση με τα σύνορα, αλλά το μακεδονικό ζήτημα δεν το ανέφερα. Σας λέω ότι ο Ερκόλι7 είναι σε πολύ δυσκολότερη θέση από εσάς, αλλά αυτός βλέπει τα πράγματα σωστά. Τώρα σας μιλάω σαν κομμουνιστής. Αν σ’ εσάς επικρατήσει η αντίδραση, η Μακεδονία πρέπει να περιέλθει στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβίας η οποία σήμερα αντιπροσωπεύει κάτι άλλο και όχι χώρα η οποία θέλει να επεκτείνει τα σύνορά της εις βάρος άλλων. Αλλά αν ακολουθήσετε σωστή πολιτική στο μακεδονικό ζήτημα και έχετε την εξουσία στα χέρια σας τότε

7

αυτό είναι και για μας καλύτερο και οι Μακεδόνες δεν θα έχουν τίποτα ενάντια στο να βρίσκονται όπου έχουν την ελευθερία τους. Και αν πάμε ακόμα πιο μακριά σας το λέω ειλικρινά, η ενδεχόμενη ομοσπονδία των βαλκανικών χωρών, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από εμάς, θα καταστήσει το ίδιο σε όποιον και να περιέλθει η ελληνική Μακεδονία. Το βασικό είναι ένα: τα δυο μας Κόμματα να εργαστούν σε πλήρη συμφωνία και να έχουν ξεκάθαρα όλα τα ζητήματα.

Έλληνες: Ο αντιπρόσωπός μας δεν μπορεί να κάτσει παραπάνω καθώς τον καλούμε. Αλλά το ζήτημα της ραδιοφωνικής σύνδεσης πρέπει να το τακτοποιήσετε το συντομότερο. Εμείς σας στέλνουμε τηλεγραφήματα κι εσείς δεν απαντάτε. Νομίζω ότι είστε υποχρεωμένοι να σκεφτείτε πώς πρέπει να βοηθήσετε την Ελλάδα.

Τίτο: Δεν έχω τίποτα εναντίον του να συμμετάσχει ο στρατός σας το ίδιο μαζί με το δικό μας στις μάχες εδώ εναντίον των Γερμανών. Μπορεί να είναι πιο ελαφρά εξοπλισμένος – εμείς θα τον εξοπλίσουμε. Και όταν επιστρέψει μπορεί να πάρει και πυροβόλα και τα πάντα. Εκτός αυτού , αυτό που είναι το πιο σημαντικό είναι ότι θα μπορέσει σε μεγάλο βαθμό να φέρει την αδελφότητα των λαών μας. Θα βάλουμε (σημ: τους Έλληνες στρατιώτες) υπό τη διοίκηση του Πέκο Ντάπτσεβιτς8, το σώμα του οποίου είναι τελοσπάντων λίγο διεθνές. Θα σας πληροφορήσω πότε ακριβώς θα μπορέσει αυτό να πραγματοποιηθεί.

[Μουτζουρωμένο: Οι Έλληνες είναι ευχαριστημένοι. Χαιρετίζουν τον γιουγκοσλαβικό λαό και τον νέο “Στάλιν των Βαλκανίων” σύντροφο Τίτο.]

*Μετάφραση εγγράφου: Γιώργος Μιχαηλίδης

1Το έγγραφο μπορεί να αναζητηθεί στο Αρχείο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στα γιουγκοσλαβικά αρχεία στο Βελιγράδι υπό τον κωδικό: fond 836, Kabinet Maršala Jugoslavije (KMJ) I-2-a/34

2Αν και στο ίδιο το έγγραφο δεν αναφέρεται ποιοι απαρτίζουν την ελληνική αποστολή ενώ ως ημερομηνία αναφέρεται τέλη ’44 είναι γνωστό ότι η ελληνική αποστολή που μετέβη σε Σόφια και Βελιγράδι, με εντολή Σιάντου, μεταξύ 12-15 Νοέμβρη, απαρτιζόταν απ’ τους Λευτέρη Ματσούκα, Στέργιο Αναστασιάδη και Ανδρέα Τζήμα.

3Εδώ προφανώς γίνεται αναφορά σε δύο πρόσωπα στους Στέφανο Σαράφη και Εμμανουήλ Μάντακα.

4Προφανώς εδώ γίνεται αναφορά στην πολιτική της ΕΣΣΔ, ενδεχομένως στον απόηχο της συνάντησης Στάλιν-Τσώρτσιλ που έλαβε χώρα στη Μόσχα, στα μέσα Οκτώβρη του 1944.

5Το αυτοπαθές ρήμα boriti se μπορεί να αποδοθεί ως “μάχομαι”, “αγωνίζομαι”, “πολεμώ”, “παλεύω”.

6Ο λόγος γίνεται μάλλον για την εαμική οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης

7Προσωνύμιο του γενικού γραμματέα του ΚΚ Ιταλίας, Παλμίρο Τολιάτι

8Ο Πέκο Ντάπτσεβιτς (Peko Dapčević), παλιός εθελοντής στις Διεθνείς Ταξιαρχίες του ισπανικού εμφυλίου, ήταν εκείνη την εποχή διοικητής της 2ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης του γιουγκοσλαβικού εθνικοαπελευθερωτικού στρατού και της 1ης Στρατιάς που δρούσε στην κεντρική και νότια Σερβία.

1-df11857ad4

 

Η άλλη Σρεμπρένιτσα

Η βοσνιακή πόλη Σρεμπρένιτσα έχει συνδυαστεί στο μυαλό των περισσοτέρων με τους γιουγκοσλαβικούς εμφύλιους πολέμους της δεκαετίας του ’90. Μία πολυευθνική πόλη που κατοικούνταν κυρίως από Βόσνιους μουσουλμάνους και Σέρβους (αλλά και Κροάτες, εθνικά Γιουγκοσλάβους και άλλους λαούς) κι η οποία έχει σημαδευτεί εδώ και δεκαετίες λόγω των εγκλημάτων πολέμου και φυλετικού μίσους που έλαβαν χώρα το 1995.

Πόσοι και πόσες όμως γνωρίζουν πως η ιστορία της Σρεμπρένιτσα περιλαμβάνει μια κορυφαία πράξη αλληλεγγύης μεταξύ των εθνοτήτων της, η οποία έλαβε χώρα το 1942;

Τα έτη 1941-42 υπήρξαν έτη τρομερών διώξεων εναντίον του σερβικού και του εβραϊκού πληθυσμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Το φασιστικό Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος των Ουστάσι έχοντας επεκτείνει την κυριαρχία του επί του βοσνιακού εδάφους πραγματοποιούσε συστηματικές εθνικές εκκαθαρίσεις. Η πολιτική των κροατικών φασιστικών αρχών εναντίον του μουσουλμανικού στοιχείου ήταν αρχικά φιλική προσπαθώντας να το προσεταιριστεί εναντίον των Σέρβων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με κάποιες αντι-μουσουλμανικές επιδρομές των Σέρβων εθνικιστών ανταρτών «Τσέτνικς» είχαν στρέψει μία μερίδα των μουσουλμάνων της Βοσνίας στη συνεργασία με τις φασιστικές κατοχικές Αρχές.

Παράλληλα όμως, και ιδιαίτερα όσο αναπτυσσόταν η δράση των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος, σημαντικό τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού της Βοσνίας αρνούνταν να συνεργαστεί με τις κατοχικές Αρχές. Αν και η ένταξή τους στα παρτιζάνικα τμήματα ως μαχητές έγινε σταδιακά, με αργούς ρυθμούς, οι περιπτώσεις άρνησης προσφυγής στην φυλετική/εθνική βία εναντίον των Σέρβων συμπατριωτών τους υπήρξαν αρκετές και σημαντικές.

Μία απ’ αυτές που μέχρι πρόσφατα δεν είχε λάβει την προσοχή που της αναλογούσε ήταν η σωτηρία 3.500 Σέρβων της περιοχής της Σρεμπρένιτσα μετά από παρέμβαση των Βόσνιων μουσουλμάνων συντοπιτών τους.

Πως οι μουσουλμάνοι της Σρεμπρένιτσα έσωσαν 3.500 Σέρβους συντοπίτες τους

Τον Απρίλιο του 1942, οι δυνάμεις της Μαύρης Λεγεώνας των Κροατών Ουστάσι κατέλαβαν τα εδάφη της ανατολικής Βοσνίας. Τρομοκρατημένοι από την επέλαση των φασιστών Ουστάσι, οι Σέρβοι της Σρεμπρένιτσα εγκατέλειψαν την πόλη. Για την ακρίβεια μαζί με τον μουσουλμανικό πληθυσμό της πόλης παρέμειναν μοναχά 100 σερβικής καταγωγής πολίτες (κυρίως γυναίκες και παιδιά), μία εβραϊκή και μία καθολική οικογένεια. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, με την τρομοκρατία ενάντια στον σερβικό πληθυσμό της περιοχής να έχει κορυφωθεί,  οι Ουστάσι άρχισαν να επεξεργάζονται ένα σχέδιο εθνικού αφανισμού του σερβικού στοιχείου. Στην περίπτωση της περιοχής της Σρεμπρένιτσα, υπεύθυνος του σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης ήταν ο υπολοχαγός Kurelac (Κούρελατς). Ο Κούρελατς διέταξε τη σύλληψη, 3.000 έως 3.500 αντρών, γυναικών και παιδιών σερβικής καταγωγής από την ευρύτερη περιοχή της Σρεμπρένιτσα. Έπειτα, τους έκλεισε στο νοσοκομείο της Σρεμπρένιτσα, το οποίο λειτουργούσε σαν στρατόπεδο και διέταξε κρυφά την ετοιμασία της μαζικής εκτέλεσής τους. Για καλή τύχη των Σέρβων, το μοχθηρό σχέδιο διέρρευσε μέσω ενός ντόπιου φρουρού, ο οποίος ενημέρωσε μερικούς Βόσνιους μουσουλμάνους της Σρεμπρένιτσα, οι οποίοι είχαν ειδικό πολιτικό βάρος στην περιοχή.

Black_Legion_1942

Η Μαύρη Λεγεώνα των Ουστάσι

Μετά από μια μυστική σύσκεψη, οι τελευταίοι αμέσως έστειλαν μια αντιπροσωπεία στην πόλη Τούζλα προκειμένου να απαιτήσουν από τις κροατικές φασιστικές αρχές την ακύρωση της σχεδιαζόμενης μαζικής εκτέλεσης των Σέρβων. Αυτή ήταν μάλιστα η δεύτερη πράξη επέμβασης των μουσουλμάνων της Σρεμπρένιτσα με την οποία προστάτευαν τους Σέρβους συντοπίτες τους. Το 1941 κατά τη διάρκεια σερβικής ορθόδοξης γιορτής, συνελήφθησαν οι πιο προβεβλημένοι Σέρβοι της πόλης με σκοπό να εκτελεστούν από τις κατοχικές Αρχές. Διασώθηκαν και απελευθερώθηκαν όμως μετά από παρέμβαση Βόσνιων μουσουλμάνων της πόλης.
Η περίπτωση του 1942 ήταν σαφώς δυσκολότερη καθώς επρόκειτο για ένα σχέδιο μεγάλης κλίμακας, το οποίο απαιτούσε την ανάλογης κλίμακας παρέμβαση για να μην υλοποιηθεί. Και όμως και αυτή τη φορά, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Σρεμπρένιτσα κατάφεραν να προστατεύσουν τους Σέρβους της περιοχής ακυρώνοντας την υλοποίηση των εκτελέσεων των 3.500 φυλακισμένων.

Το γεγονός πρωτοαναφέρθηκε από  έναν ντόπιο ιστορικό από την περιοχή της Τούζλα, τον Τζόρτζε Λαζάρεβιτς (Đorđe Lazarević), και αργότερα το ντοκουμέντο που πιστοποιεί το γεγονός δημοσιεύτηκε από την ιστορικό Senija Milišić, η οποία ερευνά περιπτώσεις αλληλεγγύης μεταξύ των εθνοτήτων της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

srebrenica_muslimani_spasavali_srbe_al_jazeera

Το έγγραφο που αποδεικνύει την παρέμβαση των μουσουλμάνων της Σρεμπρένιτσα προς υπεράσπιση των Σέρβων συντοπιτών τους

 

Η σφαγή του 1943

Τον Ιούνιο του 1943, η Σρεμπρένιτσα απελευθερώθηκε για μικρό διάστημα από τις δυνάμεις των παρτιζάνων. Μια επίθεση του 4ου Τάγματος της 6ης Ανατολικοβοσνιακής Προλεταριακής Ταξιαρχίας μαζί με δυνάμεις της 2ης Ταξιαρχίας της Βοϊβοντίνα έκαμψε την αντίσταση των Ουστάσι προκαλώντας τους 30 νεκρούς και 29 τραυματίες. Τότε Σέρβοι και Βόσνιοι μουσουλμάνοι βοήθησαν τους παρτιζάνους ποικιλοτρόπως ενώ στα έγγραφα των Ουστάσι αναφέρεται ότι στο άκουσμα της κατάληψης της Σρεμπρένιτσα από τους παρτιζάνους οι κάτοικοι των γύρω χωριών άρχισαν να εμφανίζουν κομμουνιστικά σύμβολα στα σπίτια και τους δρόμους.

Δυστυχώς, η Σρεμπρένιτσα σύντομα ανακαταλήφθηκε από τους Ουστάσι, οι οποίοι έλαβαν ενισχύσεις από τις γύρω περιοχές. Τότε, εκδικούμενοι τον ντόπιο πληθυσμό εκτέλεσαν πολυάριθμους Σέρβους, αρκετούς μουσουλμάνους και μερικούς Εβραίους της πόλης. Μάλιστα από τους 79 καταγεγραμμένους άμαχους εκτελεσθέντες από τους Ουστάσι η πλειοψηφία ήταν γυναίκες και παιδιά. Άλλες πηγές αναφέρουν πολύ μεγαλύτερους αριθμούς όπως 150 ή 250 εκτελεσθέντες, στην πλειοψηφία τους Σέρβοι.

Ο ίδιος ο υπολοχαγός Κούρελατς των Ουστάσι εκτέλεσε τον μουσουλμάνο τοπικό δικαστή Μουχάμεντ Αγκάνοβιτς με τη σερβίδα σύζυγό του και τα τρία τους παιδιά κατηγορώντας τους για συνεργασία με τους παρτιζάνους. Την ίδια τύχη είχαν και άλλοι Βόσνιοι μουσουλμάνοι της Σρεμπρένιτσα, οι οποίοι εκτελέστηκαν μαζί με τους Σέρβους και Εβραίους συντοπίτες τους για την αντιφασιστική τους δράση.

Η Σρεμπρένιτσα άλλαξε πολλές φορές χέρια μέχρι την τελική της απελευθέρωση τον Μάρτιο του 1945. Ως τότε οι κάτοικοί της είχαν πληρώσει βαρύ φόρο αίματος. Ωστόσο, αξίζει να θυμόμαστε ότι με τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους να αντιμάχονται τόσο τον κροατικό φασισμό, όσο και τον σερβικό εθνικισμό αλλά και τον μουσουλμανικό δοσιλογισμό οι περισσότεροι κάτοικοι της ταλαιπωρημένης αυτής κωμόπολης επέλεξαν τον δρόμο της ομόνοιας και της αλληλεγγύης.

Αξίζει, λοιπόν, να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε ότι υπήρξε κι αυτή η Σρεμπρένιτσα.

6.istocnobosanska brigada

Παρτιζάνοι/ες της 6ης Ανατολικοβοσνιακής Προλεταριακής Ταξιαρχίας τον Μάιο του 1943

Πηγές: http://muzejibtuzla.podkonac.org/wp-content/uploads/sites/7/2014/10/10-1967-%C4%90or%C4%91e-Lazarevi%C4%87-NAPAD-%C5%A0ARTIZANA-NA-SREBRENICU-JUNA-1943-I-UST%C5%A0KE-REPRESALIJE-NAD-CIVILNIM-STANOVNI%C5%A0TVOM.pdf

http://balkans.aljazeera.net/vijesti/u-srebrenici-1942-bosnjaci-od-pokolja-spasili-3500-srba

Κερκυραίοι εθελοντές στις τάξεις του «αλβανικού ΕΑΜ»

Μία σχετικά άγνωστη σελίδα του αντιφασιστικού αγώνα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στα Βαλκάνια αποτελεί και η ύπαρξη μερικών δεκάδων Κερκυραίων εθελοντών που πολέμησαν στις τάξεις του Αντιφασιστικού Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος [Lëvizja Antifashiste Nacional-Çlirimtare (LANÇ)] στην Αλβανία.

Έναν αναλυτικό κατάλογο με περίπου τριάντα ονόματα Κερκυραίων μαχητών βρήκαμε στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Βαγγέλη Νάστου «Το ΕΑΜ των Ελλήνων της Αλβανίας», μέλους της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, ο οποίος κάνοντας μια σημαντική έρευνα διέσωσε αυτές τις πληροφορίες που αναδεικνύουν για άλλη μια φορά διεθνιστικές πλευρές του αντιφασιστικού αγώνα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Η πλειοψηφία αυτών των Κερκυραίων βρέθηκε σε αλβανικό έδαφος προσπαθώντας να διαφύγει από τις ιταλικές ή γερμανικές κατοχικές αρχές. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν ήδη αναπτύξει αντιστασιακή δράση στην Κέρκυρα και γι’ αυτό διώκονταν. Η ευκολότερη οδός διαφυγής ήταν η δια θαλάσσης προσέγγιση των αλβανικών ακτών στην ευρύτερη περιοχή των Αγίων Σαράντα, Κονίσπολης και Βουθρωτού όπου από το 1943 υπήρχαν απελευθερωμένες περιοχές, ελεγχόμενες από τις παρτιζάνικες δυνάμεις. Από εκεί συνήθως οι αντάρτες προορίζονταν να περάσουν σε ελληνικό έδαφος και να ενταχθούν στο 15ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που δρούσε στην ελληνο-αλβανική μεθόριο. Αρκετοί εξ αυτών όμως επέλεξαν να παραμείνουν σε αλβανικό έδαφος και να ενταχθούν στο αντιφασιστικό κίνημα της Αλβανίας. Η τάση αυτή ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τη στιγμή που συγκροτήθηκαν ένοπλα τμήματα της ελληνικής μειονότητας στον αλβανικό νότο τα οποία εντάσσονταν οργανικά στον LANÇ. Άλλοι βρέθηκαν σε αλβανικής εθνικής σύνθεσης τάγματα και προσέφεραν από εκεί τις υπηρεσίες τους στον αντιφασιστικό αγώνα κερδίζοντας συχνά διακρίσεις. Κατά κύριο λόγο οι Κερκυραίοι εθελοντές πολέμησαν στα τάγματα «Θανάσης Ζήκος», «Παντελής Μπότσαρης», «Τσαμουργιά – Θωμά Λιούλια», «Μίστο Μάμε» που δρούσαν στον αλβανικό νότο αλλά κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις συναντάμε και σε άλλα παρτιζάνικα τμήματα που δρούσαν σε βορειότερες περιοχές.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι από τα βιογραφικά στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο του Νάστου, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό εξ αυτών επέλεξε, μετά το τέλος του πολέμου, όχι να επιστρέψει στην Κέρκυρα ή την Ελλάδα αλλά να παραμείνει σε αλβανικό έδαφος και να φτιάξει τη ζωή του εκεί. Ενδεχομένως ρόλο σε αυτό να έπαιξε το αντι-ΕΑΜικό καθεστώς που επικράτησε στην Ελλάδα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όμως σίγουρα η απόφασή τους βασίστηκε και στους δεσμούς που αναπτύχθηκαν με τον τόπο και τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια του κοινού αντιφασιστικού αγώνα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι κάποιοι εξ αυτών ακολούθησαν τα αλβανικά παρτιζάνικα τμήματα κατά την είσοδό τους το 1945 σε γιουγκοσλαβικό έδαφος και πολέμησαν και για την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας.

Αποτίοντας έναν μικρό φόρο τιμής δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε από τα ονόματα των 11 Κερκυραίων πεσόντων αντιφασιστών επί αλβανικού και γιουγκοσλαβικού εδάφους:

Σπύρος Ρουβάς (σκοτώθηκε στο Βίσεγκραντ της Γιουγκοσλαβίας), Θανάσης Κωστελλέτος ή Κωσταλέτος (σκοτώθηκε στη Γοραντζή της Αλβανίας), Δημήτρης Σωτηριανός (σκοτώθηκε στην Κονίσπολη της Αλβανίας), Γιάννης Χοντρογιάννης (από το χωριό Σωκράκι), Σπύρος Λιάπης (θαμμένος στο Αργυρόκαστρο), Χρήστος Χαλκιάς (σκοτώθηκε στο Βίσεγκραντ της Γιουγκοσλαβίας), Γιάννης Μιλτιάδης (σκοτώθηκε στη Γιουγκοσλαβία), Δημήτρης Διαμαντής (σκοτώθηκε στο Καρδίκι της Αλβανίας), Θεοφάνης Παραμυθιώτης (σκοτώθηκε στη Χιμάρα), … Μιλτιάδης (σκοτώθηκε στη Γιουγκοσλαβία), Θανάσης Κάπης (σκοτώθηκε στη Γόραντζη της Αλβανίας).

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα του ηρωισμού και της προσφοράς των παραπάνω αγωνιστών αρκεί να αναφερθούμε στο παράδειγμα του Σπύρου Ρουβά, γεννημένου το 1924, που πέρασε στην Αλβανία στις 18/1/1944 και εντάχθηκε στο μειονοτικό τάγμα «Θανάσης Ζήκος» και στην 8η Ταξιαρχία του LANÇ. Ο Σπύρος Ρουβάς μέχρι τον θανατό του πήρε μέρος σε 22 μάχες ανάμεσά τους και στη μάχη για την απελευθέρωση των Τιράνων. Έχοντας περάσει σε γιουγκοσλαβικό έδαφος μαζί με την ταξιαρχία του για να συνδράμουν τον εκεί αντιφασιστικό αγώνα πέθανε από ριπή πολυβόλου, στις 5 Φεβρουαρίου 1945, κατά τη διάρκεια της μάχης για την απελευθέρωση του Βίσεγκραντ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Τα οστά του μεταφέρθηκαν πίσω στην Αλβανία όπου θάφτηκε στο νεκροταφείο των ηρώων στα Τίρανα (μπλοκ νο. 7, τάφος νο. 12)

thanas ziko

Μαχητές του τάγματος «Θανάσης Ζήκος» της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία όπου ενσωματώθηκαν και αρκετοί από τους Κερκυραίους εθελοντές

Όμως κι η προσφορά όσων επέζησαν του αγώνα δεν υστερεί και τα ονόματά τους αξίζει να αναφερθούν:

Σπύρος Σπόντσας (από το χωριό Σφακερά), Σπύρος Μεταλληνός (από το χωριό Σφακερά), Σπύρος Θανάσης Άρσης, Ανδρέας Κροκίδης, Θεόδωρος Πρωτοψάλτης, Κώστας Θωνιάτης (από το χωριό Αυλιώτες), Κώστας Κεφαλλονίτης, Χρήστος Άνθης (ή Ανθής) (από το χωριό Καστελλάνοι Γύρου), Ανδρέας Νικηφόρου Κροκίδης, Ανδρέας Προκόπης, Αρσένης Κουλούρης, Κώστας Πουλημένος ή Πουλιμές, Σπύρος Χαλκιόπουλος, Κώστας Φάκελος, Χρήστος Παπαδάτος, Θανάσης Κάπης, Τριφώβης.

Ας σταθούμε σε μερικές μαρτυρίες Αλβανών συμπολεμιστών των παραπάνω Κερκυραίων μαχητών. Ο Peci Manti θυμάται ότι ο Σπύρος Σπόντσας στο πηλίκιό του είχε την ελληνική σημαία και το κόκκινο αστέρι θεωρώντας τον αγώνα του στην Αλβανία διεθνιστικό του καθήκον αλλά λέγοντας πάντα πως θεωρεί ότι αγωνίζεται και για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Όπως υποστηρίζει ο Manti, ο Σπύρος διακρινόταν για την απλότητά του και ήταν αγαπητός σε όλους τους Παρτιζάνους ενώ ήξερε να ξεπερνά τις δυσκολίες με την ψυχραιμία του και την παληκαριά του.

Ο Σπύρος Μεταλληνός, έζησε στην Αλβανία μεταπολεμικά, αποφοίτησε από τη Σχολή Αξιωματικών και εργάστηκε σε διάφορες υπεύθυνες θέσεις μέχρι τη συνταξιοδότησή του ενώ παρασημοφορήθηκε από την αλβανική Βουλή με έξι μετάλλια για την προσφορά του. Παρασημοφορημένος τέσσερις φορές ήταν και ο Ανδρέας Κροκίδης, ο οποίος επίσης επέλεξε να μείνει και να ζήσει ως το τέλος της ζωής του στην Αλβανία. Στη διάρκεια του πολέμου τραυματίστηκε δύο φορές αλλά επέστρεψε και συνέχισε τον αγώνα ως το τέλος.

Φοβερή είναι κι η ιστορία του Χρήστου Ανθή, ο οποίος από την Κέρκυρα ως ΕΠΟΝίτης εφοδίαζε τους Αλβανούς παρτιζάνους με τρόφιμα και πολεμοφόδια δραστηριότητα για την οποία συνελήφθη από τις γερμανικές κατοχικές αρχές. Μεταφέρθηκε στην Αλβανία μαζί με άλλους 50 αντιστασιακούς Κερκυραίους και στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα σε ηλικία 19 ετών, μαζί με τους συντοπίτες του και 60-70 Αλβανούς αντιστασιακούς. Σώθηκε από θαύμα επειδή σαν παιδί χώθηκε πίσω από τους υπόλοιπους με αποτέλεσμα να μη δεχτεί σφαίρα στο κορμί του και να πέσει σαν νεκρός κάτω από τα άλλα πτώματα. Ωστόσο, αν και ένας Αλβανός μπαλίστας (εθνικιστής) που έκλεβε αντικείμενα από τα πτώματα ανακάλυψε πως ήταν ζωντανός, επικοινωνώντας μαζί του στα ιταλικά τον παρακάλεσε να του χαρίσει τη ζωή, όπως και έκανε. Τον διέταξε να τρέξει για να σωθεί και πυροβόλησε πίσω του χωρίς να τον πετύχει. Ο μικρός Χρήστος Ανθής χώθηκε σε ένα δάσος και περισυλλέχθηκε νηστικός και κρυωμένος από Αλβανό βοσκό ο οποίος του έδεσε τις πληγές και του έδειξε προς τα που πρέπει να πάει για να βρει τους παρτιζάνους. Μετά από περιπέτειες βρέθηκε τελικά με παρτιζάνικες μονάδες όπου και κατατάχθηκε. Μαζί με την 6η Ταξιαρχία πήρε μέρος σε πολλές μάχες και έφτασε μέχρι τη Γιουγκοσλαβία. Έγινε μέλος του ΚΚ Αλβανίας και έζησε την υπόλοιπη ζωή του εργαζόμενος κυρίως ως σερβιτόρος. Για την προσφορά του έχει παρασημοφορηθεί και αυτός αρκετές φορές.

Εκτός από τους Κερκυραίους, πήραν μέρος στον πόλεμο επί αλβανικού εδάφους πολεμώντας μέσα από τις τάξεις του «αλβανικού ΕΑΜ» και διάφοροι άλλοι Ελλαδίτες, όπως ο Κώστας Ζόιτας από την Πρέβεζα, ο Σπύρος Παπάς από το Σταυροσκιάδι Πωγωνίου, ο Ηλίας Κονόμης από τον Τσαμαντά Φιλιατίου, ο Φώτος Σόλης από τη Θεσπρωτία κ.α.

Αξίζει να τους θυμόμαστε και να τους τιμούμε όλους για την προσφορά τους στον αγώνα ενάντια στον φασισμό!

 

Brigada VIII LANC

Μαχητές και μαχήτριες της 8ης Παρτιζάνικης Ταξιαρχίας του αλβανικού απελευθερωτικού στρατού από τις τάξεις της οποίας πολέμησαν μέχρι τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη αρκετοί Κερκυραίοι εθελοντές

Υ.Γ.

Αν κάποιος/α έχει περισσότερα στοιχεία για τους αγωνιστές που αναφέρονται παραπάνω, ας επικοινωνήσει μαζί μας και μετά χαράς θα τα ενσωματώσουμε στο άρθρο

 

 

 

 

Γυναίκα και γιουγκοσλαβικός σοσιαλισμός: η ιστορία της Ντιντάρα Ντουκατζίνι Τζόρτζεβιτς από το Κόσοβο

Η Ντιντάρα Ντουκατζίνι Τζόρτζεβιτς (Didara Dukađini Đorđević) γεννήθηκε το 1930 στην πόλη Πρίζρεν του Κοσσυφοπεδίου σε μια εύπορη αλβανική οικογένεια και πέθανε το 2006 στο Βελιγράδι. Σύμφωνα με τη Σερβίδα εθνογράφο Μιροσλάβα Μαλέσεβιτς, η ζωή της αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα για το πώς η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Γιουγκοσλαβία, μετά τον Β’Π.Π. επέδρασε και μεταμόρφωσε τη ζωή των γυναικών. Μέσα από την αφήγησή της, η Ντιντάρα μας δίνει την εικόνα της εξέλιξης των κοινωνικών και εθνικών σχέσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, χωρίς να αγιοποιεί και χωρίς να περιορίζεται σε μια αναπόληση του παρελθόντος. Γι’ αυτό και η προσωπική της ιστορία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη κι ενδιαφέρουσα.

Ενηλικίωση σε μια επαρχιακή πόλη του Κοσόβου

Στην παιδική της ηλικία, η Ντιντάρα θυμάται πως έπαιζε με παιδιά σερβικής καταγωγής απ’ όπου έμαθε σέρβικα ενώ στο σπίτι της μιλούσαν αλβανικά και τούρκικα.
Ο πατέρας της, αν και αγράμματος, είχε αντιληφθεί τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης που προσέφερε η μόρφωση εκείνη την εποχή κι έτσι την έστειλε σε σχολείο. Όπως αναφέρει, η ίδια σαν μικρό κορίτσι τίποτα δεν της έκανε εντύπωση. Ούτε ότι ενώ η εκπαίδευση γινόταν στα σέρβικα, οι τάξεις ήταν εθνικά χωρισμένες, την ίδια ώρα που τα παιδιά έπαιζαν μαζί όλη μέρα, ούτε ότι στην τάξη της υπήρχαν μόλις τέσσερα κορίτσια. Στη διάρκεια της ιταλικής κατοχής του Κοσόβου, στον Β’Π.Π. τα σερβικά σχολεία έκλεισαν και στη θέση τους άνοιξαν αλβανικά, όπου η Ντιντάρα συνέχισε να πηγαίνει.

Εν μέσω του Β’Π.Π. η Ντιντάρα παράτησε το σχολείο καθώς το σώμα της έδωσε τα πρώτα σημάδια ότι πλέον γινόταν από κορίτσι-γυναίκα. Σύμφωνα με το έθιμο λοιπόν έκανε μια τελευταία βόλτα στην πόλη με ακάλυπτο το κεφάλι της ενώ ακολούθησε όλο το τελετουργικό που σηματοδοτούσε το πέρασμά της στην ωριμότητα. Μετά από μερικές ημέρες, η Ντιντάρα ήταν πλέον μια γυναίκα. Χωρίς σχολείο αλλά με φερετζέ. Για την ίδια, τότε, αυτό δεν εκλαμβανόταν ως κάτι καταπιεστικό αλλά μάλιστα όπως θυμάται βιαζόταν να μεγαλώσει και να αρχίσει να ετοιμάζει τον γάμο της. Τα επόμενα χρόνια της ζωής της δεν θα ήταν τίποτα άλλο από μια προετοιμασία γι’ αυτή τη στιγμή. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, όλη η περίοδος του πολέμου γι’ αυτήν δεν ήταν τίποτα άλλο από μια κλειστή περίοδος με συγγενείς και φίλους, χωρίς καμία έξοδο στην κοινωνία, τα βιβλία, τον ανδρικό κόσμο.

Prizren '40s

Το όμορφο Πρίζρεν τη δεκαετία του ’40

Ο πόλεμος έφερε οικονομικές δυσκολίες στην έως τότε εύπορη οικογένεια καθώς ο πατέρας της αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του και για να επιβιώνουν παραχωρούσαν το σπίτι τους ως πανδοχείο σε επισκέπτες. Σε εκείνη την περίοδο, ο ένας αδερφός της άρχισε να έλκεται από τις ιδέες των κομμουνιστών και τον αγώνα για δικαιοσύνη. Εντάχθηκε στην νεολαία του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας (SKOJ) και έφυγε από το σπίτι για να πολεμήσει με τους παρτιζάνους. Η Ντιντάρα ακόμη δεν καταλάβαινε τίποτα από τα πολιτικά ζητήματα όμως λόγω αδυναμίας προς τον αδερφό της άρχισε, όπως λέει, να συμπαθεί την κομμουνιστική νεολαία. Ο πατέρας της απαγόρευε τις πολιτικές συζητήσεις στο σπίτι αλλά όπως ανακάλυψε η Ντιντάρα, ο ίδιος υπήρξε στα νιάτα του συμπαθών και υποστηρικτής του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας ώσπου να τεθεί στην παρανομία και να αρχίσει να πληρώνει με ποινές και πρόστιμα. Τότε αποφάσισε να πάψει οποιαδήποτε δραστηριότητα και να τα ‘χει καλά με την κυβέρνηση, χωρίς να αναμιγνύεται στα πολιτικά.

Η ζωή αλλάζει. Το ΚΚΓ στην εξουσία.

Όταν όμως η ροή του πολέμου άλλαξε και οι παρτιζάνοι κέρδισαν τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, ο παρτιζάνος αδελφός της Ντιντάρα επέστρεψε με αίγλη στο σπίτι, το οποίο τώρα είχε καταστεί πανδοχείο που φιλοξενούσε τέσσερα στελέχη του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Όπως θυμάται η Ντιντάρα, όλοι είχαν από ένα ζευγάρι κάλτσες κι ένα πουκάμισο τα οποία τους έπλεναν οι γυναίκες του σπιτιού. Τα τέσσερα στελέχη του ΚΚ έμειναν για ένα χρόνο στο σπίτι της οικογένειας της Ντιντάρα. Τα μέλη της οικογένειας τους ένιωθαν σχεδόν ως συγγενείς και ο πατέρας της Ντιντάρα, της επέτρεπε να κυκλοφορεί μαζί τους. Η ίδια λέει ότι δεν ξέρει αν ο πατέρας της πείστηκε από τις συζητήσεις με τους κομμουνιστές μουσαφίρηδές του ή έδρασε κομφορμιστικά προσαρμοζόμενος στη νέα κατάσταση αλλά η ζωή της Ντιντάρα άλλαξε εντυπωσιακά.

Didar's parents in the '50s

Οι γονείς της Ντιντάρα

Το 1947, στελέχη του ΚΚ πλησίασαν τον πατέρα της με την παραίνεση να αφαιρέσει τον φερετζέ που φορούσε η κόρη του. Ως μία από τις εύπορες και γνωστές οικογένειες του Πρίζρεν έπρεπε να δώσει το καλό παράδειγμα που θα ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι του Κοσόβου για τη δημιουργία της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο πατέρας της, μίλησε με τον παρτιζάνο γιο του και συμφώνησαν να το κάνουν. Ο αδερφός της Ντιντάρα την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να αφαιρέσει τον φερετζέ καθώς ο πατέρας τους είχε δώσει τον λόγο του στην επιτροπή του Κόμματος. Τότε, όπως περιγράφει γλαφυρά η Ντιντάρα, έμεινε να κοιτά αποσβολωμένη θεωρώντας ότι λάμβανε μια τρομερή τιμωρία από τον πατέρα της στον οποίο όμως δεν μπορούσε να αντιμιλήσει.

«Έκλαιγα όλη νύχτα. Δεν μπορούσα να φανταστώ μια πιο τρομακτική κατάσταση απ’ αυτή που ο πατέρας μου με έσπρωχνε. Ήμουν δεκαεφτά και ήθελα να παντρευτώ ώστε να μη διαφέρω από τους γύρω μου. Ένιωσα αξιολύπητη και αβοήθητη λες και αποφασίζοντας να αφαιρέσω τον φερετζέ μου, ο πατέρας μου με ανάγκαζε να περπατάω γυμνή στους δρόμους, λες και με ωθούσε στο να εκδοθώ. Νόμιζα ότι δεν θα επιζούσα αυτής της ντροπής»

Το δεύτερο σοκ για την Ντιντάρα ήλθε όταν της ανακοινώθηκε από την οικογένειά της ότι θα έπρεπε να ξαναγυρίσει στα θρανία, αυτή τη φορά ως εκπαιδευόμενη δασκάλα. Έχοντας, ήδη τελειώσει έξι τάξεις στο σχολείο η Ντιντάρα θα γινόταν δασκάλα για να λάβει μέρος στην καμπάνια εναντίον της αγραμματοσύνης που προετοίμαζε το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Η ίδια ένιωθε ότι και πάλι της επέβαλλαν κάτι που δεν ήθελε αλλά ακόμα και η μητέρα της τη συμβούλεψε ότι έχοντας ένα μισθό και βγαίνοντας από το σπίτι θα μπορούσε πιο εύκολα να βρει έναν άνδρα και να παντρευτεί.

Σύντομα βέβαια, η Ντιντάρα θα θυμόταν πόσο της άρεσε το σχολείο και η μάθηση. Μετά από τρεις μήνες ταχύρρυθμα μαθήματα, θα γινόταν δασκάλα. Αμέσως διορίστηκε και άρχισε να διδάσκει σε μια τάξη με 50 παιδιά που στεγαζόταν σε ένα αναμορφωμένο δωμάτιο του τζαμιού της γειτονιάς της. Μέσα απ’ αυτήν της την εμπειρία ωρίμασε σημαντικά καθώς τότε ήταν που αληθινά από κορίτσι που ετοιμάζεται για τον γάμο της ανέλαβε ευθύνες και είδε μια τάξη με πολλά αγόρια να την σέβεται και να την αντιμετωπίζει ως δασκάλα που τους μαθαίνει να διαβάζουν, να γράφουν και να έχουν στοιχειώδεις τρόπους συμπεριφοράς.

Didar 1951

Ως δασκάλα στο Κόσοβο το 1951

«Δεν μπορούσα να φανταστώ την εντυπωσιακή αλλαγή της ζωής μου μέσα σ’ ένα χρόνο»

Πέρα από τα πρώτα μαθήματα που έκανε, η Ντιντάρα «στρατολογήθηκε» και στην καμπάνια του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας εναντίον του φερετζέ. Μαζί με άλλες ακτιβίστριες του κόμματος έπρεπε να επισκέπτεται νεαρές μουσουλμάνες κοπέλες και να τις πείθει να αφαιρέσουν τον φερετζέ, όπως είχε κάνει κι η ίδια.

Η ίδια θυμάται ότι μέσα σε ένα έτος, βίωσε μία τεράστια αλλαγή στη ζωή και στην προσωπικότητά της. Εκτός από τον σεβασμό των μαθητών της, οι γονείς τους τη σταματούσαν στο δρόμο της μικρής πόλης του Πρίζρεν και της έδιναν συγχαρητήρια ή της μετέφεραν τον θαυμασμό των παιδιών προς το πρόσωπό της, οι πατεράδες των παιδιών την χαιρετούσαν με σεβασμό ενώ η ίδια συνέβαλλε στα οικονομικά του σπιτιού της με τον μισθό της. Έτσι, άρχισε να μαζεύει άλλες γυναίκες της πόλης και να τις προτρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Όπως σημειώνει, από τη μία απλά μετέφερε τις πολιτικές επιταγές από την κορυφή στη βάση αλλά από την άλλη είχε κι η ίδια πάθος να μεταδώσει την προσωπική της εμπειρία στις συνομήλικές της.

«Δεν υπήρχε σταματημός για μένα πλέον … Μία εντελώς διαφορετική προοπτική ανοιγόταν για μένα … Το 1948 υπήρχαν ήδη περισσότερα κορίτσια στο μάθημα. Ο φερετζές τότε απαγορεύτηκε διά νόμου αλλά η εκπαίδευση ανάμεσα στην αλβανική νεολαία απέκτησε αξία … Ευγνωμονούσα απεριόριστα τον πατέρα μου. Αν δεν με είχε «εξευτελίσει» (σημ: εννοεί την αφαίρεση του φερετζέ) ίσως ποτέ να μην είχα μάθει τί ήθελα από τη ζωή μου, ούτε θα μπορούσα…»

Αλλά η ζωή της Ντιντάρα θα συνεχίσει να αλλάζει. Ένας από τους επισκέπτες που διέμεναν στο σπίτι-πανδοχείο της οικογένειάς της ήταν ο γραμματέας της οργάνωσης της κωμόπολης Ντραγκάς, Τόσε Τζόρτζεβιτς, ο οποίος χρησιμοποιούσε το σπίτι τους ως ενδιάμεση στάση για τη μετάβασή του στην πρωτεύουσα του Κοσόβου, την Πρίστινα. Μεταξύ των δύο νέων αναπτύσσεται σταδιακά ένα φλερτ διά των βλεμμάτων ώσπου κάποια στιγμή ο Τόσε θα συναντήσει την Ντιντάρα μέσα στην πόλη του Πρίζρεν και θα της προτείνει να κάνουν έναν περίπατο μαζί. Όπως θυμάται η ίδια, δυσκολευόταν να δεχτεί την πρόταση καθώς θα περπατούσε με έναν άγνωστο άνδρα και μάλιστα Σέρβο στη μέση της πόλης της αλλά το δέχτηκε σκεπτόμενη ότι με την ιδιότητα της δασκάλας η παρέα με έναν νεαρό άντρα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Οι βόλτες συνεχίστηκαν. Όποτε ο Τόσε βρισκόταν στην πόλη, την περίμενε έξω από το σχολείο να τελειώσει και δήθεν τυχαία τη συνόδευε μέχρι το σπίτι της. Η Ντιντάρα θυμάται ότι δεν τολμούσε να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι ήταν ερωτευμένη καθώς η σχέση με έναν άντρα διαφορετικής θρησκείας και εθνικότητας θεωρούνταν κάτι αδιανόητο. Μία απ’ αυτές τις μέρες ο Τόσε θα της εκφράσει τον έρωτά του και θα της ζητήσει να παντρευτούν.

«Κομμουνιστής απ’ το κεφάλι ως τα νύχια, ο Τόσα δεν έδινε δεκάρα για τη διαφορά εθνικής καταγωγής μεταξύ μας. Αυτός ζούσε σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του και αληθινά πίστευε ότι η νέα εποχή μια για πάντα θα εξάλειπτε τις προκαταλήψεις τέτοιου τύπου»

Ενώ όμως της ήταν πολύ δύσκολο να σκεφτεί πως θα αποδεχτεί την πρόταση του Τόσε για το πώς θα το παρουσίαζε στον πατέρα της, αυτό που τελικά της έδωσε την ώθηση ήταν το επίμονο και αδιάκριτο φλερτ ενός άλλου άντρα της ίδιας εθνικότητας μ’ αυτήν, ο οποίος υπέθετε ότι ως «νέου τύπου» γυναίκα, η Ντιντάρα θα έπρεπε να δέχεται το αδιάκριτο φλερτ του και τα αγγίγματά του. Επιπλέον, κάποια στιγμή αυτός ο άνδρας της είπε ότι δεν θα επέτρεπε στη μέλλουσα γυναίκα του να δουλέψει. Αυτό, όπως σημειώνει η Ντιντάρα, αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα στην υπερηφάνειά της. Αμέσως, η αντίθεση μεταξύ του Τόσε κι αυτού του νεαρού άνδρα έγινε ορατή κι η Ντιντάρα αντιλήφθηκε την ποιοτική διαφορά που θα είχε η ζωή της με τον Τόσε. Όμως, οι βόλτες των δύο νέων είχαν γίνει αντικείμενο σχολιασμού στην πόλη του Πρίζρεν και ο άλλος νεαρός έσπευσε στο σπίτι της Ντιντάρα για να την ζητήσει επίσημα σε γάμο. Οι γονείς της, εν τη απουσία της, δέχτηκαν και της ανακοίνωσαν ότι ο νεαρός ήταν από καλό σπίτι και αυτή θα ήταν ευτυχισμένη μαζί του. Πηγαίνοντας πίσω 50 χρόνια η Ντιντάρα θυμάται ότι δεν μπορούσε να χωνέψει το πως αυτή, ως η πρώτη χειραφετημένη γυναίκα του Πρίζρεν δεν μπορούσε να παντρευτεί κάποιον που η ίδια θα επέλεγε. Έτσι, ανακοινώνει το γεγονός στον Τόσε και του λέει ότι αν θέλει να παντρευτούν, αυτό πρέπει να γίνει άμεσα. Φυσικά γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να πάρουν την έγκριση του πατέρα της Ντιντάρα. Οι εθνικά μικτοί γάμοι στο Πρίζρεν είναι εκτός πραγματικότητας κι έτσι αποφασίζουν να κλεφτούν.

Didara i Toša

Ντιντάρα και Τόσα

Παντρεύονται στη γειτονική πόλη, Ντραγκάς, απ’ όπου καταγόταν ο Τόσε, χωρίς να το πουν σε κανέναν. Όταν τα νέα φτάνουν στο Πρίζρεν, η μητέρα της Ντιντάρα λιποθυμάει και ο πατέρας της, ντροπιασμένος απ’ το ότι έπρεπε να σπάσει την υπόσχεσή του προς την άλλη οικογένεια της μηνύει ότι για το σπίτι του η Ντιντάρα ήταν νεκρή. «Για την οικογένειά μου, εκείνη την ημέρα απλά έπαψα να υπάρχω» δηλώνει η ίδια. Συγκεκριμένα της ανακοινώνεται ότι της απαγορεύεται να επισκεφτεί το σπίτι της ξανά, ακόμα κι αν πεθάνει μέλος της οικογένειάς της. Ήταν η αγαπημένη κόρη του πατέρα της…

Ο γάμος θα λάβει χώρα χωρίς παρουσία των δύο οικογενειών. Άλλωστε και η μητέρα του Τόσε δεν ενέκρινε τον γάμο με μία Αλβανίδα. Όταν φτάνει η ώρα να υπογράψουν το έγγραφο που πιστοποιεί τον γάμο τους, ο Τόσε επιμένει να κρατήσει η Ντιντάρα το επώνυμό της. Όλοι τον κοιτούν με απορία καθώς κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο για τα ήθη και έθιμα του Κοσόβου. Όμως, ο Τόσε, ως νέος κομμουνιστής επιμένει να υπερβεί τα καθιερωμένα.

Παρά τον γάμο της με τον αγαπημένο της, όπως δηλώνει, το φθινόπωρο του 1949 αισθανόταν ο πιο μοναχικός άνθρωπος στον κόσμο. Βρισκόταν σε μια πόλη που δεν ήξερε κανέναν, ο άντρας της δούλευε πολλές ώρες στα χωράφια και μετά είχε κομματικές δουλειές ως γραμματέας της τοπικής οργάνωσης κι η οικογένειά της την είχε αποκληρώσει. Το σπίτι στο οποίο έμεναν, σε αντίθεση με το πατρικό της ήταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο, το οποίο δόθηκε για στρατιωτικούς και αξιωματούχους του κόμματος, με κοινά μπάνια -πολλές φορές χαλασμένα- για δώδεκα δωμάτια και βρώμικες τουαλέτες. Τα μαξιλάρια ήταν γεμισμένα με κάλτσες του Τόσε ενώ η επίπλωση του σπιτιού αποτελούνταν από ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα τραπέζι και δυο καρέκλες. Αυτό ήταν το «τίμημα της ελεύθερης επιλογής» για την Ντιντάρα, όμως όπως λέει, δεν μπορούσε να κοιτάξει πίσω.

Και οι δουλειές του σπιτιού…;

Μετά τον γάμο το νεαρό ζευγάρι άρχισε να στήνει το νοικοκυριό του και η ζωή του να ομαλοποιείται. Μεταξύ τους επικρατεί ισότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ντιντάρα, ο Τόσε «δεν ήταν ο τυπικός Βαλκάνιος άντρας». Ίσα ίσα την υποστήριζε σε όλες τις τις αποφάσεις. Και οι δύο εργάζονταν, ήταν οικονομικά ανεξάρτητοι, συζητούσαν ισότιμα, είχαν τα ξεχωριστά και τα όμοιά τους ενδιαφέροντα. Όμως ένα σημείο παρέμενε όπως παλιά. Οι δουλειές του σπιτιού. Όπως λέει η Ντιντάρα, τότε δεν το συνειδητοποιούσαν, όμως αναδρομικά μπορεί να καταλάβει πως η ισότητα ανάμεσα στο ζευγάρι δεν μπορούσε να είναι πλήρης όσο ο παραδοσιακός πατριαρχικός διαχωρισμός των εργασιών του σπιτιού παρέμενε ζωντανός ανάμεσα σε «γυναικείες» και «αντρικές» δουλειές. Παρότι ο Τόσε περιστασιακά θα βοηθούσε στην παρασκευή του γεύματος, το μαγείρεμα και το καθάρισμα δεν έπαυε να παραμένει η «φυσική» υποχρέωση της Ντιντάρα ενώ ο Τόσε «δικαιούνταν» να έχει νεύρα όταν το φαεί καιγόταν ή το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό.

Ένα άλλο πράγμα στο οποίο δεν ήταν συνηθισμένη η Ντιντάρα ήταν οι σερβικές βρισιές που ξεστόμιζε ο Τόσε. Μη συνηθισμένη σε αυτή την σερβική «παράδοση» και λόγω του μουσουλμανικού κόσμου του Κοσόβου στον οποίον μεγάλωσε, η Ντιντάρα μετέφραζε και έπαιρνε κυριολεκτικά την κάθε βρισιά που ακουγόταν στο σπίτι ξεσπώντας σε κλάμματα ενώ ο Τόσε δεν καταλάβαινε την υπερβολική της ευαισθησία. Σύντομα όμως αντιλήφθηκε ότι το ταμπεραμέντο του συζύγου της μπορούσε να καμφθεί με ένα «γυναικείο» φέρσιμο. Υπομονή για δέκα λεπτά ώσπου να ξεχάσει γιατί είχε νευριάσει και αλλαγή του θέματος της συζήτησης ή επαναφορά του ίδιου θέματος με διαφορετικό τρόπο. Ο Τόσε, όπως λέει η ίδια, μπορεί να είχε έντονο ταμπεραμέντο όμως δεν ήταν άδικος ή παράλογος.

Didara i Tosa (2)

Το νεαρό ζευγάρι με το παιδί τους

Σύντομα η Ντιντάρα θα μείνει έγκυος. Παρότι οι απόπειρές της να τα ξαναβρεί με την οικογένειά της θα αποβούν άκαρπες, όπως αναφέρει, πλέον είχε έναν σύζυγο που αγαπούσε, μια σταθερή εργασία, ένα δικό της σπίτι που σιγά σιγά φτιαχνόταν και τώρα ένα παιδί. Μπορούσε, όπως λέει, να βλέπει το μέλλον με αισιοδοξία.

Το Αντιφασιστικό Μέτωπο Γυναικών

Σε εκείνη τη συγκυρία ο Τόσε, ως γραμματέας της οργάνωσης της πόλης, δέχεται την εντολή να βρει γυναίκες που θα συμμετέχουν στο συνέδριο του Αντιφασιστικού Μετώπου Γυναικών (ΑΦΖ) στο Βελιγράδι. Το ΑΦΖ είχε ιδρυθεί το 1943 από τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους με σκοπό να προσελκύσει και να οργανώσει τις γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα και τώρα, μεταπολεμικά, αναλάμβανε νέα καθήκοντα. Η κατάσταση στο Κόσοβο βέβαια ήταν πολύ δύσκολη. Παρά την αλλαγή του καθεστώτος και τις πρωτοβουλίες που αυτό λάμβανε για τη χειραφέτηση των γυναικών, θεωρούνταν αδιανόητο για μια γυναίκα του Κοσόβου να φύγει μόνη της και να παραμείνει επί ένα μήνα στο Βελιγράδι όπως απαιτούνταν. Η Ντιντάρα σημειώνει ότι μεταξύ της ιδεολογίας και της πραγματικότητας υπήρχε ένα τεράστιο κενό, το οποίο χρειαζόταν αργή και συστηματική δουλειά πολλών ετών για να γεφυρωθεί. Μη βρίσκοντας άλλη κατάλληλη γυναίκα, ο Τόσε προτείνει στην Ντιντάρα να πάει η ίδια. Η ίδια αρνείται και λόγω της εγκυμοσύνης της και λόγω του ότι δεν μιλούσε σέρβικα. Όπως αναφέρει ήταν πολλές οι φορές που αντιμετώπιζε μια νέα πρόκληση με δισταγμό και φόβο, όμως πάντοτε ο άντρας της την στήριζε και επέμενε. Θα της έπαιρνε μερικά χρόνια ώσπου να αρχίσει να παίρνει μόνη της αντίστοιχες πρωτοβουλίες. Η διαμονή της στο Βελιγράδι άνοιξε μπροστά της έναν εντελώς καινούριο κόσμο. Σε σχέση με το φτωχό και οπισθοδρομικό Κόσοβο, το Βελιγράδι ήταν όπως λέει: «σα να προσγειώθηκα σε έναν καινούριο πλανήτη».

Πριν την άφιξή της στο Βελιγράδι, η Ντιντάρα μαζί με τον Τόσε πέρασαν από το Λίπλιαν, την πόλη καταγωγής του συζύγου της. Εκεί θα συναντούσε για πρώτη φορά την πεθερά της, η οποία δεν την ήθελε για νύφη λόγω εθνικότητας και θρησκείας. Όπως σημειώνει η Ντιντάρα αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο ήταν η αποφασιστικότητα του Τόσε ο οποίος ξεκαθάρισε στη μητέρα του ότι αν δε δεχόταν τη σύζυγό του, δεν θα τον ξαναέβλεπε. Η μητέρα του Τόσε υποχώρησε αποδεχόμενη κάτι λογικό, όμως η Ντιντάρα εύστοχα υπογραμμίζει ότι οι λόγοι υποχώρησής της δεν ήταν η ήττα του παράλογου από τη λογική αλλά η γυναικεία (μητρική) υποχώρηση μπροστά στην ανδρική ισχύ. Με άλλα λόγια στην περίπτωση του Τόσε, η μητέρα δεν μπορούσε να θυσιάσει τη σχέση της με τον γιο της ενώ στην περίπτωση της Ντιντάρα κάλλιστα ο πατέρας (και αναγκαστικά η μητέρα) μπορούσαν να θυσιάσουν την κόρη τους μπροστά στις ηθικές τους αξίες. Όντως, η μητέρα του Τόσε τη δέχτηκε και παρά κάποιες επισημάνσεις περί του θέματος της θρησκείας η συνύπαρξη των δύο θα ήταν εφεξής ομαλή.

Από το 1952 κι ενώ είχε ήδη γίνει μητέρα κι είχε λάβει περαιτέρω εκπαίδευση ώστε να γίνει καθηγήτρια ιστορίας, η Ντιντάρα ξεκίνησε να δίνει διαλέξεις σε χωριά του Κοσόβου εκ μέρους του Αντιφασιστικού Μετώπου Γυναικών. Αυτό που της ζητήθηκε από το κόμμα ήταν μέσω του δικού της παραδείγματος να πείσει τις γυναίκες να μπουν στην εκπαίδευση και να αφήσουν τον παλιό τρόπο ζωής. Η ίδια γνώριζε ότι οι γυναίκες που προσέρχονταν δεν το έκαναν με τη θέλησή τους αλλά λόγω της εντολής του κόμματος. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις οι σύζυγοί τους κι οι πατεράδες τους αρνούνταν να τους επιτρέψουν να παραστούν σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις. Όμως η Ντιντάρα θεωρούσε ότι έστω ένας μικρός αριθμός γυναικών θα επηρεαζόταν από τα λόγια της: «Αφού εγώ μπόρεσα, μπορείτε κι εσείς…» ήταν το μήνυμα που τους έφερνε.

Dider Student 1954

Φοιτήτρια το 1954

Η ζωή της Ντιντάρα συνέχισε να της προσφέρει νέες εμπειρίες και εξέλιξη. Φοίτησε στην Ανώτατη Παιδαγωγική Σχολή όπου συνειδητοποίησε την αγάπη της για τη μάθηση και την τελειότητα ενώ έγινε κολλητή με μία Σέρβα συμφοιτήτριά της. Το 1952 έκανε τις πρώτες της διακοπές, οργανωμένες από το σωματείο της. Για πρώτη φορά αντίκρυζε τη θάλασσα στη ζωή της ενώ όπως λέει έμαθε να κολυμπάει μαζί με τα παιδιά της. Κατά τη διαμονή τους στο Βελιγράδι για τις σπουδές τους, με τον σύζυγό της, έζησαν μια ζωή διαφορετικής ποιότητας. Επισκέπτονταν τακτικά τους κινηματογράφους και τα θέατρα και έκαναν βόλτες στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Αυτό όμως δεν θα διαρκούσε πολύ καθώς είχαν την υποχρέωση να επιστρέψουν στην επαρχία του Κοσόβου, η οποία τους είχε στείλει να σπουδάσουν και να φέρουν πίσω τις γνώσεις τους.

Επιστρέφοντας στο Κόσοβο, δίδαξε σε ένα μικτό σχολείο όπου οι μαθητές και το προσωπικό ήταν Σέρβοι και Αλβανοί. Παρότι οι σχέσεις μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας είχαν διακοπεί μετά τη ρήξη του 1948 και οι ελπίδες για τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας είχαν σβήσει, πικραίνοντας τους Αλβανούς του Κοσόβου και γεννώντας τους φόβους ότι μπορεί να υποστούν διώξεις όπως στο μεσοπόλεμο, μέσα στο σχολείο δεν υπήρχαν εκδηλώσεις μισαλλοδοξίας. Όντως το αλβανικό στοιχείο αντιμετωπιζόταν πολλές φορές με καχυποψία από τις Αρχές και τις μυστικές υπηρεσίες που φοβόντουσαν ότι μπορεί να μετατραπεί σε όργανο του Ενβέρ Χότζα, όμως όπως καταμαρτυρεί η Ντιντάρα, πέρα από κάποια περιστατικά κατάχρησης εξουσίας, η θέση των Αλβανών είχε βελτιωθεί ασύγκριτα σε σχέση με την προπολεμική περίοδο. Τα παιδιά φοιτούσαν σε μικτά σχολεία, χωρίς εθνικούς διαχωρισμούς έχοντας όμως το δικαίωμα να διδάσκονται στη γλώσσα τους. Το ίδιο και οι καθηγητές. Σέρβοι και Αλβανοί καθηγητές έφτιαχναν από κοινού το πρόγραμμα και ανήκαν σε κοινούς συλλόγους. Η Ντιντάρα σημειώνει ότι ναι μεν η κοινωνία που ζούσαν απείχε από το ιδανικό και υπήρχαν αντιπαραθέσεις Σέρβων και Αλβανών, όμως η κρατική πολιτική τις ανάγκαζε να παραμένουν στην ιδιωτική σφαίρα καθώς δεν υπήρχε περιθώριο για την εκδήλωση εθνικής μισαλλοδοξίας. Η ίδια η Ντιντάρα έχοντας κάνει έναν μικτό γάμο ένιωθε ότι απείχε και από τη μία και από την άλλη πλευρά.

«Δεν αποποιήθηκα την εθνικότητά μου εξαιτίας του μικτού μου γάμου αλλά στο πέρασμα του χρόνου υιοθέτησα καθαρά γιουγκοσλαβικό αυτοπροσδιορισμό. Κατανοούσα τον εαυτό μου ως Γιουγκο-αλβανίδα. Ακριβώς έτσι, και το ένα και το άλλο το ίδιο, σε ισότιμη μίξη … Αν δεν είχα παντρευτεί τον Τόσε και δεν είχαμε κάνει μαζί παιδιά ίσως να μην ένιωθα έτσι. Μαζί του και με τα παιδιά ένιωθα και τα δύο και Αλβανίδα και Γιουγκοσλάβα»

Στο σπίτι το ζευγάρι μιλούσε κυρίως σέρβικα και με τα παιδιά, όμως τα παιδιά μάθαιναν τραγούδια και στα αλβανικά ενώ η πεθερά της που ήταν βλαχικής καταγωγής από τα Μπίτολα (Μοναστήρι) τους μάθαινε τραγούδια και «σε αυτή την περίεργη γλώσσα». Χωρίς να υπάρχει ίχνος καταναγκασμού, η Ντιντάρα θυμάται ότι η επιλογή να στείλουν τα παιδιά τους σε σερβο-κροατικό σχολείο έγινε επειδή έτσι θεωρούσαν ότι θα έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Οι πινακίδες και τα δημόσια έγγραφα ήταν γραμμένα και στις δύο γλώσσες στην περιοχή του Κοσόβου (σερβικά-αλβανικά) αλλά η καθημερινή επικοινωνία μεταξύ Σέρβων και Αλβανών γινόταν στη σερβική γλώσσα. Τα αλβανόπουλα μάθαιναν και σερβο-κροατικά στα σχολεία τους όμως τα σερβόπουλα δεν είχαν καμία γνώση αλβανικών. Η κυβέρνηση του ΚΚΓ προσπάθησε στα επόμενα χρόνια να εισάγει τα αλβανικά στα σερβικά σχολεία όμως συνάντησε την άρνηση του σερβικού πληθυσμού και πολλών γονέων. Έτσι αποφάσισε να κάνει τη διδασκαλία αμφότερων των γλωσσών προαιρετική. Η Ντιντάρα θυμάται ότι το παιδί της που τότε πήγαινε γυμνάσιο της ανέφερε ότι στην ώρα των αλβανικών τα σερβόπουλα ετοίμαζαν απλά τα μαθήματα της επόμενης ώρας και κανένα δεν ενδιαφερόταν να παρακολουθήσει ενώ κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τη διδασκαλία των σερβικών στα αλβανόφωνα σχολεία του Κοσόβου.

Didar with family 1958

Ντιντάρα-Τόσα και τα δυο παιδιά τους το 1958

Βήματα μπροστά, αργά αλλά σταθερά

Στη δεκαετία του ’60 και του ’70 το Κόσοβο αποκτά ευρεία αυτονομία ενώ ανοίγει αλβανόφωνο πανεπιστήμιο στην Πρίστινα. Χτίζονται κι οι πρώτες φοιτητικές εστίες γεγονός που επιτρέπει στα φτωχά κορίτσια απ’ την επαρχία να φύγουν απ’ το σπίτι τους και να σπουδάσουν. Η Ντιντάρα υπογραμμίζει ότι έως τότε, για πολλά κορίτσια ήταν αδύνατο να φύγουν από το σπίτι τους και γίνονταν μητέρες στα 15 τους ή στα 18 τους. Οι δωρεάν φοιτητικές εστίες που προσέφερε το γιουγκοσλαβικό κράτος τους έδιναν την ευκαιρία ακόμα και να το σκάσουν από τα χωριά και τις κωμοπόλεις τους και να σπουδάσουν ελεύθερες στην πρωτεύουσα του Κοσόβου. Αυτό ανέβασε το επίπεδο μόρφωσης των νέων του Κοσόβου και συγκεκριμένα των νεαρών γυναικών που πλέον ως φοιτήτριες κι αργότερα εργαζόμενες γίνονταν μητέρες κατά μέσο όρο μια δεκαετία αργότερα ενώ έκαναν λιγότερα παιδιά απ’ ότι οι προηγούμενες γενιές. Ταυτόχρονα βέβαια η αλβανική γλώσσα γίνεται κυρίαρχη και ο αλβανικός πληθυσμός του Κοσόβου όλο και πιο συχνά αρνείται να χρησιμοποιήσει τα σερβικά. Τα πρώτα σημάδια του εθνικισμού γίνονται ορατά. Η Ντιντάρα θυμάται ότι κάποιοι ομοεθνείς της την κατηγορούσαν ότι «αποξένωσε» εθνικά τα παιδιά της επειδή δεν τους έμαθε αλβανικά ενώ κάποιοι Σέρβοι κατηγορούσαν μπροστά της τους Αλβανούς μη υπολογίζοντας ότι είναι κι αυτή μία απ’ αυτούς.

Παρά τα βήματα που είχαν γίνει η κοινωνία σε πολλές περιπτώσεις είχε τους δικούς τους ρυθμούς. Στη μικρή πόλη Ποντούγιεβο του Κοσόβου όπου δίδασκε η Ντιντάρα, θυμάται ότι στην τάξη υπήρχε μόνο ένα κορίτσι κι αυτό ήταν κόρη στελέχους του κόμματος ενώ η ίδια ήταν η μόνη δασκάλα. Αντιθέτως, στα σερβικά σχολεία υπήρχαν πολλά περισσότερα κορίτσια ενώ το διδακτικό προσωπικό αποτελούνταν πλειοψηφικά από γυναίκες.

Το 1955 η Ντιντάρα κι ο σύζυγός της αποφάσισαν να κάνουν δεύτερο παιδί αφού έβλεπαν τους μισθούς τους και την ποιότητα ζωής τους να ανεβαίνει. Την ίδια χρονιά και μετά από μεσολάβηση ενός κομματικού στελέχους και διαφόρων ενδιάμεσων ανθρώπων, η οικογένεια της Ντιντάρα τη δέχεται μετά από έξι χρόνια απόλυτης απομόνωσης και έλλειψης επικοινωνίας. Η ειρωνεία είναι ότι ο μεγάλος της αδερφός που την μύησε στις ιδέες του κομμουνισμού βρισκόταν εξόριστος στο νησί Γκόλι Ότοκ κατηγορούμενος ως οπαδός της Σοβιετικής Ένωσης και της Κομινφόρμ. Ο αδερφός της απελευθερώθηκε μετά από πέντε χρόνια όμως του πήρε αρκετά ακόμα χρόνια ώσπου να επανέλθει κοινωνικά στην ζωή που είχε προηγουμένως καθώς οι συντοπίτες του τον έβλεπαν με καχυποψία και κρατούσαν αποστάσεις αλλά και ο ίδιος έβλεπε τους πάντες με καχυποψία κι επιφυλακτικότητα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 όμως ο αδερφός της έγινε ξανά δεκτός στο κόμμα, έκανε διδακτορικό στο Βελιγράδι κι έγινε καθηγητής πανεπιστημίου στο πανεπιστήμιο της Πρίστινα.

Didar with Tito 1952 (Kosovo delegation)

Δίπλα στον Στρατάρχη Τίτο, με αντιπροσωπεία από το Κόσοβο

Η Ντιντάρα θυμάται τη διαρκώς ανοδική πορεία που είχε η ζωή με την οικογένειά της εκείνη την εποχή. Μετακόμισαν στην Πρίστινα σε μεγαλύτερο σπίτι σε συγκρότημα κατοικιών με άλλες οικογένειες της ηλικίας τους. Τα παιδιά τους έπαιζαν όλα μαζί στον κήπο και υπό μία έννοια μεγάλωναν όλα μαζί, συλλογικά καθώς πολλά πράγματα οι οικογένειες τα μοιράζονταν. Το ζευγάρι βρήκε ακόμα καλύτερες δουλειές ενώ δεν αντιμετώπιζε πλέον ελλείψεις βασικών ειδών. Ήταν μια χαρούμενη εποχή χωρίς στερήσεις για όλη την οικογένεια και τους λαούς της Γιουγκοσλαβίας. Η Ντιντάρα δίδασκε σε δημοτικό σχολείο της Πρίστινα όπου Σέρβοι κι Αλβανοί μαθητές και καθηγητές συνυπήρχαν αρμονικά.

Ωστόσο, όπως θυμάται, οι δουλειές του σπιτιού ήταν ακόμη ένα βάρος που έπεφτε σχεδόν αποκλειστικά πάνω της. Σε κάποια περίοδο που έπρεπε να δουλεύει διπλή βάρδια και σε πρωινό και σε νυχτερινό σχολείο και μετά να μαγειρεύει και να φροντίζει τα παιδιά θυμάται ότι ένιωθε ότι θα πεθάνει από την κούραση. Τότε, η λύση δόθηκε φέρνοντας την πεθερά της στο σπίτι που ανέλαβε τη φροντίδα του νοικοκυριού.

«Θαύμαζα τις γυναίκες που χωρίς βοήθεια από τις μητέρες/πεθερές τους κατάφερναν να είναι επιτυχημένες και στη δουλειά και στο σπίτι και να είναι επίσης κοινωνικά και πολιτικά ενεργές, όπως απαιτούνταν από μία σύγχρονη γυναίκα»

Η Ντιντάρα θα συνεχίσει τις σπουδές της, αυτή τη φορά στο πανεπιστήμιο των Σκοπίων και το 1963 θα αποφοιτήσει από το τμήμα ιστορίας της φιλοσοφικής σχολής. Η πολιτική της δράση γίνεται εντονότερη. Ως μέλος του Συμβουλίου για την Κοινωνική Δραστηριότητα των Γυναικών εργάζεται ανελιπώς για τη βελτίωση τη θέση της γυναίκας (κυρίως των αλβανίδων) στη γιουγκοσλαβική κοινωνία ενώ τα βράδια δίδασκε σε ειδικό σχολείο για τις γυναίκες που δούλευαν σε εργοστάσια υφαντουργίας στην Πρίστινα. Η αναγνώριση του έργου της δεν θα αργήσει να φτάσει. Το 1961 προτείνεται από το κόμμα για τη θέση της προέδρου της Συνδιάσκεψης Γυναικών του Κοσόβου κάτι που της φέρνει αμηχανία και φόβο ως προς τα νέα της καθήκοντα. Έκτοτε ξεκινά τη ζωή του «επαγγελματικού στελέχους». Η πρώτη της μεγάλη πρόκληση ήταν η εκπροσώπηση της Γιουγκοσλαβίας στο Παγκόσμιο Συνέδριο Γυναικών που θα γινόταν στην Τυνησία. Αυτή μια μουσουλμάνα αλβανίδα από το Κόσοβο θα εκπροσωπούσε τις Γιουγκοσλάβες γυναίκες σε ένα παγκόσμιο συνέδριο. Η ίδια θυμάται πόσο τιμητικά είχε νιώσει αλλά επίσης πόσο αποκαρδιωμένη είχε αισθανθεί όταν γυναίκες από άλλες χώρες λόγω της αντι-κομμουνιστικής προπαγάνδας της έλεγαν ότι δεν πίστευαν όσα έλεγε για τη ζωή της γυναίκας στη Γιουγκοσλαβία κάνοντάς της ανόητες ερωτήσεις σχετικά με τη ζωή εκεί.

Πίσω στη Γιουγκοσλαβία, η δουλειά ανάμεσα στις γυναίκες του Κοσόβου είχε αρχίσει επιτέλους να αποδίδει καρπούς στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Το πρώην σχολείο της Ντιντάρα στο Ποντούγιεβο από ένα κορίτσι που είχε στην τάξη της, πλέον αριθμούσε μισά κορίτσια – μισά αγόρια. Ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός Αλβανών και Αλβανίδων από το Κόσοβο σπούδαζαν και γίνονταν επιστήμονες. Παρ’ όλα αυτά στα πιο απομακρυσμένα σημεία της επαρχίας οι παλιοί κανόνες και συνήθειες επέμεναν. Η Ντιντάρα καταμαρτυρεί τις κοπιώδεις προσπάθειες που κατέβαλλε αυτή και τοπικοί ακτιβιστές/τριες ώστε να πειστούν οι πατεράδες να αφήσουν τις κόρες τους να πάνε στο σχολείο αλλά και οι νεαρές κοπέλες να εμπιστευτούν τους γυναικολόγους και να αρχίσουν να εξετάζονται. Μία από τις πιο ισχυρές της αναμνήσεις είναι οι απροειδοποίητες επισκέψεις που δεχόταν από γυναίκες που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά και της ζητούσαν να κανονίσει κρυφά ραντεβού με γιατρούς καθώς οι άντρες τους τις κατηγορούσαν για στειρότητα και τις απειλούσαν με διαζύγιο. Φυσικά πολλές φορές οι γυναίκες δεν είχαν κανένα πρόβλημα και ο γιατρός τους έλεγε ότι μάλλον το πρόβλημα είναι του συζύγου τους. Τις περισσότερες φορές αυτές οι γυναίκες θα υπερασπίζονταν τον άντρα τους και θα επανέρχονταν στη θέση ότι το πρόβλημα ήταν δικό τους, έτσι ακριβώς όπως είχαν δει, ακούσει και μάθει από παλιά…

Μια άλλη μάχη που έδωσε η Ντιντάρα για τις γυναίκες του Κοσόβου ήταν να αρχίσουν να γεννούν στα νοσοκομεία και όχι στο σπίτι τους καθώς η γυναικεία θνησιμότητα στις γέννες ήταν η μεγαλύτερη στη Γιουγκοσλαβία. Πολλές φτωχές οικογένειες σκέφτονταν τα χρήματα που απαιτούνταν για να μεταφερθεί η ετοιμόγεννη στο νοσοκομείο κι έτσι πολλές γέννες γίνονταν υπό ακατάλληλες συνθήκες στα σπίτια. Η Ντιντάρα θυμάται ότι συνάδελφοί της από άλλα σημεία της Γιουγκοσλαβίας έμενα έκθαμβες με το γεγονός ότι επικρατούσαν ακόμη τέτοια έθιμα και συνήθειες σε τμήμα της Γιουγκοσλαβίας. Βέβαια εκτός από ζητήματα οπισθοδρομικότητας και κουλτούρας το Κόσοβο παρέμενε η πιο φτωχή περιοχή της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.

Didar 1957

Η Ντιντάρα μαζί με συμφοιτήτριές της το 1957

Μέσα σε 20 χρόνια όμως από την έναρξη της προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Γιουγκοσλαβία, η Ντιντάρα έβλεπε να σπάνε αργά αλλά σταθερά τα διάφορα στερεότυπα σε σχέση με τη θέση της γυναίκας. Οι νέες γενιές γυναικών έβρισκαν τη θέση τους στην εργασία, κυκλοφορούσαν χωρίς φερετζέδες, πήγαιναν στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, παντρεύονταν αργότερα κι ήταν οικονομικά ανεξάρτητες. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για να την ικανοποιήσει…

Όπως σημείωνε η ίδια σε κάθε ευκαιρία που της δινόταν, αν το νέο γιουγκοσλαβικό κράτος και κόμμα ήθελε να μιλάει για πραγματική ισότητα τότε δεν έφτανε μόνο η είσοδος της γυναίκας στην εκπαίδευση και την εργασία αλλά απαιτούνταν η αύξηση και ενίσχυση των θέσεων των γυναικών στην πολιτική και τη διοίκηση. Όχι πως δεν είχε επιτευχθεί σημαντική πρόοδος, όπως σημειώνει, όμως υπήρχε ακόμα αντίσταση «από κάτω» και απροθυμία «από πάνω» ώστε να προχωρήσει η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ακόμα παραπάνω. Πολλές φορές τα πράγματα γίνονταν τυπικά. Σε ένα πολιτικό σώμα έπρεπε να υπάρχει ένας νεολαίος, ένας μειονοτικός, μία γυναίκα… «Εγώ ως νεαρή, γυναίκα, αλβανικής καταγωγής μπορούσα να καλύψω τρεις θέσεις τυπικά» σχολιάζει η Ντιντάρα.

Λόγω της μικρής παρουσίας γυναικών στα διοικητικά όργανα, η Ντιντάρα πρέπει να συνηθίσει να περνάει αμέτρητες ώρες σε συνεδριάσεις με αντρικές παρέες. Όπως θυμάται, γινόταν δεκτή, έμπαινε στο κλίμα των αστείων, οι άντρες την έβλεπαν ως «έναν απ’ αυτούς» αλλά δεν έλειπαν τα γενικά σχόλια προκατάληψης για τις γυναίκες «που διαρκώς χώνουν τη μύτη τους στις αντρικές δουλειές.» Επιπλέον, ενώ ο σύζυγός της δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη συναναστροφή της με άντρες, η οικογένειά της στο Κόσοβο συχνά επεμβαίνει για να τη συνετίσει ειδικά όποτε φτάνει στ’ αυτιά τους ότι η κόρη τους εθεάθη με αντρική παρέα χωρίς τον σύζυγό της.

Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 η Ντιντάρα θυμάται τη ζωή της να είναι αρκετά όμορφη και γεμάτη. Ωστόσο, όπως σχολιάζει, το κράτος δεν είχε καταφέρει να προσφέρει όλη την ανακούφιση που υποσχόταν στους εργαζόμενους και κυρίως στις γυναίκες. Μια σειρά από αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. έλλειψη καταψυκτών και άλλων μέσων που βοηθούν στο νοικοκυριό) αλλά κυρίως ο φόρτος της εργασίας, του νοικοκυριού και της ανατροφής των παιδιών οδηγούσαν σε μία μόνιμη αίσθηση κούρασης κατά περιόδους. Αυτό οδήγησε τη Ντιντάρα και τον επίσης πολυάσχολο συζυγό της να προσλάβουν οικιακή βοηθό με πλήρη σχέση εργασίας, την οποία και κράτησαν για δέκα έτη.

Didar '60s

Στιγμιότυπο από την πολιτική της καριέρα

Το 1969, η Ντιντάρα εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Για την προεκλογική της εκστρατεία επισκέφτηκε πολλά χωριά του Κοσόβου. Εκεί αποκόμισε την εντύπωση ότι για τις γυναίκες ήταν σημαντικό ότι ήταν γυναίκα και συνολικά για τον αλβανικό πληθυσμό το ότι είχε κρατήσει και το πατρικό της επώνυμο. Πολλοί έρχονταν να την ακούσουν και να τη γνωρίσουν ως «την Αλβανίδα που παντρεύτηκε Σέρβο». Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο στο χωριό Σούβα Ρέκα. Μια μεγάλη αλβανική οικογένεια πηγαίνει για να ψηφίσει. Διαβάζοντας τα ονόματα των υποψηφίων, ο πρεσβύτερος της οικογένειας φτάνει στο όνομα της Ντιντάρα: «Αυτή είναι αλβανίδα;» ρωτάει τον υπεύθυνο που βρισκόταν στο εκλογικό τμήμα και όταν παίρνει καταφατική απάντηση συνεχίζει: «Και τότε τί είναι αυτό το Τζόρτζεβιτς;».
«Αυτό είναι το επώνυμο του συζύγου της» απαντάει ο υπεύθυνος.
«Δηλαδή δεν μπόρεσε να βρει άντρα και έψαξε ανάμεσα στους Σέρβους…» συνεχίζει ο Αλβανός άντρας. Ο υπεύθυνος εξηγεί ότι μάλλον πρόκειται για ζήτημα αγάπης και σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχουν σύνορα.
Τότε ο Αλβανός άντρας σχολιάζει: «Τότε μιλάμε για μεγάλη αγάπη. Αν το έκανε από αγάπη τότε αυτό πάει να πει ότι είναι πολύ γενναία γυναίκα. Θα την ψηφίσουμε!».
Όπως υπογραμμίζει η Ντιντάρα, ήταν προφανές ότι οι προκαταλήψεις σε σχέση με τους μικτούς γάμους δεν είχαν πάψει να υφίστανται, όμως το γεγονός ότι είχε ψηφιστεί από τόσες χιλιάδες άτομα μάλλον έδειχνε ταυτόχρονα και την ύπαρξη μίας ανεκτικότητας αν όχι αποδοχής που είχε δημιουργηθεί στον πληθυσμό.

Στη θέση της αντιπροσώπου στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο παρέμεινε για τέσσερα χρόνια, ως το 1973. Στη διάρκεια της θητείας της διαπίστωσε τα όρια που τίθονταν για τις γυναίκες. Ήταν φυσικά αποδεκτές και ισότιμες στη συζήτηση και στην προετοιμασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου όμως ποτέ δεν έπαιρναν επιτελική θέση σε θέσεις-κλειδιά κοινώς σε θέσεις όπου λαμβάνονταν αποφάσεις για την υψηλή πολιτική. Αυτό ήταν και μια αντανάκλαση, όπως σημειώνει, του βαθμού στον οποίο είχε επιλυθεί το γυναικείο ζήτημα στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία.

Για παράδειγμα όταν ο Τίτο ή ο Ρόμπερτ Μακναμάρα (Υπ. Άμυνας των ΗΠΑ) επισκέφτηκαν το Κόσοβο, η Ντιντάρα επιφορτίστηκε με το καθήκον της υποδοχής και ξενάγησης των συζύγων της. Σύμφωνα με την ίδια, δεν θα είχε πρόβλημα αν αναλάμβανε το ίδιο καθήκον με την ιδιότητα της συζύγου ενός Κοσοβάρου πολιτικού όμως η δουλειά αυτή της δινόταν ενώ ήταν πολιτικός τη στιγμή που την υποδοχή και ξενάγηση των ανδρών πολιτικών αναλάμβαναν πάντοτε άνδρες. Ωστόσο, οι πολιτικοί καθοδηγητές της πάντοτε της επεσήμαναν πόσο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ως γυναίκα και Αλβανίδα κατείχε μια πολιτική θέση. Έτσι, η Ντιντάρα έχοντας επιπλέον το κίνητρο να αποδείξει τη χρησιμότητά της παρήγαγε έργο ως μέλος επιτροπών και πιο συγκεκριμένα ως επικεφαλής της τοπικής επιτροπής για κοινωνικά ζητήματα και ζητήματα υγείας. Το μεγαλύτερό της έργο στη διάρκεια της θητείας της θεωρεί ότι ήταν η εύρεση πόρων, η ανέγερση και λειτουργία του Κέντρου Υγείας στην πόλη Λέσκοβατς και άλλων μικρότερων κλινικών στην επαρχία του Κοσόβου.

Didar

Η Ντιντάρα


Οικονομική κρίση και άνοδος του εθνικισμού

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ως τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η Ντιντάρα εργάστηκε ως υπεύθυνη για θέματα Κοινωνικής Πολιτικής και Πολιτικής Υγείας της Σοσιαλιστικής Συμμαχίας (μετεξέλιξη του Λαϊκού Μετώπου) της περιοχής του Κοσόβου. Δουλειά της ήταν να ενημερώνεται για τα προβλήματα και να συντάσσει προτάσεις για τα συγκεκριμένα ζητήματα. Η ίδια θυμάται μέσα από τον εργασιακό βίο του άντρα της και της ίδιας πως διαφαινόταν η ανάπτυξη της οικονομικής κρίσης στη Γιουγκοσλαβία. Θυμάται την έλλειψη πόρων για φάρμακα και νοσοκομεία και την αυξανόμενη ανεργία στο Κόσοβο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ταυτόχρονα με τις κινήσεις της τοπικής ηγεσίας που είχε ως στόχο την όσο μεγαλύτερη ανεξαρτησία γινόταν από το Βελιγράδι. Η ίδια εκτιμάει ότι η άνοδος του εθνικισμού στο Κόσοβο, τόσο των Σέρβων, όσο και των Αλβανών στη δεκαετία του ’80 οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην κοινωνική δυσαρέσκεια αλλά τονίζει πως προσωπικά εκείνη πιάστηκε εντελώς απροετοίμαστη όταν ξέσπασαν οι μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις στο Κόσοβο, οι οποίες ξεκίνησαν από το ζήτημα της στέγης για τους φοιτητές και πήραν αργότερα εθνικιστικό χαρακτήρα. Όπως χαρακτηριστικά λέει, αν και ζούσε κι εργαζόταν εκεί δεν είχε παρατηρήσει ότι γεννιέται κάτι τέτοιο στην κοινωνία.

Τότε άρχισαν να αναπτύσσονται οι θεωρίες για το σε ποιον ανήκει ιστορικά το Κόσοβο: στους απογόνους των Ιλλυρίων όπως θεωρούνταν οι Αλβανοί ή διαχρονικά στους Σέρβους; Μαζί με αυτά τα ερωτήματα που συζητιόντουσαν πλέον δημόσια εμφανίστηκαν και οι πρώτες θεωρίες συνωμοσίας εκατέρωθεν για μεθοδευμένες μετακινήσεις πληθυσμών είτε από τη Σερβία, είτε από την Αλβανία προκειμένου να ενισχυθεί το αντίστοιχο εθνικό στοιχείο.

«Για το κοινό Κόσοβο, ως μια κοινή αυλή που ανήκει σε όλους το ίδιο, συζητιόταν όλο και λιγότερο … ένιωθα όλο και περισσότερο ρευστή ανάμεσα σε δυο πυρά. Οι Σέρβοι γνωστοί μου συχνά με διέκοπταν: τί θέλουν αυτοί οι δικοί σου; δεν τους τα ‘χουμε δώσει όλα; … τους ρωτούσα ποιοί είναι αυτοί οι δικοί μου και ποιοί είναι αυτοί οι εμείς που τους τα ‘χουν δώσει όλα. Είχαν οι Αλβανοί του Κοσόβου δικαιώματα ή επρόκειτο για β’ κατηγορίας πολίτες οι οποίοι ευεργετούνταν από κάποιους άλλους με δώρα; … Και από την άλλη πλευρά άκουγα όλο και συχνότερα ιστορίες για την Αλβανία ως γη ελευθερίας και δικαιοσύνης, σε αντιπαράθεση με αυτή τη χώρα που ζούσαμε τώρα … Προσωπικά αισθανόμουν όλο και λιγότερο σαν στο σπίτι μου ανεξάρτητα με το πού βρισκόμουν.»

Η Ντιντάρα σημειώνει ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’80 υποστήριζε την κεντρική πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους και θεωρούσε καθήκον της να αντιμάχεται τον αλβανικό εθνικισμό. Αυτό όμως έφτασε σε ένα όριο όταν ξέσπασε η αντι-αλβανική μιντιακή καμπάνια στα σερβικά ΜΜΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Τότε σοκαρισμένη από το ότι για πρώτη φορά στη Γιουγκοσλαβία δινόταν δημόσιο βήμα και χώρος στην καλλιέργεια σοβινιστικού μίσους αποφάσισε να τραβηχτεί πίσω και να μην ταυτιστεί με καμία από τις δύο πλευρές. Τα ΜΜΕ λειτουργούσαν, όπως λέει, λες και εσκεμμένα ήθελαν να μεγαλώσει το χάσμα ανάμεσα στις δύο κοινότητες ενώ όσο ο καιρός περνούσε η ίδια παρατηρούσε ανθρώπους που γνώριζε και αγαπούσαν τη Γιουγκοσλαβία ως σύνολο να «επιλέγουν» πλευρά. Ξαφνικά είχε γίνει πολύ δύσκολο για έναν Αλβανό φοιτητή να βρει διαμέρισμα στο Βελιγράδι όπου σπούδαζε καθώς όταν έβλεπαν τα ονόματά τους οι ιδιοκτήτες των σπιτιών αρνούνταν να τα νοικιάσουν ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες Σέρβοι εγκατέλειπαν το Κόσοβο κάτω από την υστερία που καλλιεργούνταν εντέχνως από τα ΜΜΕ για βιασμούς Σερβίδων από Αλβανούς… Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, η Ντιντάρα συνειδητοποιεί ότι πλέον αυτό που εξέφραζε η ίδια ως στάση ζωής και ως παράδειγμα δεν ήταν πλέον αποδεκτό από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Οι άνθρωποι, είτε Σέρβοι, είτε Αλβανοί, είτε και άλλων εθνικοτήτων στρέφονταν αποκλειστικά στους ομοεθνείς τους, οι μικτοί γάμοι επικρίνονταν και ο καθένας μιλούσε πλέον αποκλειστικά για την ευαλωτότητα του έθνους του. Όπως υπογραμμίζει, σίγουρα υπήρχαν και άνθρωποι που σκέφτονταν διαφορετικά όμως τα χρόνια αυτά δεν άκουσε ποτέ κάποιον Αλβανό να επικρίνει τον αλβανικό εθνικισμό και κανέναν Σέρβο ή Μαυροβούνιο να μιλά ενάντια στην πολιτική του Μιλόσεβιτς. Η ίδια επέλεξε την απόσυρση στην ιδιωτική σφαίρα και την αποφυγή των πολιτικών συζητήσεων. Αυτή ήταν η άμυνά της. Ο σύζυγός της σχολίασε αυτήν της τη στάση λέγοντάς της: «Από τί τρέχεις να ξεφύγεις; Δεν μπορείς να εκτρέψεις τον Δρίνο, ούτε να τον διορθώσεις.»
Όντως, αυτό που η Ντιντάρα εκπροσωπούσε με το παράδειγμά της σε όλη της τη ζωή, η Γιουγκοσλαβία που της είχε αλλάξει ζωή και προσανατολισμό, αυτή που την είχε «εκτρέψει» από τη μοίρα των γυναικών στο Κόσοβο έχανε έδαφος και έπαυε σιγά σιγά να υπάρχει.

«Αυτό που με περηφάνια ανάτρεφα τόσο καιρό, η «πρόσμιξή» μου που ήταν όλη μου η ζωή έγινε μέσα σε λίγο καιρό κάτι ντροπιαστικό στα μάτια των περισσοτέρων, ένα μειονέκτημα που έπρεπε να κρυφτεί»

Didar with husband, daughter and grandchild

Ως ηλικιωμένο ζευγάρι με τον σύζυγό της, την κόρη τους και τον εγγονό τους

Μετά την καταστροφή … και πάλι αισιόδοξη

Η Ντιντάρα και ο σύζυγός της Τόσα αντιστάθηκαν για κάποια χρόνια σε όσους τους συμβούλευαν να εγκαταλείψουν το Κόσοβο και να πάνε στο Βελιγράδι. Όμως, μετά το τέλος του πολέμου στην Κροατία, όταν είδαν τα κομβόι των χιλιάδων Σέρβων προσφύγων να εγκαταλείπουν την Κροατία πήραν τη μεγάλη απόφαση, πούλησαν το σπίτι για το οποίο είχαν δουλέψει μια ολόκληρη ζωή και μετακόμισαν στο Βελιγράδι. Από εκεί βίωσαν και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, και τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ και τον πόλεμο στο Κόσοβο, το οποίο δεν ξαναεπισκέφτηκαν. Στο Βελιγράδι η Ντιντάρα ήρθε αντιμέτωπη με την καχυποψία κάποιων ντόπιων λόγω της καταγωγής της, όμως όπως καταμαρτυρεί, οι φίλοι τους κι οι συγγενείς του συζύγου της ποτέ δεν τους εγκατέλειψαν. Αυτό της έδωσε μια ελπίδα.

«Παρά το εθνικό μίσος, οι φιλικοί και οικογενειακοί μας δεσμοί παρέμειναν ανέγγιχτοι. Τα παιδιά μου και τα παιδιά των αδερφών μου κατάφεραν να επιπλεύσουν πάνω από τα όσα μας είχαν τραυματίσει για χρόνια. Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν είναι εντελώς μόνοι. Έχω ακούσει και άλλες παρόμοιες ιστορίες και αυτό με γεμίζει ελπίδα ότι δεν έχουν όλα αλλάξει και διακοπεί ανεπιστρεπτί. Ότι γίνεται (ακόμα και στο Κόσοβο!) εκ νέου να ζήσουμε μαζί ακόμα και στα πλαίσια μιας πολυεθνικής, πολυπολιτισμικής Ευρώπης. Μόνο που τότε δεν θα είναι πλέον η δική μου ιστορία αλλά, ελπίζω, μια ομορφότερη και πιο χαρούμενη ιστορία των δικών μου και όλων των δικών μας εγγονιών»

 

Didar tent

Η οικογένεια Ντουκατζίνι – Τζόρτζεβιτς, ένα παράδειγμα για την προσπάθεια ξεπεράσματος των εθνικιστικών διαχωρισμών και της οικοδόμησης μιας δίκαιης, ευτυχισμένης ζωής

Πηγή: Το άρθρο αποτελεί τμηματική μετάφραση και απόδοση από τα κροατικά των συνεντεύξεων από την ανθρωπολόγο καθηγήτρια πανεπιστημίου Miroslava Malešević που δημοσιεύτηκαν σε 12 συνέχειες στην ιστοσελίδα: https://www.xxzmagazin.com/pretraga?search-term=Didara

 

Η Πρωτομαγιά στα Βαλκάνια (ιστορία, ιστορίες, εικόνες)

Η Πρωτομαγιά των Βαλκανίων (ιστορία, ιστορίες και φωτογραφίες)

Ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς στα Βαλκάνια έχει βαθιές ρίζες καθώς οι πρώτες εργατικές εκδηλώσεις σε αλληλεγγύη και συνέχεια των αγώνων των εργατών του Σικάγο θα γίνουν ήδη το 1890. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια εικόνα κάποιων σημαντικών πρωτομαγιάτικων εορτασμών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα συνδυάζοντάς τες με φωτογραφικό υλικό. Όπως θα δείτε, η 1η Μάη στα Βαλκάνια σημαδεύτηκε από πολύ νωρίς από αγώνες κι απεργίες για μια καλύτερη ζωή – κοινό αίτημα όλων των εργαζομένων ανεξαρτήτως έθνους και θρησκείας – όμως ταυτόχρονα ήταν και μια ευκαιρία για την εργατική τάξη να γιορτάσει οργανωμένα και συλλογικά, μακριά από την πίεση της εργασίας. Ελπίζουμε να απολαύσετε μια βαλκανική ιστορία της Πρωτομαγιάς.

Η Πρωτομαγιά στη Βουλγαρία

Η πρώτη μαζική πρωτομαγιάτικη διαδήλωση στη Σόφια πραγματοποιήθηκε το 1893. Την επόμενη χρονιά συγκεντρώνονται πάνω από 2.000 άτομα ενώ κατά την Πρωτομαγιά του 1895 οι συγκεντρώσεις επεκτείνονται σε όλες τις μεγάλες βουλγαρικές πόλεις (Σόφια, Γκάμπροβο, Βελίκο Τρνοβο, Κιουστεντίλ, Σλίβεν κ.α.). Τότε σημειώνονται κι οι πρώτες επεμβάσεις της αστυνομίας που επιχειρεί να διαλύσει τους συγκεντρωμένους κάνοντας δεκάδες συλλήψεις.

Τα επόμενα χρόνια εντοπίζονται στις συγκεντρώσεις και οι πρώτες γυναίκες. Το 1901 η Πρωτομαγιά στη Σόφια προσελκύει 4.000 άτομα ενώ στο Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη) συμμετέχουν εκπρόσωποι της ελληνικής, αρμένικης και τουρκικής κοινότητας. Στα χρόνια που ακολουθούν σημειώνονται οι πρώτες απολύσεις λόγω συμμετοχής στις πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις. Το 1912 σημειώνονται τα πρώτα κλεισίματα εργοστασίων λόγω άρνησης των εργατών τους να δουλέψουν την 1η Μάη.

1st May 1901 Plovdiv

Η πολυεθνική Πρωτομαγιά στο Πλόβντιβ, το 1901 (Βούλγαροι, Αρμένιοι, Έλληνες και Τούρκοι)

1st May 1905 Sofia

Πρωτομαγιά 1905, Σόφια

Από το 1912 έως το 1918 η Βουλγαρία μπαίνει σε μια μεγάλη περίοδο συμμετοχής σε πολέμους που καταλήγουν σε εθνικές καταστροφές. Στα χρόνια των πολέμων η Πρωτομαγιά συνεχίζει να γιορτάζεται ενώ σε μερικές συγκεντρώσεις συμμετέχουν πάνω από 40.000 άτομα. Οι συγκεντρώσεις αυτές λαμβάνουν και αντιπολεμικό χαρακτήρα.

Την πρώτη χρονιά μετά το τέλος των πολέμων, κατά τον εορτασμό της 1ης Μάη 1919, στη Σόφια συμμετέχουν 20.000 άτομα, στο Πλόβντιβ 15.000 ενώ σε πόλεις όπως το Σλίβεν και τη Στάρα Ζαγκόρα νεκρώνουν εργοστάσια και μαζικοί χώροι εργασίας. Στο Σλίβεν που τότε αριθμεί 30.000 κατοίκους, οι πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις προσελκύουν περί τους 12.000.

Sofia 1st May 1919

Πρωτομαγιά 1919, Σόφια

Οι μεγαλύτερες πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις θα σημειωθούν την 1η Μάη 1923 όταν σε ολόκληρη τη Βουλγαρία οι διαδηλωτές υπολογίζονται σε 250.000 (30.000 στη Σόφια, 6.000 στο Πέρνικ κ.α.). Εκείνη τη μέρα λόγω της απεργίας δεν τυπώνεται ούτε μία εφημερίδα, δεν κυκλοφορούν τα τραμ και πολλοί εργασιακοί χώροι παγώνουν.

Η διαδήλωση αυτή προετοιμάζει την εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1923. Μετά την εργατο-αγροτική εξέγερση που καταλήγει σε ήττα των εξεγερμένων, η νέα κυβέρνηση της Βουλγαρίας απαγορεύει τον εορτασμό της 1ης Μάη. Αυτό όμως δεν εμποδίζει πολλούς εργάτες/τριες να απέχουν από την εργασία σε πολλές φάμπρικές και να προκηρύσσουν απεργίες, όπως στην περίπτωση των καπνεργατών στο Πλόβντιβ, όταν 4.000 καπνεργάτες διαδήλωσαν την 1η Μάη του 1924 στους δρόμους της πόλης.

Οι βουλγαρικές κυβερνήσεις μετά το 1925 θα επιβάλλουν σιδηρά απαγόρευση των πρωτομαγιάτικων διαδηλώσεων. Σε κάθε προσπάθεια των εργατών να διαδηλώσουν, το κράτος απαντάει με μαζικές συλλήψεις. Έτσι, έως την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι εργάτες/τριες της Βουλγαρίας θα περιοριστούν στην προκήρυξη απεργιών δίχως διαδηλώσεις.

Η 1η Μάη θα ξαναρχίσει να γιορτάζεται από το 1945, αυτή τη φορά ως επίσημη κρατική αργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας.

1st May Bulgaria socialism

Πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις στη Σόφια επί Λαϊκής Δημοκρατίας Βουλγαρίας. Ξεχωρίζουν τα πορτραίτα του Λένιν και του Δημητρόφ και η επιγραφή: «Όσο πιο καλά δουλεύουμε, τόσο πιο καλά θα ζήσουμε»

577578_597780940245528_240114355_n


Η Πρωτομαγιά στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο

Στην ευρύτερη μακεδονική επικράτεια, η 1η Μάη γιορτάζεται από πολύ νωρίς. Έτσι, το 1898 διαβάζουμε την “΄Εκκληση προς τον μακεδονικό λαό” από τη Μακεδονική Επαναστατική Σοσιαλιστική Ομάδα με έδρα τη Σόφια ότι οι Μακεδόνες εργάτες πρέπει να ενώσουν τη φωνή τους με τους Βούλγαρους εργάτες και να φωνάξουν “Κάτω η τυραννία του Σουλτάνου Χαμίντ!” και “Ζήτω η 1η Μάη!”. Στην έκκληση επικρίνονται όσοι περιμένουν την ελευθερία από τις Μεγάλες Δυνάμεις ενώ γίνεται λόγος για την πάλη του λαού από την Κρήτη ως τη Μακεδονία κι απ’ τον ποταμό Έβρο ως τον Δρίνο για την απελευθέρωση από το σουλτανικό, τυραννικό καθεστώς και την ενιαία σοσιαλιστική δημοκρατία, της ελευθερίας και της ισότητας.

Την ίδια χρονιά, το μήνυμα της 1ης Μάη φτάνει μέχρι και σε χωριά γύρω από την πόλη Μπίτολα, όπου με πρωτοβουλία ντόπιων σοσιαλιστών, χωρικοί μαζεύονται και συζητούν για το νόημα της ημέρας.

Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, η πολιτική ζωή στην οθωμανική Μακεδονία θα λάβει πρόσκαιρα πιο ελεύθερο χαρακτήρα. Έτσι, το 1909 η Πρωτομαγιά θα εορταστεί με μικρές συγκεντρώσεις τόσο στην πόλη των Σκοπίων, όσο και στο Κουμάνοβο. Το ίδιο θα γίνει και στη Θεσσαλονίκη.

Prvomajska_proslava_vo_Skopje,_1909

1η Μάη 1909 στην πόλη των Σκοπίων

Kumanovo_1_of_May_1909

Πρωτομαγιά 1909, Κουμάνοβο

751px-First_of_May_in_Beshchinar_in_Tessaloniki

Βούλγαροι γιορτάζουν την Πρωτομαγιά στη Θεσσαλονίκη, το 1908

Στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η πολυεθνική σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν οργανώνει την πρώτη μεγάλη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση το 1910, όπου μιλά ο Βούλγαρος σοσιαλιστής και εμβληματική προσωπικότητα για το σοσιαλιστικό κίνημα στα Βαλκάνια, Κριστιάν Ρακόφσκι. Την επόμενη χρονιά, η διαδήλωση της Φεντερασιόν θα συγκεντρώσει 20.000 άτομα. Όπως αναφέρουν μέλη της ηγεσίας της Φεντερασιόν σε επιστολή τους προς τη Σοσιαλιστική Διεθνή:

Ενας μεγάλος αριθμός μη συνδικαλισμένων εργατών πήραν μέρος στην κινητοποίηση. Σταμάτησε κάθε δραστηριότητα στην πόλη μας, γεγονός που υποχρέωσε τα περισσότερα αφεντικά να κλείσουν τα μαγαζιά τους και να πάρουν μέρος στη γιορτή σαν παρατηρητές. Ολες οι εθνότητες, από τις οποίες αποτελείται ο πληθυσμός μας ήταν παρούσες, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Η πορεία διέσχισε τους κεντρικούς δρόμους της πόλης μας, σταματώντας στα πιο πολυσύχναστα μέρη. Ο σύντροφός μας, ο βουλευτής Βλάχοφ (πρόκειται για Βούλγαρο-Μακεδόνα σοσιαλιστή), εκφώνησε ένα σημαντικό λόγο στην πλατεία Ελευθερίας, μπροστά σε ένα κοινό 20.000 ατόμων”

μεταξύ των χιλιάδων διαδηλωτών, κατατεταγμένων κατά επάγγελμα, τα λάβαρα ήσαν όλα ερυθρά, σοσιαλιστικά, η δε Διεθνής, ο σοσιαλιστικός ύμνος, ήρχισε εις διάφορες γλώσσες ταυτοχρόνως, 12.000 εργάται απήργησαν, 7.000 παρήλασαν. Ήτο καθαρά πλέον η υπερίσχυσις των σοσιαλιστών.”

Στη διαδήλωση της 1η Μάη 1911 μίλησαν επίσης εργάτες-εκπρόσωποι άλλων εθνοτήτων της πόλης, όπως ο Έλληνας Παπαθωμάς, ο Τούρκος Ιχσάν και οι Εβραίοι Αρδίττι και Μπεναρόγια.

Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η οθωμανική αστυνομία θα επέμβει και θα συλλάβει την ηγεσία της Φεντερασιόν. Παρότι είχε μπει στο στόχαστρο των οθωμανικών αρχών, η Φεντερασιόν θα καταφέρει να οργανώσει Πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση 7.000 ατόμων και την επόμενη χρονιά.

Φεντερασιόν θεσσαλονίκη 1911

Διαδήλωση της Φεντερασιόν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης


Σ
την πρώην Γιουγκοσλαβία

Στην Κροατία ήδη από το 1900, εργάτες συγκεντρώνονται κατά την 1η Μάη στο κέντρο του Ζάγκρεμπ απαιτώντας “ανθρώπινη ζωή”. Στην περιοχή της Ριέκα, ακόμα υπό αυστρο-ουγγρική κυριαρχία, η 1η Μάη του 1908 εορτάζεται με τρίγλωσση αφίσα στα Ιταλικά, τα Κροατικά και τα Ουγγρικά.

Prvi_svibanj_1908_Rijeka

Η τρίγλωσση αφίσα που καλεί τους εργαζόμενους στις πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις του 1908 στη Ριέκα

Τα επαναστατικά γεγονότα στη Ρωσία, το 1905 επηρεάζουν τους σλαβικούς λαούς των Βαλκανίων.

Η πρώτη μεγάλη πρωτομαγιάτικη διαδήλωση στη Σερβία σημειώνεται το 1905. Οι Σέρβοι εργάτες διαδηλώνουν για το 8ωρο και σε αλληλεγγύη στους αγώνες του ρωσικού λαού εναντίον του Τσάρου. Περισσότεροι από 6.000 διαδηλωτές παίρνουν μέρος στο Βελιγράδι, 2.000 στο Νις, 1.500 στο Πίροτ, 800 στο Κραγκούγιεβατς κ.α. Με την ίδρυση του γιουγκοσλαβικού κράτους μετά τον Α’ΠΠ ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς απαγορεύεται και το 1919 γίνονται αθρόες συλλήψεις διαδηλωτών στο Βελιγράδι και σε άλλες πόλεις.

Prvi_maj_1905 Beograd

1η Μάη 1905, Βελιγράδι

prvi_maj_1912 beograd

1η Μάη 1912, Βελιγράδι

Όπως συμβαίνει και στις υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων και της Ευρώπης, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, οι πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις γιγαντώνονται και αποκτούν πιο διεκδικητικό χαρακτήρα.

Την Πρωτομαγιά του 1920 στην πόλη Πούλα της σημερινής Κροατίας (τότε ανήκε στην Ιταλία), σημειώνονται σοβαρές συγκρούσεις με την αστυνομία, με αποτέλεσμα 7 νεκρούς διαδηλωτές και 126 τραυματίες. Η αστυνομία κι ο στρατός επιχείρησαν να περιορίσουν τη διαδήλωση σε δύο δρόμους της πόλης, όμως οι διαδηλωτές έσπασαν τα κορδόνια και ξεχύθηκαν και σε άλλα μέρη της πόλης ενώ κάποιοι ανέβηκαν στις στέγες των σπιτιών και πετούσαν κεραμίδια στις δυνάμεις ασφαλείας, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να ανοίξουν πυρ αδιακρίτως.

Zagreb 1924

Πρωτομαγιά στο Ζάγκρεμπ, 1924

Στη Βοσνία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Μπάνια Λούκα, η Πρωτομαγιά θα γιορταστεί για πρώτη φορά το 1906 όταν η πόλη βρίσκεται ακόμα υπό αυστρο-ουγγρική διοίκηση. Στην απεργία στην κωμόπολη Βρμπας της Βοσνίας θα πάρουν μέρος 700 εργάτες παραλύοντας την παραγωγή. Η μεγαλύτερη πρωτομαγιάτικη διαδήλωση στην περιοχή θα γίνει μετά τον Α’ΠΠ και συγκεκριμένα το 1920. Εκείνη τη χρονιά, γύρω στους 3.000 διαδηλωτές θα πορευτούν στους δρόμους της πόλης . Από την επόμενη χρονιά, οι απεργοί της Πρωτομαγιάς θα αναγκαστούν να γιορτάζουν την ημέρα σε απομακρυσμένες περιοχές στη φύση αφού η βασιλική κυβέρνηση θα απαγορεύσει τις διαδηλώσεις ως “φιλο-κομμουνιστικές”.

Banjaluka-01-proslava-1.-maja-1921.-godine-u-Trapistkoj-sumi

Οι εργάτες απεργούν και γιορτάζουν στα δάση της Βοσνίας λόγω απαγόρευσης διαδηλώσεων, 1921, περοχή Μπάνια Λούκα

Στην περιοχή της Βοϊβοντίνα, το εργατικό κίνημα θα πιάσει το νήμα των αγώνων του Σικάγο πολύ νωρίς. Ήδη από το 1890 μια εκατοντάδα εργάτες της περιοχής διοργανώνουν συγκέντρωση τιμής στα θύματα της απεργίας του Σικάγο τέσσερα χρόνια πριν. Το 1905 στην πόλη Νόβι Σαντ της σημερινής Σερβίας θα γιορταστεί επίσημα με εργατική συγκέντρωση η Πρωτομαγιά. Δύο χρόνια αργότερα οι πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις θα απαγορευτούν, όμως για πρώτη φορά το 1907 σημειώνεται εργατική απεργία την 1η Μάη, όταν 19 εργάτες/τριες στον τομέα της επεξεργασίας δέρματος δεν θα πάνε στη δουλειά.

εργάτες λατομείου Φρούσκα Γκόρα

Εργάτες του λατομείου στην περιοχή Φρούσκα Γκόρα της Βοϊβοντίνα γιορτάζουν την 1η Μάη

Σημαντική για την περιοχή είναι κι η Πρωτομαγιά του 1924, όταν παρά την απαγόρευση, 4.000 εργάτες και εργάτριες θα συγκεντρωθούν στο κέντρο του Νόβι Σαντ φορώντας κόκκινες κορδέλες. Τις προηγούμενες ημέρες είχαν γεμίσει την πόλη με φυλλάδια και αφίσες κάνοντας τον επικεφαλής της αστυνομίας να δηλώσει ότι οι κομμουνιστές είχαν κρεμάσει αφίσα ακόμα και στη μύτη του. Την ημέρα της συγκέντρωσης, η αστυνομία περικύκλωσε το θέατρο όπου θα γινόταν εργατική συνέλευση και συνέλαβε τους κομμουνιστές επικεφαλείς αλυσοδένοντάς τους και αναγκάζοντάς τους να πραγματοποιήσουν πομπή μέσα από το κέντρο της πόλης αλυσοδεμένοι. Καθώς όμως οι αλυσοδεμένοι εργάτες περνούσαν από τους δρόμους της πόλης πλαισιωμένοι από ένοπλους φρουρούς ένα διαρκώς και μεγαλύτερο πλήθος μαζευόταν γύρω τους και τους συνόδευε στα δικαστήρια φωνάζοντας συνθήματα όπως “Κάτω η μπουρζουαζία!” “Ζήτω το προλεταριάτο!”. Η διαδήλωση συνεχίστηκε έξω από τα δικαστήρια μέχρι η αστυνομία να επιτεθεί και να διαλύσει το πλήθος. Ωστόσο, το ηθικό των διαδηλωτών ήταν τέτοιο που συγκεντρώθηκαν σε ένα μέρος δίπλα στον Δούναβη, έστησαν γλέντι και πολιτιστικά δρώμενα, ενώ τοπικά στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος έβγαζαν λόγους για τη σημασία της 1ης Μάη.

Μετά τον Β’ Π.Π., η Πρωτομαγιά μετατρέπεται σε μαζική εκδήλωση των εργατών και εθνική αργία. Το 1945, ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται στα βόρεια σύνορα της Γιουγκοσλαβίας, περισσότεροι από 250.000 διαδηλώνουν στο Βελιγράδι για την Πρωτομαγιά ενώ αργότερα η 1η Μάη μετατρέπεται σε οργανωμένη παρέλαση κι επίδειξη των κρατικών επιτευγμάτων στον χώρο της εργασίας.

 

Δείτε το παρακάτω βίντεο από τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς στο Βελιγράδι το 1947

Πηγές

https://www.marxists.org/makedonski/istorija/makedonija/povik-makedonski-raboten-narod.htm
https://www.marxists.org/makedonski/istorija/makedonija/prvi-maj1898.htm
https://www.rizospastis.gr/story.do?id=2842795
http://www.hereticalideas.gr/2018/05/ergatiki-protomagia.html

Το παμβαλκανικό 1821

Αν μελετήσει κάποιος τα κρατικά αρχεία με τους καταλόγους των αγωνιστών του ’21 θα δει πολλά επώνυμα όπως Βούλγαρης, Σέρβος, Μαυροβουνιώτης, Βοσνάκος, Αρναούτης αλλά και Μπιτολίτης, Στράντζαλης, πολλά μικρά ονόματα για παράδειγμα Στόγιαν, Στόικο, Γιοβάν, Βάσο όπως και κάμποσα μουσουλμανικά ονοματεπώνυμα. Ένας αριθμός μελετών πιστοποιούν τη συμμετοχή πολυάριθμων Βαλκάνιων, κυρίως χριστιανών αλλά και μουσουλμάνων, στα επαναστατικά γεγονότα του ’21, τόσο στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας, όσο και στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Με το παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε αυτή την πλευρά της επανάστασης του 1821 δηλαδή τη συνεργασία των βαλκανικών λαών.

 

Πριν το 1821

Το 1821 ως ένοπλη εκδήλωση των φιλελεύθερων ιδεών της Ευρώπης προκαλεί κινητοποίηση και στους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς όμως δεν αποτελεί την απαρχή του οράματος της συνεργασίας των βαλκανικών λαών εναντίον του οθωμανικού ζυγού.

Ο Ρήγας Βελεστινλής/Φεραίος, επηρεασμένος από το γαλλικό Σύνταγμα του 1793 οραματίζεται μια βαλκανική δημοκρατία με όλους τους βαλκανικούς λαούς ενωμένους ενάντια στον αυταρχισμό και την τυραννία. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του Θούριου που υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια παμβαλκανική συνεργασία ανεξαρτήτως εθνότητας και φυλής:

Θούριος-Ρήγας_Φεραίος-1797

Ελευθερία – Ισότης στον Θούριο του Ρήγα


Σ’ Aνατολή και Δύσι, και Nότον και Bοριά,/

Για την Πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά./

Στην πίστιν του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζη,/

Στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζύ./

Βουλγάροι, κι’ Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,/

Aράπιδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή./

Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί

 

Ο Ρήγας, μαζί με επτά συντρόφους του που δεν πρέπει να λησμονούμε (οι αφοι Εμμανούηλ, Κορωνιός, Νικολίδης, Αργέντης, Καρατζάς, Τουρούντζιας), συνελήφθησαν από τις αυστριακές και παραδόθηκαν στις οθωμανικές αρχές, σε μια συνεργασία ενδεικτική για το πώς αντιμετώπιζαν διαχρονικά οι εξουσίες όσους απειλούσαν το status quo. Τελικά, όλοι μαζί εκτελέστηκαν το 1798 στον σερβικό παραδουνάβιο πύργο Νεμπόισα στο Βελιγράδι με τα πτώματα τους να ρίχνονται στα νερά του Δούναβη. Όμως, οι διαδικασίες αφύπνισης των βαλκανικών λαών είχαν ήδη ξεκινήσει.

Έξι χρόνια μετά, το 1804, η σερβική εξέγερση θα φέρει το πνεύμα της γαλλικής επανάστασης στα Βαλκάνια. Στην πρώτη αυτή εξέγερση του 19ου αιώνα στα Βαλκάνια, πολέμησαν μερικές χιλιάδες εθελοντές από κάθε βαλκανικό έθνος. Βούλγαροι, Ρουμάνοι και Έλληνες έσπευσαν στα σερβικά εδάφη. Η «Βουλγαρική Λεγεώνα» εθελοντών που πολέμησε στη σερβική επανάσταση είχε αρχηγό τον Έλληνα Δημήτριο Βατικιώτη ενώ στην «Ελληνική Λεγεώνα» συμμετείχαν αρκετοί Βούλγαροι. Ο αρχηγός της ελληνικής λεγεώνας, Νικόλαος Πάγκαλος, απευθύνεται στους Βούλγαρους «Αδέλφια, θαρραλέοι και σταθεροί Βούλγαροι» ενώ καλεί επίσης Ρουμάνους και Αλβανούς να κηρύξουν γενική εξέγερση. Απ’ την ελληνική πλευρά συμμετείχαν επίσης οι μετέπειτα φημισμένοι μαχητές Γεωργάκης Ολύμπιος, Καρατάσος και Νικοτσάρας που πολέμησαν στο πλευρό του Σέρβου χαϊντούκου Βέλκο Πέτροβιτς. Τέλος, πολιτικό ρόλο διπλωμάτη υπέρ της σερβικής πλευράς παίζει και ο ελληνικής καταγωγής Πέτρος Ίτσκος που προσκαλείται από τον Σέρβο ηγεμόνα Καραγιώργη Πέτροβιτς.

Μάλιστα, η ιστορία της σερβικής επανάστασης του 1804 καταγράφηκε από έναν Έλληνα. Ο Καστοριανός Δούκας Τριαντάφυλλος εξιστορεί στην Πέστη της Αυστρο-Ουγγαρίας όπου διέμενε, το 1807, τα γεγονότα της σερβικής, αντι-οθωμανικής επανάστασης του 1804 ως εξής:

«Ανάμεσα στο στράτευμα των Σερβιάνων
Πολλοί δεν εγνωρίζονταν ο εις από τον άλλον
Ωσάν όπου συνάζονταν απ’ όλα δε τα μέρη,
Βούλγαροι δε περισσότεροι, Βλάχοι δε και Ρωμαίοι.»

Στη σερβική επανάσταση του 1804 εκφράζονται και τάσεις ανεξαρτησίας των βαλκανικών λαών. Πλάι στη λογική που ήθελε την επανάσταση στα Βαλκάνια να είναι αδύνατη χωρίς την προστασία μίας εκ των Μεγάλων Δυνάμεων προβάλλει κι η λογική που θέλει τους βαλκανικούς λαούς να μπορούν να τα καταφέρουν με βάση τις δικές τους δυνάμεις. Έτσι, ο Ανώνυμος Έλλην, αναστοχαζόμενος τη σερβική επανάσταση, θα γράψει το 1806: «Διατί αδελφοί μου να θέλωμεν να αλλάξωμεν κύριον, όταν μόνοι μας ημπορούμεν να ελευθερωθώμεν;»

serbian-revolution-a313645b-342c-42a5-898f-c917cd23fbc-resize-750

Πίνακας που απεικονίζει τη σερβική εξέγερση του 1804

Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η περίπτωση της ελληνο-αλβανικής, αντι-οθωμανικής συνεργασίας στην Πελοπόννησο το 1807 μεταξύ Κολοκοτρώνη και Αλί Φαρμάκη που κατέληξε στο σχέδιο για την ίδρυση δημοκρατικής πολιτείας, με ισοτιμία χριστιανών και μουσουλμάνων στα Επτάνησα.

Το πνεύμα που φέρνει η Γαλλική Επανάσταση κι οι πρώτοι αγώνες στην αυγή του 19ου αιώνα πιάνει η Φιλική Εταιρεία, που ιδρύεται το 1814 στην Οδησσό και προετοιμάζει μια παμβαλκανική εξέγερση. Η Φιλική Εταιρεία, έχοντας ως βασικό της κορμό το ελληνικό στοιχείο, προσπαθεί παράλληλα να συνεννοηθεί με Σέρβους, Μαυροβούνιους, Βλάχους και Βούλγαρους. Σλάβοι -συνήθως εύποροι- συμμετέχουν στη Φιλική Εταιρεία αλλά πολλοί Σλάβοι από την Οδησσό και τη Βεσσαραβία -συνήθως φτωχοί αγρότες- συμμετέχουν και στην εξέγερση στη Μολδοβλαχία υπό την αρχηγία του Υψηλάντη. Ανάμεσα στα καταγεγραμμένα μέλη της Εταιρείας υπάρχουν αρκετοί Βούλγαροι και Σέρβοι. Όπως αναφέρει ο Βούλγαρος επαναστάτης του 19ου αιώνα Ρακόφσκι: «Σε όλες τις πόλεις και τα γνωστά χωριά της Βουλγαρίας υπήρχαν Βούλγαροι συνωμότες για την απελευθέρωση των Ελλήνων από την τουρκική κατοχή». Και όχι μόνο της Βουλγαρίας. Όπως μαρτυρά η ιστορία του Σπιριντόν Τζέροφ, με καταγωγή από την Οχρίδα που ζούσε στην πόλη Μπίτολα και απαγχονίστηκε λόγω της συμμετοχής του στη Φιλική Εταιρεία, η δράση και οι στόχοι της Εταιρείας είχαν αγκαλιαστεί από πλήθος Βαλκάνιων.

Η Επανάσταση του ’21 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες

Κατά την προετοιμασία της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία, η σύλληψη της οποίας αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενός παμβαλκανικού σκέπτεσθαι από τους Φιλικούς, ο Υψηλάντης θα δει να προσέρχονται χιλιάδες εθελοντές διαφόρων εθνοτήτων. Ο ίδιος σε γράμμα του προς τον Ξάνθο της Φιλικής Εταιρείας αναφέρει: «Ο ενθουσιασμός μεγαλώτατος εδώ, δεν ηξεύρω που να βάλω τους όσους έρχονται. Βούλγαρους και άλλους προθύμους…». Στην εξέγερση συμμετέχει, με δική του αυτόνομη δράση αλλά σε συνεννόηση με τη Φιλική Εταιρεία, ως αρχηγός των Βλάχων, ο Ρουμάνος Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (που αργότερα βέβαια έρχεται σε σύγκρουση με τον Υψηλάντη και εκτελείται). Στον στρατό του ο Βλαντιμιρέσκου έχει ως πρωτοπαλίκαρα και τους Σάββα Μπίμπαση και Στόγιαν Ιντζέ, επίσης βουλγαρικής καταγωγής, που διηύθηναν πολυεθνικά στρατιωτικά σώματα Βουλγάρων, Σέρβων κι Αλβανών στη Βλαχία παίρνοντας μέρος στην κοινή εξέγερση. Εκεί βρήκαν αμφότεροι τον θάνατο, το καλοκαίρι του 1821, μαχόμενοι τα οθωμανικά στρατεύματα. Ανάμεσα στους πιο έμπιστους οπλαρχηγούς του Υψηλάντη είναι και οι αδελφοί Μακεντόνσκι, επίσης βουλγαρικής καταγωγής.

Μαζί με τα στρατεύματα του Υψηλάντη δρα και ο Σέρβος οπλαρχηγός Μλάντεν Μιλοβάνοβιτς ο οποίος ζητά από τον Υψηλάντη να περάσει στη Βουλγαρία όπου θεωρεί ότι μπορεί να στρατολογήσει 4-6.000 Βούλγαρους. Ένας από τους υπασπιστές του Δημήτρη Υψηλάντη είναι και ο Γεώργιος Κ. Βοϊνέσκος, ελληνο-ρουμανικής καταγωγής.

Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει στο ένοπλο τμήμα του Γεωργάκη Ολύμπιου και του Ιωάννη Φαρμάκη στο οποίο συμμετείχαν 800 επίλεκτοι μαχητές σερβικής, βουλγαρικής και ελληνικής καταγωγής, οι οποίοι βρήκαν ηρωικό θάνατο όταν όντας περικυκλωμένοι από τους Οθωμανούς ανατινάχτηκαν για να μην πέσουν στα χέρια τους. Μάλιστα ο Γεωργάκης Ολύμπιος είχε παντρευτεί τη Σέρβα μαχήτρια Τσουτσούκ Στάνα με την οποία είχαν αποκτήσει τρία παιδιά. Μετά τον θάνατο του Ολύμπιου, η Στάνα διέφυγε στη Ρωσία όμως μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ήρθε στην Αθήνα όπου έλαβε σύνταξη ως χήρα του ήρωα Ολύμπιου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της.

Η πραγματικότητα το έτος 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες είναι τέτοια ώστε από παντού φτάνουν αναφορές ότι κι οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν στο δρόμο της αντι-οθωμανικής εξέγερσης. Όπως μαρτυρά ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων που ήταν οικογενειακός φίλος των Υψηλάντηδων για τα στρατεύματα στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες: «μόνον 2.000 περίπου ήσαν καθ’ αυτό Έλληνες, οι δε λοιποί Αλβανοσερβοβούλγαροι»

Σύμφωνα με τον Βούλγαρο ιστορικό Νικολάι Τοντόροφ ο Υψηλάντης στη Μολδοβλαχία διοικούσε έναν εξόχως πολυεθνικό στρατό. Δυστυχώς ενώ υπό τις διαταγές του βρίσκονταν πάνω από 7.000 μαχητές έχει διασωθεί μόνο ένας κατάλογος με τα ονόματα χιλίων εξ αυτών. Από αυτούς τους χίλιους, αν εξαιρέσουμε τους 503 Έλληνες βρίσκουμε: 199 Μολδαβούς, 132 Βούλγαρους, 72 Σέρβους, 9 Βλάχους, 7 Αλβανούς, 4 Δαλματούς, 2 Μαυροβούνιους, 2 Βόσνιους, 16 Ρώσους, 15 Ουκρανούς, 6 Τσιγγάνους, 4 Πολωνούς, 4 Ούγγρους, 3 Εκχριστιανισμένους Τούρκους, 3 εκχριστιανισμένους Εβραίους, 3 Γάλλους, 3 Ιταλούς, 2 Γερμανούς και έναν Ισπανό.

Filiki etaireia


Η Επανάσταση του ’21 στον σημερινό ελλαδικό χώρο

“Εβγήκε ο Νάνος ’ς τα βουνά ψηλά ’ς τα κορφοβούνια
Και παλληκάργια ’μάζωνε Γουργάρους κι’ Αρβανίτες”
-δημώδες άσμα της περιοχής της Φιγαλίας-

Αν στην επανάσταση στη Μολδοβλαχία ήταν αναμενόμενο τα στρατεύματα των εξεγερμένων να έχουν πολυεθνικό χαρακτήρα κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτονόητο και στην περίπτωση της Ρούμελης και του Μοριά. Και όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε αρκετά παραδείγματα που πιστοποιούν τη συνεργασία των βαλκανικών λαών. Σέρβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βόσνιοι, αλλά και Οθωμανοί μουσουλμάνοι συντάσσονται με τους Έλληνες επαναστάτες.

Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό ποικίλλουν. Κάποιοι έρχονται ως εθελοντές από αγνά ιδεολογικά κίνητρα ή από μένος εναντίον των Οθωμανών. Άλλοι γιατί βλέπουν την ελληνική επανάσταση ως πρόδρομο ξεσηκωμών και στα δικά τους μέρη. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ατόμων που λειτουργούν με βάση τα υλικά κίνητρα δηλαδή ως μισθοφόροι ή τυχοδιώκτες που αναμένουν να πλουτίσουν από το πλιάτσικο και τα λάφυρα. Επίσης, αρκετοί από τους μετέπειτα ήρωες της επανάστασης του ’21 βρέθηκαν αρχικά στα πεδία των μαχών υπηρετώντας τον στρατό του Σουλτάνου και μετέπειτα αυτομόλησαν. Κάποιες φορές οι ιδεολογικοί και πολιτικοί λόγοι μπλέκονται με τους υλικούς και τον τυχοδιωκτισμό όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία. Αν προχωρήσουμε πέρα από την τάση για ηρωοποίηση και εξιδανίκευση των υποκειμένων αυτή είναι η πραγματικότητα των πολέμων και των επαναστάσεων τις περισσότερες φορές. Αυτό βέβαια δε μειώνει την προσφορά τους και τον ρόλο που διαδραμάτισαν στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες.

Οι «ξένοι» αυτοί εθελοντές από τα Βαλκάνια φαίνεται, όπως και στο παράδειγμα της σερβικής επανάστασης, να συντάσσονται με σχετική ευκολία με την ελληνική πλευρά. Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό είναι ο χαμηλός βαθμός εθνικής αυτοσυνείδησης των πληθυσμών της βαλκανικής την εποχή εκείνη. Αντίστοιχος είναι και ο τρόπος που τους βλέπει κι η ελληνική πλευρά, η οποία δεν είναι καθόλου «αυστηρή» με τους όρους που χρησιμοποιεί για να τους συμπεριλάβει και να τους περιγράψει.

Σύμφωνα με τα ελληνικά κρατικά αρχεία πολυάριθμοι Βούλγαροι συμμετέχουν στην επανάσταση στην Ελλάδα (14 από τη Σόφια, 27 από το Πλόβντιβ/Φιλιππούπολη κ.α.).

«Κι ο Χατζή Χρήστος πρόβανε από τον Αγιαντώνη,
φέρνει Βουργάρους διαλεχτούς ως δεκαοχτώ νομάτους,
στην λάκκα εξαπέζαψαν και παίζουν τ’ άλογά τους»

Τη σημαντικότερη μορφή εξ αυτών αποτελεί ο Χατζηχρήστος Βούλγαρης (πραγματικό όνομα Κρίστε Ντάνκοφ ή Ντάγκοβιτς) που γεννήθηκε στο Βελιγράδι και γι’ αυτό πολλοί τον αναφέρουν ως Σέρβο αλλά σύμφωνα με κάποιες πηγές καταγόταν από το χωριό Νησί της Πέλλας ενώ ο πατέρας του ήταν Βούλγαρος που πολέμησε στην επανάσταση του 1804 στη Σερβία. Ο Χατζηχρήστος Βούλγαρης ηγήθηκε σερβο-βουλγαρικού σώματος που έδωσε σημαντικές μάχες (Δερβενάκια, Κρεμμύδι κ.α.) ενώ έφτασε στην Εθνοσυνέλευση του 1843 να ορίζεται Πληρεξούσιος Σέρβων, Βουλγάρων και Θρακών. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι αρχικά πολεμούσε στο πλευρό των Οθωμανών και είχε πιαστεί αιχμάλωτος κατά την άλωση της Τριπολιτσάς όπου παραλίγο να εκτελεστεί. Τελικά του χαρίστηκε η ζωή λόγω της χριστιανικής πίστης του και έκτοτε πολέμησε γενναία στο πλευρό της επανάστασης. Ήταν τέτοια η πολεμική του δεξιότητα που όταν αργότερα πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Οθωμανούς, η ελληνική πλευρά κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες για να μην εκτελεστεί και να δοθεί πίσω, όπως και έγινε το 1827. Αντίστοιχες προσπάθειες να επαναπροσηλυτιστεί από τους Οθωμανούς αποτυπώνονται και στο παρακάτω σωζόμενο δίστιχο που μας δίνει και μια ταξική οπτική του διλήμματος:

«Ρε Χατζη Χρήστο βούργαρη, μην πας με τους ραγιάδες
έλα κ’ εδώ προσκύνησε να πας με τους αγάδες.»

maxi-arthh

Η μάχη στα Δερβενάκια εναντίον του Δράμαλη όπου διακρίθηκε το Σερβο-Βουλγαρικό τμήμα του Χατζη-Χρήστου Βούλγαρη

Όμως, ο ίδιος είχε περάσει οριστικά στο αντι-οθωμανικό στρατόπεδο. Αργότερα, το 1834, όταν τιμήθηκε με το ανώτερο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα σημειώθηκε: «για την ανδρεία που επέδειξε σε όλες τις μάχες και ειδικότερα στη μάχη κοντά στα Δερβενάκια επικεφαλής σώματος Βουλγάρων και για τη μακρόχρονη και βασανιστική αιχμαλωσία του, που κατόρθωσε να την υποφέρει με κουράγιο και παραδειγματική σταθερότητα, αποκρούοντας τις προτάσεις του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος ήθελε οπωσδήποτε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του»

Η καταγωγή του Χατζηχρήστου Βούλγαρη φαίνεται και από το γεγονός ότι στη διάρκεια της επανάστασης κατέθεσε πρόταση να ηγηθεί ένοπλου σώματος που θα διείσδυε στη Μακεδονία με σκοπό να προκαλέσει νέα εξέγερση. Η πρότασή του απορρίφθηκε λόγω διαφορετικών προτεραιοτήτων του αγώνα.

Αντίστοιχες ιστορίες υπάρχουν πολλές και φανερώνουν ότι το επώνυμο Βούλγαρης δινόταν σε πλήθος αγωνιστών με βουλγαρική ή άλλη σλαβική καταγωγή. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο μαχητής Δημήτριος Βούλγαρης ή Πετρόπουλος από την πόλη Λόβετς που υπηρέτησε το 1824 στα σώματα των οπλαρχηγών Χατζημιχάλη, Γρίβα, Χατζηχρήστου και Παπάζογλου (σερβικής καταγωγής) ενώ τραυματίστηκε δύο φορές στις μάχες της Θήβας και της Λειβαδιάς. Όπως ο ίδιος αναφέρει αργότερα σε αίτημα αποζημίωσης από το ελληνικό κράτος: «Την πατρίδα Βουλγαρίαν, καταλιπών την πατρώαν μου εστίαν έδραμον εις την Ελληνικήν υπηρεσίαν…»

Οι βουλγαρικές πηγές μαρτυρούν τη συμμετοχή και άλλων Βουλγάρων στην Επανάσταση του ’21, όπως του Ντεμίρ Τράικο Τσβέτκοφ, τον σημαιοφόρο του Μάρκου Μπότσαρη που σκοτώθηκε στις μάχες πλάι στον αρχηγό του.

Διαφορετική είναι η κατάληξη του Σωτήριου Δαμιάνοβιτς (Σοτίρ Νταμιάνοβιτς) από την πόλη Μπίτολα. Ο Νταμιάνοβιτς συμμετέχει στην εξέγερση στη Μακεδονία το 1822 και μαζί με 50 άνδρες πολεμάει στο πλευρό του Αδαμάντιου Νικολάου στον Όλυμπο. Παίρνει μέρος τόσο στην εξέγερση της Κασσάνδρας Χαλκιδικής, όσο και στην κατάληψη της Νάουσας. Αργότερα, όπως και άλλοι μαχητές κατεβαίνει στη νότια Ελλάδα όπου παίρνει μέρος σε πολλές μάχες στη δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Επί Καποδίστρια παίρνει τον βαθμό του αξιωματικού στον ελληνικό στρατό όμως αργότερα υποχρεώνεται να επιστρέψει στα Μπίτολα διωκόμενος ως ξένος.

Στην επανάσταση του 1821 παίρνουν μέρος και Σλάβοι από τη σημερινή ελληνική Μακεδονία. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ο Γεώργιος Ντέμπρελης ή Βούλγαρης που καταγόταν από το χωριό Ντέμπρα (σημερινή Αναρράχη) της Κοζάνης ο οποίος μετά το τέλος του πολέμου έγινε υπαξιωματικός του ελληνικού στρατού. Παρόμοια περίπτωση αποτελεί και ο Στάικος Γκορνιτσοβίτης (Γκορνίτσεφσκι) από το χωριό Γκορνίτσοβο (σημερινή Κέλλη) της Φλώρινας. Ο Γκορνιτσοβίτης, πολέμησε κατά το 1822 σε μάχες στη σημερινή ελληνική Μακεδονία ενώ αργότερα κατέβηκε στη νότια Ελλάδα όπου συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα. Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο Δημήτριος Τρούπκος ή Βούλγαρης (Ντιμίταρ Τρπκοφ) από την Έδεσσα, ο οποίος αρχικά συμμετείχε στη μάχη της Νάουσας το 1822 και αργότερα πήρε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα στη Ρούμελη και το Μοριά ενώ κατατάχθηκε στη Β’ Τάξη υπαξιωματικών του ελληνικού στρατού.

Αντίστοιχη εμβληματική μορφή, αλλά αυτή τη φορά για τους Μαυροβούνιους εθελοντές στην Επανάσταση του ’21, αποτελεί ο Βάσως Μαυροβουνιώτης (πραγματικό όνομα Βάσο Μπράγιοβιτς), από την πόλη Μπιελοπάβλιτσι του Μαυροβουνίου, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα από τη Σμύρνη που είχε καταφύγει προηγουμένως και διακρίθηκε σε πληθώρα μαχών. Αργότερα, πήρε το βαθμό του στρατηγού, εντάχθηκε στον στρατό του Όθωνα και συνεργάστηκε με το Γαλλικό κόμμα. Ο αδερφός του, Ράντος Μαυροβουνιώτης, έπεσε μαχόμενος όταν ανατίναξε πυριτιδαποθήκη για να μην πέσει στα χέρια των Οθωμανών διωκτών του.

Vasos_Mavrovouniotis

Βάσως Μαυροβουνιώτης

Επίσης σημαντική μορφή είναι ο Μαυροβούνιος, Γρηγόριος Τζούροβιτς, ο οποίος φτάνει ως εθελοντής στην Ελλάδα και εντάσσσεται στα επαναστατικά στρατεύματα φέρνοντας εις πέρας στρατιωτικές αλλά και διπλωματικές αποστολές, όπως την πρόταση της ελληνικής πλευράς στον ηγεμόνα του Μαυροβουνίου, το 1824 για κοινή δράση εναντίον των Οθωμανών.

Αντίστοιχη είναι η προσφορά του Τζωάννου Μοντενεγρίνου, ο οποίος διακρίθηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς και επαινέθηκε από τον Υψηλάντη.

Σημαντική ήταν κι η παρουσία Σέρβων. Σε αντιστοιχία με το επώνυμο Βούλγαρης, στους καταλόγους αγωνιστών του ’21 συναντάμε συχνά και το επώνυμο Σέρβος. Μερικοί απ’ αυτούς είναι οι: Θωμάς Σέρβος, Λάμπρος Σέρβος, Λάμπρος Χρήστου Σέρβος, Θανάσης Σέρβος (μαχητής στο Μεσολόγγι), Γιοβάννης Σέρβος, Κώτσος Σέρβος κ.α. Σύμφωνα με τις πηγές μία ομάδα 25 Σέρβων μαχητών πήρε μέρος στην πολιορκία του Μεσολογγίου υπό την ηγεσία του Γεωργίου Κοντόπουλου ενώ ένα μικτό τμήμα 250 Ελλήνων και Σέρβων υπό την αρχηγία του Στέφο Νίβιτσα πολέμησε υπό τη διοίκηση του Φαβιέρου. Κάποιοι Σέρβοι μετά το 1824 κατάφεραν να ανέλθουν στην ιεραρχία και να πάρουν το βαθμό του χιλίαρχου. Τέτοια παραδείγματα είναι οι Στέφος και Αναστάσι Ντμίτρεβιτς, οι καπετάνιοι Ιωάννης και Νικόλαος Ράντοβιτς (μαυροβουνιακής καταγωγής) αλλά και οι τέσσερις αδελφοί Στέργιος, Κώτσος, Ηλίας, Σπύρος Μπιτολίτης από τα Μπίτολα/Μοναστήρι (σερβικής ή βλαχικής καταγωγής).

Συχνό ήταν επίσης το φαινόμενο αλλαγής επωνύμων εξαιτίας του φόβου για αντίποινα στις οικογένειές τους. Συχνά υιοθετούνταν ένα επώνυμο που να υποδηλώνει την χώρα ή πόλη καταγωγής. Πέρα από τα επώνυμα Βούλγαρης και Σέρβος που έχουμε αναφέρει ως τώρα, στους καταλόγους μαχητών συναντάμε και άλλα όπως Μοναστηρλής (Μπίτολα), Στράντζαλης (Στράντζα), Λόφτζαλης ((Λόβετς) Μποσνάκος (Βοσνία) συχνά σε συνδυασμό με ένα μη ελληνικό μικρό όνομα.

Και μουσουλμάνοι των Βαλκανίων μαχητές του ’21…

Ανάμεσα στους Βαλκάνιους που συνέδραμαν τον ελληνικό αγώνα βρίσκονταν και μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ο βουλγαρικής καταγωγής μουσουλμάνος (μάλλον Πομάκος της Βουλγαρίας) Μεχμέτης Λόφτζαλης από την πόλη Λόβετς της Βουλγαρίας ο οποίος όπως αναφέρει σε επιστολή του προς το ελληνικό κράτος το 1830, αυτομόλησε από τα οθωμανικά στρατεύματα μη αντέχοντας: «τις σκληρόκαρδες προσταγές των Αρχηγών μου» εντάχθηκε στο ελληνικό στρατόπεδο και τώρα βρίσκεται «εις εσχάτην απορίαν και αμηχανίαν» καθώς «εδώ μεν κινδυνεύων από ένδειαν, εις την Τουρκίαν δε, αν επιστρέψω, από σπάθην διά λιποταξίαν».

Άλλη περίπτωση άξια αναφοράς αποτελεί και ο Παϊράμης (Bayram) Λιάπης, ο οποίος έλαβε μέρος στη μάχη στο Τρίκερι και σε άλλες μάχες στην ευρύτερη περιοχή. Όπως αναφέρει ο ίδιος σε επιστολή του στις 12/12/1828:

«Εξοχότατε Κυβερνήτα τής ‘ Ελλάδος
Είμαι Τούρκος τήν θρησκείαν, τό γένος Αλβανός, άλλά πολίτης
Έλλην, (διότι ήγωνίσθην είς όλον τό διάστημα του ‘Ελληνικού υπέρ
ελευθερίας άγώνος’ καί ήγωνίσθην οχι κατ’ ανάγκην, άλλά κατά προαίρεσιν
μισών τήν τυραννίαν, καί λαβόιν συμπάθειαν διά τήν τυραννουμένην ανθρωπότητα)»

Εδώ γίνεται εμφανής και η προοδευτική για την εποχή νοηματοδότηση της έννοιας του πολίτη που έφερνε η Επανάσταση του ’21 υπό την επιρροή της Γαλλικής Επανάστασης.

Μια ακόμη περίπτωση αποτελεί και ο Τουρκαλβανός Μουσταφά Γκέκας, επικεφαλής της οθωμανικής εκατονταρχίας που πολέμησε υπέρ της επανάστασης του ’21. Η οθωμανική εκατονταρχία ήταν στρατιωτικό σώμα του οποίου τα μέλη ήταν μουσουλμάνοι που κατάγονταν από τη Χιμάρα ως το Αϊβαλί. Ο Μουσταφά Γκέκας πολέμησε στο Χάνι της Γραβιάς στο πλάι του Οδυσσέα Ανδρούτσου και αργότερα στο πλάι του Γκούρα και του Καραϊσκάκη. Επί Καποδίστρια πήρε το βαθμό του λοχαγού.

Χωρίς στρατιωτικά καθήκοντα αλλά σε κρίσιμη θέση για τον πόλεμο υπηρέτησε και ο τουρκικής καταγωγής γιατρός Χασάναγας Κούρταλης. Αρχικά υπηρέτησε ως γιατρός του Ανδρούτσου και αργότερα του Μακρυγιάννη αλλά και αρχίατρος του στρατοπέδου των Αθηνών.

Τέλος, επιβάλλεται να γίνει μνεία και στον Χατζή Χαλίλ Εφέντη, ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη των Οθωμανών που όταν ξέσπασε η επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και αποκαλύφθηκαν τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας αρνήθηκε να εκδώσει διαταγή (φετβά) που θα νομιμοποιούσε τις σφαγές Ελλήνων της Κων/πολης (παρότι δεν μπορούσε να υπολογίζει στη βοήθεια του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ που είχε αφορίσει δημοσίως την επανάσταση). Αντιθέτως ζήτησε να υπάρξει διαχωρισμός μεταξύ αθώων και ενόχων όπως επιτάσσει το Κοράνι. Η ανυπακοή του εξόργισε τον Σουλτάνο, ο οποίος διέταξε την καθαίρεσή του και την εξορία του στο νησί της Λήμνου. Ταλαιπωρημένος από τα βασανιστήρια ο Χατζή Χαλίλ Εφέντη πέθανε στη διαδρομή.

valkaniki diastasi

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Νικολά Τοντόροφ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα για το συγκεκριμένο θέμα

Επίλογος

Πολλοί από τους Βαλκάνιους μαχητές της Επανάστασης του ’21 παρέμειναν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Κάποιοι αντιμετώπισαν οξυμένα οικονομικά προβλήματα καθώς στερούνταν οικογένειας, περιουσίας και γης. Πολλά πράγματα γι’ αυτούς μαθαίνουμε από τις επιστολές που στέλνουν προς το ελληνικό κράτος οι ίδιοι ή συστατικές επιστολές που στέλνουν προς υποστήριξη Έλληνες που πολέμησαν μαζί τους. Σε αυτές τις επιστολές ανφέρονται στην καταγωγή τους κι εξιστορούν τους λόγους που τους οδήγησαν να πολεμήσουν με τους Έλληνες καθώς και τα κατορθώματά τους στη διάρκεια της Επανάστασης. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δέχονται μικρά ή μεγαλύτερα οικονομικά βοηθήματα από το κράτος ή διορίζονται σε θέσεις στον στρατό. Κάποιοι, όπως ήδη είδαμε, γίνονται αξιωματικοί και εντάσσονται στην πολιτική ζωή της χώρας. Μένοντας στην Ελλάδα στη μεγάλη τους πλειοψηφία ενσωματώνονται στην κοινωνία και εξελληνίζονται υιοθετώντας συχνά ελληνικά επώνυμα ή εξελληνίζοντας τα επώνυμα ή παρατσούκλια τους. Άλλωστε οι εθνικές ταυτότητες είναι αρκετά χαλαρές και ευμετάβλητες στα Βαλκάνια του 19ου αιώνα ενώ η εμπειρία του πολέμου και των κοινών αγώνων στα πεδία των μαχών δρα συχνά καταλυτικά στην προσέγγιση των ανθρώπων ανεξαρτήτως εθνικής/φυλετικής καταγωγής.

Ας μην ξεχνάμε ότι η επανάσταση έχει τη δύναμη να μεταβάλλει τους ανθρώπους. Ο βιογράφος του Χατζηχρήστου Βούλγαρη παραθέτει κάποια πολύ χαρακτηριστικά λόγια του τελευταίου: «Εν τη ζωή μου», φέρεται να δήλωσε, «δεν απήντησα θαυμασιώτερον παρά την μεταβολήν εμού του ιδίου αυτού ̇ οσάκις διαλογίζωμαι τον προ της επαναστάσεως βίον μου, και είτα την θέσιν και την κατάστασιν, εις ην ήδη ευρίσκομαι, μένω εκστατικός εις τρόπον ώστε δυσπιστώ αν εγώ αυτός είμαι εκείνος ο προ της Επαναστάσεως»

Μέσα σε αυτό το πέρασμα σε μια νέα σελίδα της ιστορίας για τα Βαλκάνια και τον κόσμο, όπως ήταν η μετάβαση από την εποχή των αυτοκρατοριών, στην εποχή των εθνών-κρατών, τα δρώντα υποκείμενα δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστα.

Στο τέλος όμως μένει πράγματι ένα ερώτημα

Γιατί οι βαλκανικοί λαοί που έδειξαν τέτοια σημάδια συνεργασίας και παμβαλκανικού πνεύματος από τα τέλη του 18ου ως τα μέσα του 19ου αιώνα δεν ολοκλήρωσαν ποτέ το όραμα του Ρήγα και το παράδειγμα των ξένων εθελοντών στις πρώτες επαναστάσεις του 19ου αιώνα και οδηγήθηκαν στην αλληλοσφαγή στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου; Η απάντηση ίσως να βρίσκεται στα λόγια του Βούλγαρου ιστορικού Νικολάι Τοντόροφ:

«Το παναπελευθερωτικό νόημα κάθε επαναστατικής δραστηριότητας οποιουδήποτε βαλκανικού λαού γινόταν αμέσως κατανοητό και έβρισκε άμεση απήχηση στους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς. Ωστόσο, ο διαφορετικός βαθμός κοινωνικής-οικονομικής και εθνικο-πολιτιστικής ανάπτυξης δεν τους επέτρεψε, παρά τους κοινούς ενδόμυχους πόθους, να δημιουργήσουν ενιαίο παμβαλκανικό εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο»

Αυτό που δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε παρασυρόμενοι από την τελική έκβαση των γεγονότων κάθε φορά είναι ότι αυτό το όραμα δημιουργήθηκε, υπήρξε και επανεμφανίστηκε με άλλες μορφές σε διάφορες καμπές του 19ου και 20ου αιώνα. Κι ο,τι εμφανίζεται στην ιστορία αποτελεί μια δυνατότητα και μια επιλογή για τους ανθρώπους.

Πηγές

http://users.uoi.gr/gramisar/prosopiko/constan/BALKANIOI%20FILELLHNES.pdf

http://clioturbata.com/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/batakovic-serbian-revolution/

https://argolikoslibrary.files.wordpress.com/2016/11/ceadceb3ceb3cf81ceb1cf86ceb1.pdf

Λουκάτος Σπύρος, Τουρκο-αλβανικού φιλελληνισμού εράνισμα κατά την ελληνικήν Εθνεγερσίαν

Λουκάτος Σπύρος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνική επανάστασιν (1823-1826)

Τοντόροφ Νικολάι, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων

*για τα βιογραφικά των μαχητών χρησιμοποιήθηκαν επίσης και λήμματα της Wikipedia στις αντίστοιχες γλώσσες