Σερβία και Αλβανία. Ένα σπάνιο αντιπολεμικό ντοκουμέντο από τον Α’ Π.Π.

Μερικά εισαγωγικά στοιχεία

Στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων οι στρατοί της Σερβίας και του Μαυροβουνίου κατέλαβαν εδάφη τα οποία κατοικούσαν συμπαγείς αλβανικοί πληθυσμοί και βρίσκονται σήμερα εντός των αλβανικών συνόρων. Η περιοχή της Αλβανίας είχε ανακηρυχθεί αυτόνομη από την οθωμανική κυβέρνηση στα τέλη του 1912 μετά από αλλεπάλληλες εξεγέρσεις του αλβανικού λαού που ανακήρυξε την ανεξαρτησία του από την Πύλη συμπεριλαμβάνοντας τα εδάφη της σημερινής Αλβανίας και του βιλαετίου του Κοσόβου. Λίγο αργότερα, στα συγκεκριμένα εδάφη εισέβαλλαν οι στρατοί της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ελλάδας. Η αλβανική εκστρατεία του σερβικού στρατού διήρκεσε περίπου ένα χρόνο (Νοέμβριος 1912 – Οκτώβριος 1913) και είχε στόχο την έξοδο της Σερβίας στην Αδριατική θάλασσα. Σε αυτό το διάστημα, σε συνεργασία με τον στρατό του Μαυροβουνίου, ο σερβικός στρατός νικώντας τον οθωμανικό στρατό και καταβάλλοντας την αλβανική αντίσταση κατέλαβε την περιοχή του Κοσόβου και το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Αλβανίας εκτός από τον νότο τον οποίο είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός και το πιο βόρειο κομμάτι, γύρω από τη Σκόδρα, που είχε καταλάβει ο στρατός του Μαυροβουνίου, ο οποίος επίσης είχε κυριαρχήσει στην περιοχή των Μετοχίων. Στην περίπτωση της σερβικής εκστρατείας που μας αφορά εδώ, ο αλβανικός πληθυσμός προέβαλλε αντίσταση στην επέλαση του σερβικού στρατού με αποτέλεσμα αιματηρές συγκρούσεις. Στη διάρκεια αυτής της μονοετούς παρουσίας του σερβικού στρατού στα αλβανικά εδάφη ο σερβικός στρατός διέπραξε πολυάριθμα εγκλήματα παρόμοια με αυτά που διέπρατταν κι οι υπόλοιποι εθνικοί στρατοί σε εθνικά μη συμπαγή εδάφη ή σε εδάφη που κυριαρχούνταν από αλλοεθνείς πληθυσμούς. Σε εκείνη τη συγκυρία, ο Σέρβος σοσιαλιστής Ντιμίτριε Τούτσοβιτς (Димитрије Туцовић) συγγράφει την μπροσούρα “Σερβία και Αλβανία: Μία συνεισφορά στην κριτική της κατακτητικής πολιτικής της σερβικής αστικής τάξης”. Χωρίς να προβαίνουμε σε παραλληλισμούς και άμεσες αναγωγές με τη σημερινή εποχή ή την πρόσφατη ιστορία θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο έργο του Τούτσοβιτς αποτυπώνει τη σοσιαλιστική οπτική και προοπτική για την περιοχή των Βαλκανίων εκείνης της εποχής αλλά και έναν οδηγό για την ενδεδειγμένη στάση των σοσιαλιστών/κομμουνιστών απέναντι στις εθνικές τους αστικές τάξεις. Ο Τούτσοβιτς δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Υπήρξε ένας εκ των συνιδρυτών και ηγετών του Σοσιαλ-Δημοκρατικού κόμματος της Σερβίας, το 1903, και αρχισυντάκτης της “Εφημερίδας των Εργατών” και του θεωρητικού περιοδικού “Μπόρμπα”. Τον Ιανουάριο του 1910 οργάνωσε και ηγήθηκε της πρώτης Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Διάσκεψης που έλαβε χώρα στο Βελιγράδι και έθεσε το ζήτημα της δημιουργίας μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας στη θέση της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή την προοπτική για τα Βαλκάνια, ο Τούτσοβιτς την υπερασπίστηκε ως το τέλος της ζωής του. Αργότερα ήρθε σε πολιτική σύγκρουση με τους αυστριακούς μαρξιστές και κάποιους μαρξιστές της Δύσης που επεδείκνυαν παθητικότητα σχετικά με την επεκτατικότητα των Μεγάλων Δυνάμεων και την προσάρτηση ξένων εδαφών που οδηγούσαν στην υποδούλωση των μικρότερων λαών, όπως στην περίπτωση της αυστριακής προσάρτησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Στο ξεκίνημα των βαλκανικών πολέμων, το 1912, επιστρατεύτηκε από τον σερβικό στρατό και στάλθηκε στο αλβανικό μέτωπο. Εκεί με αλλεπάλληλες επιστολές που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα του Σοσιαλ-Δημοκρατικού Κόμματος κατέγραψε τη φρίκη αυτού που ο ίδιος ονόμαζε κατακτητικό αλλά και αδελφοκτόνο πόλεμο μεταξύ Σέρβων και Αλβανών. Ήταν τέτοια η απογοήτευση, η θλίψη κι η οργή του από όσα είδε στο μέτωπο που αμέσως μετά την επιστροφή του συνέγραψε και εξέδωσε την παρακάτω μπροσούρα με την οποία περιγράφει το αδιέξοδο του εθνικισμού και την εκμετάλλευση του βαλκανικού αλληλοσπαραγμού από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Η ίδια η Σερβία, μετά από πολλές απώλειες, θα αναγκαστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις να αποχωρήσει από τα αλβανικά εδάφη διατηρώντας όμως την περιοχή του Κοσόβου. Η Αλβανία με τη σειρά της θα τεθεί υπό καθεστώς διπλής κηδεμονίας, Ιταλικής και Αυστρο-Ουγγρικής. Ακολουθεί μια περίοδος κατά την οποία, ο Τούτσοβιτς, μεταβαίνει στο Βερολίνο για να εκπονήσει διδακτορικές σπουδές, όμως όταν ξεσπά ο Α’Π.Π. και πληροφορείται την αυστριακή επίθεση εναντίον της Σερβίας, επιστρέφει στην πατρίδα του και κατατάσσεται. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Τούτσοβιτς μετατοπίζεται ιδεολογικά, ούτε ότι συντάσσεται με το κομμάτι των σοσιαλιστών που ψήφισαν τους πολεμικούς προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους. Γι’ αυτόν, εκείνη την εποχή, η προάσπιση της πρόσφατα αποκτημένης ελευθερίας των μικρών εθνών (έθνη-πυγμαίους τα αποκαλεί) είναι ζωτικής σημασίας για την ελευθερία του προλεταριάτου τόσο στα μικρά, όσο και στα μεγάλα κράτη. Εξάλλου, το όραμα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την ελευθερία και ανεξαρτησία των βαλκανικών λαών. Στο ημερολόγιο που κρατάει μέσα στα χαρακώματα του Α’Π.Π., ο Τούτσοβιτς περιγράφει την αποκτήνωση των στρατιωτών αμφότερων των πλευρών, τη βία και τις λεηλασίες απέναντι στους απλούς χωρικούς. Τελικά, στις 20 Νοεμβρίου 1914, σε ηλικία 33 ετών θα πέσει νεκρός σε μάχη ενάντια στα αυστριακά στρατεύματα. Η είδησή του θα προκαλέσει μεγάλη θλίψη στο σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό κίνημα της εποχής και ο ίδιος ο Λέων Τρότσκι θα κάνει ειδική μνεί στην απώλεια του Τούτσοβιτς. Με τον ίδιο νεκρό, η κυκλοφορία του βιβλίου του “Σερβία και Αλβανία: Μία συνεισφορά στην κριτική της κατακτητικής πολιτικής της σερβικής αστικής τάξης” θα απαγορευτεί στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων και θα επανακυκλοφορήσει επί της νέας σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, μετά τον Β’Π.Π. Το σημαντικό αυτό ιστορικό ντοκουμέντο μεταφράζεται για πρώτη φορά στο σύνολό του στα ελληνικά σε μια δύσκολη εποχή που πολλά απ’ όσα θα διαβάσετε ίσως να μη μοιάζουν τόσο ανοίκεια.

 

“Έχουμε φέρει εις πέρας τον προμελετημένο φόνο ενός ολόκληρου έθνους.
Πιαστήκαμε στη διάρκεια της εκτέλεσης αυτής της εγκληματικής πράξης
και εμποδιστήκαμε. Τώρα πρέπει να υποφέρουμε την τιμωρία.
Στους βαλκανικούς πολέμους η Σερβία δε διπλασίασε μόνο την επικράτειά της
αλλά και τους εχθρούς της.”
Ντιμίτριε Τούτσοβιτς –
ανταπόκριση από το μέτωπο, 1912

 

Σερβία και Αλβανία: Μία συνεισφορά στην κριτική της κατακτητικής πολιτικής της σερβικής αστικής τάξης

Στην Αλβανία, η Αυστρο-Ουγγαρία και η Ιταλία ακολουθούν μία επιθετική πολιτική, αυτό είναι ένα γεγονός. Είναι η Αυστρο-Ουγγαρία που είναι δομημένη εντελώς πάνω στην άρνηση των εθνικών δικαιωμάτων ή η Ιταλία που σήμερα στραγγαλίζει ένα άλλο έθνος στην άλλη πλευρά της Μεσογείου αυτοί που στ’ αλήθεια υπερασπίζονται την εθνική αρχή; Στην εποχή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, τέτοια συνθήματα είναι τόσο αταίριαστα σ’ αυτά τα δύο καπιταλιστικά κράτη όσο ήταν κάποτε το ρωσικό σύνθημα για την “απελευθέρωση των Χριστιανών” της Τουρκίας στην τσαρική Ρωσία, όταν ήταν ο μεγαλύτερος καταπιεστής της ελευθερίας στο εσωτερικό της και στο εξωτερικό. Αυτά τα πολιτικά ψεύδη δεν περνούν πλέον τόσο εύκολα, στους βαλκανικούς λαούς, οι οποίοι έχουν μάθει διά της εμπειρίας τους ότι κάθε συμμαχία με τον έναν ή τον άλλον “προστάτη” τους έχει κοστίσει βαριά, τόσο περισσότερο όσο στην ατελείωτη προσμονή τους για απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, εγκατέλειπαν τους εαυτούς τους με τέτοια αφοσίωση στους προστάτες τους. Στην ίδια την Αλβανία, όλα τα στοιχεία που εργάζονται για την αυτονομία της χώρας τους γνωρίζουν αυτό το γεγονός. Ένας από τους άνδρες με τη μεγαλύτερη επιρροή στο Ελμπασάν, που αργότερα επιλέχθηκε για κυβερνήτης της πόλης, δε δίστασε να απαντήσει στις ερωτήσεις μου απολύτως καθαρά και ανοιχτά: η Αυστρο-Ουγγαρία θέλει η Σκόδρα να μείνει στην Αλβανία ώστε να συνεχίσει να είναι ο βόρειος φρουρός που θα παρακολουθεί ενάντια στην εισδοχή της Σερβίας και του Μαυροβουνίου στη δική της σφαίρα επιρροής, ακριβώς όπως η Ιταλία παρεμβαίνει υπέρ της νότιας Αλβανίας ώστε κανένας άλλος να μην μπορέσει να εγκαθιδρυθεί στην άλλη πλευρά των Στενών του Οτράντο. Η άκαμπτη υποστήριξη της Αυστρο-Ουγγαρίας και της Ιταλίας για την αυτονομία της Αλβανίας σχετίζεται με τη διάσωση του τελευταίου τους κομματιού γης με το οποίο προστατεύουν τους εαυτούς τους από τον κίνδυνο να αποκτήσει οποιοσδήποτε άλλος πρόσβαση στην Αδριατική θάλασσα, και μέσω του οποίου μπορούν να επηρεάσουν τη ροή των γεγονότων στα Βαλκάνια. Περαιτέρω, η Αυστρο-Ουγγαρία θέλει “μια βιώσιμη Αλβανία” την ίδια στιγμή που βλέπει τον κίνδυνο ότι η Σερβία μπορεί να καταστεί βιώσιμη. Ο στόχος αυτής της πολιτικής είναι τόσο καθαρός όσο η μέρα. Ανεξάρτητα από το καθετί, θέλουν έναν καινούριο νάνο στα Βαλκάνια ανίκανο να επιβιώσει, έτσι ώστε ένας άλλος νάνος που αγωνίζεται να σπάσει τις αλυσίδες του να μην μπορέσει να καταστεί ικανός για επιβίωση. Αυτή είναι η παλαιά μέθοδος της δημιουργίας ενός αδύναμου κράτους, ανίκανου να επιβιώσει, καταδικασμένου να κρατιέται από το κάτω μέρος των παλτών της ευρωπαϊκής διπλωματίας, ανεξάρτητα απ’ το αν αυτό εμφανίζεται υπό την ψεύτικη ταμπέλα των “εθνικών αρχών” ή της “ισορροπίας των πολιτικών ισχύος.”

Αλλά αν η ανησυχία των όσων εξουσιάζουν την Αυστρία για το δικαίωμα όλων των Βαλκανικών λαών στην εθνική αυτοδιάθεση είναι μια απαίσια παράσταση κλόουν με την εθνική αρχή, οι αξιώσεις της Σερβίας για την κατάκτηση της Αλβανίας είναι μία ωμή παραβίαση και ένα τσαλαπάτημα της ίδιας αρχής. Προκηρύσσοντας αυτή την πολιτική, η σερβική αστική τάξη έχει τώρα για πρώτη φορά αφαιρέσει από το πρόσωπο του σερβικού λαού τον μανδύα του καταπιεσμένου έθνους που παλεύει για την ελευθερία του. Καθώς τα πρότερα, νεανικά ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας έχουν εξαφανιστεί, έχουν χάσει την ικανότητα να σέβονται την επιθυμία των εθνών για ελευθερία. Η μπουρζουαζία μας λυγίζει υπό την πίεση των βορείων γειτόνων της και πιάνεται σφιχτά από το κάτω μέρος του παλτού της ρωσικής διπλωματίας και δανείζεται τα μέσα με τα οποία άρχει από ξένες καπιταλιστικές εταιρείες. Έχει αποκτήσει τη δικαιολογία ενός εκμεταλλευτή και ενός ιδιοκτήτη που βλέπει τον εαυτό του ως επικεφαλής ενός πεινασμένου στρατού και ως κύριο πολλών εκατομμυρίων καταπιεσμένων υποκειμένων. Ονειρεύεται μεγαλειότητες και γουρονότριχες. Έχει έφεση μόνο στον εξαναγκασμό και τον στραγγαλισμό των πιο αδύναμων από την ίδια τη στιγμή που και η ίδια επίσης απειλείται από τον κίνδυνο να στραγγαλιστεί από ισχυρότερες δυνάμεις. Αλλά καθώς αυτή η μεταστροφή της πολιτικής της δικής μας μπουρζουαζίας, στην οποία θα φτάναμε αργά ή γρήγορα ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παραγωγής, που εμφανίστηκε μπροστά στον σερβικό λαό είχε καταφέρει πλήρη εθνική ενοποίηση, έτσι οι άρχοντες της Σερβίας έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν την πολιτική διαίρεση και την υποδούλωση του ίδιου τους του έθνους για να δικαιολογήσουν την όρεξή τους να υποδουλώσουν άλλα έθνη, κι αυτή είναι απλά μια απόδειξη ότι η καπιταλιστική οικονομία του κέρδους και το αστικό στρατιωτικο-γραφειοκρατικό κρατικό σύστημα ανεβάζουν αυτές τις ίδιες ορέξεις μεταξύ των μικρών όπως και μεταξύ των μεγάλων εκπροσώπων της σημερινής κοινωνικής τάξης εντός και εκτός, στην εσωτερική καθώς και στην εξωτερική πολιτική.

dimitrije_tucovicc

Ντιμίτριε “Μίτια” Τούτσoβιτς. Γεννήθηκε το 1881 στο χωριό Gostilije της δυτικής Σερβίας. Η επαφή του με τις σοσιαλιστικές ιδέες γίνεται ακόμη στα μαθητικά του χρόνια. Έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του το 1914 πρωταγωνιστεί στο σοσιαλιστικό κίνημα της Σερβίας και των Βαλκανίων με πλούσιο θεωρητικό και συγγραφικό έργο.

Αυτή η νέα πορεία στην πολιτική της σερβικής αστικής τάξης έχει μεγαλύτερη από απλά θεωρητική σημασία για τη Σοσιαλδημοκρατία (σημ: βρισκόμαστε πριν τη διάσπαση της Β’ Διεθνούς και άρα ο όρος σοσιαλδημοκρατία αναφέρεται σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές). Δεν αποτελεί μόνο επιβεβαίωση της άποψής μας ότι τα εθνικά ιδεώδη των αρχουσών τάξεων είναι ένα ψέμα πίσω απ’ το οποίο κρύβεται η επιθυμία να εκμεταλλευτούν τον δικό τους λαό στο εσωτερικό και να υποδουλώσουν έθνη στο εξωτερικό. Την εθνική απελευθέρωση και ενοποίηση που αναζητά για το δικό της έθνος, η καπιταλιστική μπουρζουαζία το αρνείται για τα άλλα έθνη. Από την ταξική της σκοπιά αυτό είναι φυσικό και κατανοητό: όταν ο δικός μου λαός βρίσκεται υπό την ταξική μου εξουσία, γιατί εσείς οι “άγριοι” Αλβανοί αντιστέκεστε να εισέλθετε σε αυτό που σύμφωνα με όλους τους νόμους του μοντέρνου κράτους είναι ένα οργανωμένο και έτοιμο-φτιαγμένο σύστημα υποταγής; Η εξωτερική πολιτική των αρχουσών τάξεων δεν είναι τίποτα παρά η συνέχεια της εγχώριάς τους πολιτικής. Και ακριβώς όπως το προλεταριάτο σε μια συγκεκριμένη χώρα εκπροσωπεί τη μοναδική κοινωνική τάξη που δεν μπορεί να παλέψει για την ελευθερία από την ταξική σκλαβιά χωρίς να απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, έτσι και η Σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να υποστηρίξει την ελευθερία για τον δικό της λαό χωρίς να υποστηρίξει την εθνική ελευθερία για όλα τα άλλα έθνη. Σε αυτό βρίσκεται μία από τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της αντίληψης της Σοσιαλδημοκρατίας και των αστικών κομμάτων στο εθνικό ζήτημα.

Αλλά η μεγάλη πρακτική σπουδαιότητα αυτού του ζητήματος πρέπει να μας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο επειδή οι συνέπειες των επιθετικών προσπαθειών των αρχόντων μας αντιπροσωπεύουν μία ανεξάντλητη πηγή, όχι μόνο νέων κτηνωδιών εναντίον του αλβανικού πληθυσμού, αλλά επίσης μονίμου κινδύνου για την ειρήνη και την ηρεμία του λαού μας και ατελείωτων φορτίων και θυσιών. Η Σερβία έχει σπρωχτεί στη δίνη της πάλης των επιθετικών φιλοδοξιών που έχει όλα τα προβλεπόμενα και απρόβλεπτα εμπόδια και ρεύματα, μία δίνη μες στην οποία η ενέργεια του λαού θα εξαντληθεί σε μάταιες προσπάθειες να καταλάβει την ακτή. Νέες και ακόμα μεγαλύτερες προσπάθειες θα γίνουν προκειμένου να ξεπεράσουμε κάθε νέο εμπόδιο και οι θυσίες τις οποίες οι μάζες βρίσκουν όλο και βαρύτερες για να σηκώσουν θα δικαιολογούνται από εκείνες που έχουν ήδη γίνει. Η κατακτητική εισβολή στην Αλβανία έχει γεννήσει την πικρία του αλβανικού λαού προς τη Σερβία και εξεγέρσεις, κι οι εξεγέρσεις επιβάλλουν νέες οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις. Η ανασφάλεια στα δυτικά σύνορα της Σερβίας έχει εμφανιστεί ως η συνέπεια της επιθετικής πολιτικής προς τον αλβανικό λαό και είναι ο λόγος για τη μόνιμη κατάσταση ετοιμότητας του στρατού. Για τον ίδιο λόγο έχουμε έρθει σε σύγκρουση με ισχυρότερους διεκδικητές της Αλβανίας και μέσα στο ντελίριο της δημιουργίας ενός μεγάλου κράτους της Αδριατικής μέσω της υποταγής άλλων εθνών, οι κυβερνήτες μας κηρύττουν κάποιο μεγάλο μελλοντικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών μαζί τους. Έχοντας υποθηκεύσει τη χώρα, νέα κρατικά βάρη, ο μιλιταρισμός και άλλα παρασιτικά ιδρύματα αναζητούν από τους ανθρώπους ακόμα μεγαλύτερες θυσίες, όσο περισσότερο στραγγαλίζονται υλικά και εξουθενώνονται οικονομικά από τη μόνιμη ανασφάλεια, από τον κίνδυνο του πολέμου και από τις συχνές επιστρατεύσεις.

Με αυτόν τον τρόπο η πορεία των γεγονότων θα σπρώξει τελικά, με τη δύναμη της εσωτερικής λογικής των πραγμάτων, την εξουθενωμένη μικρή μας χώρα από κρίση σε κρίση, από κίνδυνο σε κίνδυνο, ενώ όλα τα αστικά όργανα της κοινής γνώμης θα επιχειρήσουν να καταστήσουν βέβαιο ότι η αληθινή αιτία των κακοτυχιών έχει ξεχαστεί και ότι η ευθύνη γι’ αυτές θα μεταφερθεί σε άλλους. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Σοσιαλδημοκρατία, ως ο μοναδικός ανένδοτος αντίπαλος της επιθετικής πολιτικής, η οποία είναι η αιτία όλων των κακοτυχιών, δεν μπορεί να επιτρέψει να περάσει αυτή η στιγμή χωρίς να καταγραφεί η στιγμή που η άρχουσα τάξη μας προσπαθεί ν’ αρπάξει στα γρήγορα άλλες χώρες και την ελευθερία των άλλων, όταν οι πρώην αναγγελίες μας για εθνική απελευθέρωση σήκωσαν το λάβαρο της εθνικής καταπίεσης, και όταν τα συμφέροντα του κεφαλαίου κατάπιαν τα συμφέροντα του έθνους. Εμείς πρέπει διαρκώς να καταδεικνύουμε τον άρρηκτο αιτιακό δεσμό μεταξύ της επιθετικής πολιτικής της αστικής τάξης και των βαριών συνεπειών και απωλειών των οποίων το τέλος δεν φαίνεται πουθενά.

serbia_and_albania

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Τούτσοβιτς, γιουγκοσλαβική έκδοση του 1946

Η βαλκανική χερσόνησος είναι ένα μίγμα εθνών με συνυφασμένες ιστορικές μνήμες. Μερικά τμήματα της χερσονήσου, τα οποία μέσα σε αυτές τις ιστορικές μνήμες εκπροσωπούν αυτοδύναμες περιοχές, έχουν εμπλακεί το ένα με το άλλο και βρίσκονται το ένα στους φυσικούς διαδρόμους πολιτιστικών και εμπορικών δεσμών του άλλου με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις κεντρικές περιοχές των Βαλκανίων, την “Παλαιά Σερβία” [Κόσοβο] και τη Μακεδονία, τις περιοχές που αποτελούν το κύριο μέρος της τουρκικής κληρονομιάς των βαλκανικών δορυφόρων. Έτσι, όταν μέσω των προσπαθειών των μαζών η τουρκική εξουσία εξωθήθηκε από αυτές τις περιοχές, οι ηγετικοί κύκλοι των Βαλκανικών δορυφόρων βγήκαν μπροστά με τις γροθιές τους, γεμάτοι σχέδια για τη διαίρεση των πρόσφατα κερδισμένων περιοχών στη βάση των ιστορικών και εθνικών δικαιωμάτων και των οικονομικών και πολιτικών αναγκαιοτήτων. Αλλά εδώ βρίσκεται το πρόβλημα: εκείνη η διαίρεση δεν ήταν δυνατή χωρίς να τσαλαπατηθεί η εθνική αρχή, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ύπαρξη του κράτους και να ζημιωθούν τα αληθινά οικονομικά συμφέροντα καθώς και φαντασιακά και θαμμένα ιστορικά δικαιώματα. Για παράδειγμα, όπως το φυσικό σημείο εισόδου στα Βαλκάνια, η Θεσσαλονίκη είναι αναγκαία σε όλους, αλλά η Θεσσαλονίκη είναι μία και αδιαίρετη, ο εμπορικός και μεταφορικός άξονας των Βαλκανίων, χωρίς τον οποίο η Θεσσαλονίκη δεν θα ήταν αυτό που είναι, είναι αναμφισβήτητα η κοιλάδα του Βαρδάρη και αυτή επίσης είναι μία και αδιαίρετη. Με τον ίδιο τρόπο, τα σύνορα των μεσαιωνικών βασιλείων συχνά μετακινούνταν και επικαλύπτονταν και ως αποτέλεσμα οι ιστορικές βλέψεις των βαλκανικών δορυφόρων είναι επίσης σε ασυμφιλίωτο ανταγωνισμό. Ποιος είναι τότε ικανός να καταδείξει πού αρχίζουν και πού τελειώνουν τα σύνορα του σερβικού και του βουλγαρικού έθνους; Πώς είναι δυνατόν να συγκεντρώσεις τους Μακεδόνες Σλάβους σε μία εθνική κοινότητα χωρίς να καταπιέσεις τους Έλληνες και τα άλλα έθνη; Πώς είναι δυνατόν να συγκεντρώσεις τους Έλληνες της Θράκης μέσα σε ένα εθνικό κράτος χωρίς να καταπιέσεις τους Τούρκους και χωρίς να κόψεις τη σύνδεση της Βουλγαρίας με τους Βούλγαρους γύρω από τη Θεσσαλονίκη και ακόμα μακρύτερα μέχρι την Καστοριά;

Αυτές είναι απλά λίγες ενδείξεις του μεγάλου αριθμού αληθινών και φανταστικών ερωτήσεων και αληθινών ή ψεύτικων συμφερόντων, τα οποία έχουν, με την καταστροφή της τουρκικής εξουσίας, ξεχειλίσει σαν το νερό από ένα σπασμένο πιθάρι, και τα οποία θα μπορούσαν μόνο να ικανοποιηθούν από τη δημιουργία μίας νέας ένωσης. Έχοντας ανοίξει από τη διάλυση ενός όλου, αυτά τα ζητήματα θα μπορούσαν να έχουν ειρηνικά και ικανοποιητικά μοναχά μέσα σε ένα νέο όλο μίας υψηλότερης μορφής. Αυτός ήταν, αναντίρρητα, ο μόνος δρόμος που θα είχε οδηγήσει όχι σε πόλεμο, αλλά αντιθέτως σε προσέγγιση, ελευθερία, δύναμη και γενική πρόοδο στα Βαλκάνια, για να μην αναφέρουμε τη μεγάλη σημασία της αποφυγής ενός αδελφοκτόνου πολέμου. Γενικά, μία ένωση εθνών στα Βαλκάνια είναι η λύση στο περίπλοκο Βαλκανικό Ζήτημα από την οποία όλοι οι βαλκανικοί λαοί θα κέρδιζαν τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για ειρηνική και επιτυχημένη ανάπτυξη στο μέλλον. Μόνο η δημιουργία μίας νέας ένωσης στη θέση της τουρκικής εξουσίας που είχε ανατραπεί  θα μπορούσε να έχει προστατεύσει τις από καιρό χαμένες εθνικές ελευθερίες από το να καταπνιγούν από μία αιματηρή εμφύλια διελκυστίνδα γύρω από τις νεοαποκτηθείσες περιοχές, η οποία είναι η μεγαλύτερη κατάρα για την ελευθερία των βαλκανικών λαών. Με την ληστρική λεηλασία των νεοαποκτηθεισών περιοχών, αυτή η ελευθερία στραγγαλίστηκε πριν γεννηθεί, το οποίο δίνει μια ιστορική επιβεβαίωση της άποψης της Σοσιαλδημοκρατίας ότι η εθνική απελευθέρωση των βαλκανικών εθνών δεν είναι δυνατή χωρίς την ενοποίηση ολόκληρων των Βαλκανίων σε μία γενική ένωση. Μία τέτοια ένωση λαών θα απελευθέρωνε ταυτόχρονα όλα τα έθνη και τις περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου από τον εκατέρωθεν συνωστισμό και τα εμπόδια που τα πολυάριθμα σύνορα τείνουν να δημιουργήσουν και θα άνοιγε ελεύθερη πρόσβαση στη θάλασσα για όλους. Τα Βαλκάνια θα γίνονταν μία απέραντη οικονομική περιοχή στην οποία η σύγχρονη οικονομική ζωή θα λάμβανε μία ώθηση και κάθε τμήμα της περιοχής θα λάμβανε εγγυήσεις ελευθερίας κίνησης και εκπλήρωσης των οικονομικών του αναγκών, καθώς και τα μέσα για περισσότερο ραγδαία οικονομική ανάπτυξη γενικά. Η αληθινή οικονομική χειραφέτηση των βαλκανικών εθνών βρίσκεται στην οικονομική ένωση των Βαλκανίων. Και με την ενοποίηση των πολιτικών δυνάμεων και της οικονομικής προόδου, οι βαλκανικοί λαοί θα μπορούσαν να αντισταθούν στις επιθετικές αξιώσεις των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών.

delegati

Αντιπρόσωποι του 3ου Συνεδρίου του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και της εργατικής ένωσης, Κραγκούγιεβατς-Σερβία, 1905

Αν υπάρχει μία πολιτική πραγματικότητα στα Βαλκάνια, αυτή είναι η αναγκαιότητα για μία ένωση των βαλκανικών εθνών. Η πίστη σ’ αυτή την αναγκαιότητα πηγάζει από την παρατήρηση της πραγματικής κατάστασης στη βαλκανική χερσόνησο, σα να διαβάζουμε οποιοδήποτε ανοιχτό βιβλίο που περιγράφει ακριβώς το μέλλον μας. Η μόνη ρεαλιστική πολιτική των βαλκανικών δορυφόρων είναι αυτή που παίρνει αυτή την ιδέα ως κατευθυντήρια αρχή.

Ως πράξη στο μεγάλο βαλκανικό δράμα το οποίο συνδέεται στενά με τις προηγούμενες και τις ακόλουθες εξελίξεις, η επιθετική εκστρατεία της Σερβίας στην Αλβανία είναι η πιο χοντροκομμένη παρέκκλιση από την αρχή της ένωσης των βαλκανικών εθνών και μία παρέκκλιση που πληρώνεται με την πιο χτυπητή ήττα. Επιπρόσθετα σε αυτό το μπλεγμένο δίχτυ ιστορικών, εθνογραφικών και πολιτικών σχέσεων το οποίο περικλείει τις συγκρούσεις στη Μακεδονία, οι λόγοι πίσω από μία τέτοια πράξη εκφράζουν πιο καθαρά απ’ όλα τις τάσεις της βαλκανικής πολιτικής της μπουρζουαζίας. Αυτή η πράξη εκθέτει στη γύμνια τη μισαλλοδοξία των αρχουσών τάξεων προς τα άλλα έθνη και τις επιθετικές φιλοδοξίες και την ετοιμότητα της αστικής τάξης να τις φέρει εις πέρας με τα πιο άγρια εγκλήματα, όπως αυτά που ως τώρα έχουν μονάχα γίνει στις μακρινές αποικίες. Η εγκατάλειψη της αρχής της ένωσης των βαλκανικών εθνών, ακόμα κι όταν είχε επιτευχθεί συμφωνία πάνω στην κοινή δράση ενάντια στην Τουρκία, μας έχει οδηγήσει να χτυπάμε και να συνθλίβουμε ο ένας τον άλλον μάταια στα φαράγγια και τις ρεματιές της Αλβανίας. Και διωγμένοι από εκεί, βρεθήκαμε πεταμένοι σε μία τρελή και βάρβαρη σφαγή με τα αδέλφια μας στην Μπρεγκάλνιτσα [όπου η Σερβία κι η Ελλάδα νίκησαν τη Βουλγαρία το 1913]

Το ένα λάθος έφερε το άλλο και η μία ήττα οδήγησε στην άλλη. Μ’ αυτόν τον τρόπο η “ρεαλιστική” πολιτική του [Σέρβου πρωθυπουργού] Νίκολα Πάσιτς (1845-1926) έχει σφραγιστεί με δύο πολύ αληθινές ήττες: στην Αλβανία και στην Μπρεγκάλνιτσα. Και ενώ υπάρχει η επιθυμία να δικαιολογηθεί η αλβανική περιπέτεια από το γεγονός ότι έχουμε αποκοπεί από τη Θεσσαλονίκη, και το έγκλημα της Μπρεγκάλνιτσα από το γεγονός ότι πεταχτήκαμε έξω από την Αλβανία, τότε πρέπει να δώσουμε έμφαση στο ότι η αιτία αμφότερων των κακών είναι μία και ίδια, δηλαδή, οι επιθετικές φιλοδοξίες της αστικής τάξης και των αρχουσών κλικών και ηγετών στα Βαλκάνια και η ανικανότητά τους να αντικαταστήσουν τα περιορισμένα αποσχιστικά τους συμφέροντα με την αρχή της ένωσης, την οποία πολλοί εκ των εκπροσώπων τους κάποτε υποστήριζαν.

Η επιθετική προσέγγιση της Σερβίας προς τον αλβανικό λαό συγκεκριμένα έχει παράσχει ακόμα μεγαλύτερη εμπειρία για τον μεγάλο κίνδυνο που εκπροσωπεί κάθε σύγκρουση ανάμεσα στα βαλκανικά έθνη για όλες τις πλευρές. Την ίδια στιγμή, έχει επίσης δείξει το πώς η πολιτική των αρχουσών τάξεων δημιουργεί μίσος μεταξύ των εθνών.

srpska_osvajanja_1912

Η κατάτμηση της Αλβανίας το 1912 από τον σερβικό, τον μαυροβουνιακό και τον ελληνικό στρατό

Σήμερα έχει γίνει πολύ επικίνδυνο να υποστηρίζεις την ανάγκη για συνεργασία με τους Αλβανούς. Σε έναν επικίνδυνο διαγωνισμό για τη δικαίωση μίας λανθασμένης πολιτικής, ο Τύπος της μπουρζουαζίας έχει δημιουργήσει ένα σύνολο μη αληθινών και μεροληπτικών ιδεών σχετικά με τους Αλβανούς ενώ η κατακτητική πολιτική της Σερβίας με τις βαρβαρικές της μεθόδους, ήταν βέβαιο ότι θα γέμιζε τους Αλβανούς με το βαθύτερο μίσος για εμάς. Ωστόσο, τέτοιο μίσος δεν υπήρχε προηγούμενα. Η σερβική κι αλβανική φυλή, όπως μπορεί να δει κανείς από τις καταγραφές του Μάρκο Μιλιάνοβ, ζούσαν σε κοντινή επαφή ο ένας με τον άλλον υπό την Τουρκία. Ήταν συνδεδεμένοι με πολύ σπουδαία κοινωνική ομοιότητα, εκφρασμένη στα πολλά κοινά έθιμα, παραδόσεις και αναμνήσεις, όπως τις πολλές κοινές δράσεις εναντίον των τουρκικών Αρχών. Συχνά υπήρχε επίσης και συγγένεια αίματος. Σύμφωνα με τα όσα σημείωσε ο Μιλιάνοβ, οι Kuči, Belopavljići, Hoti, Piperi και Klimenti [Kelmendi] δεν εκπροσωπούσαν πάντα δύο φυλετικές ομάδες, τους Αλβανούς και τους Μαυροβούνιους, χωρισμένους σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, αλλά συχνά στέκονταν στην ίδια πλευρά εναντίον των εισβολέων. Ως απόδειξη ότι οι μνήμες εκείνων των στενών σχέσεων συνέχιζαν να ζουν ανάμεσα στον αλβανικό λαό, υπάρχει μια αλβανική παροιμία που ο Dositej Obradović κατέγραψε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στην Αλβανία: “Κάποτε ήμαστε μία φατρία και φυλή με τους Σέρβους.”

Πολλοί παράγοντες και γεγονότα έχουν έκτοτε οδηγήσει σε μία κατάσταση όπου, στη θέση των γειτονικών σχέσεων και αισθημάτων φιλίας, αρχίζουν να διαδίδονται η μισαλλοδοξία κι η εχθρότητα. Αυτό που συνεισέφερε περισσότερο σε αυτή την εξέλιξη ήταν η συστηματική εφαρμογή της πολιτικής του διαίρει και βασίλευε της Κωνσταντινούπολης και η συμπεριφορά της Σερβίας και του Μαυροβουνίου προς τον αλβανικό πληθυσμό κατά τη διάρκεια των πολέμων με την Τουρκία.

Αν κάποιος διέθετε τις σωστές συνθήκες για να δουλέψει σε συμφωνία με τους Αλβανούς αυτοί ήταν το Μαυροβούνιο και η Σερβία. Όχι μόνο είχαν μικτούς πληθυσμούς και την εγγύτητα των γειτονικών φυλών αλλά επίσης τα αμοιβαία συμφέροντά τους κατηύθυναν αυτά τα δύο έθνη προς τη συμφωνία και τις φιλικές σχέσεις. Ακριβώς όπως ο δρόμος για την Αδριατική θάλασσα περνάει μέσα από μικρούς αλβανικούς οικισμούς, οι αλβανικοί δεσμοί με το εσωτερικό της χερσονήσου οδηγούν απέναντι στα σερβικά σύνορα. Ακριβώς όπως εμείς χρειαζόμαστε τη θάλασσα, αυτοί χρειάζονται τη γη ακόμα περισσότερο. Αν οι ανησυχίες μας για τις εξαγωγές μας δείχνουν προς την κατεύθυνση των Αλβανών, οι δικές τους ανησυχίες για το ψωμί τους δείχνουν προς τη δική μας κατεύθυνση. Αν αυτές οι δύο πλευρές δεν μπορούν να συμφωνήσουν, θα πιέσουν και θα πνίξουν η μία την άλλη.

captain_dimitrije_tucović

O Ντιμίτριε Τούτσοβιτς ως στρατιώτης. Στο ημερολόγιό που κατέγραφε την καθημερινότητά του στο μέτωπο του Α’Π.Π. βρέθηκαν καταγραφές όπως η εξής: “Στη χθεσινή προέλαση φάνηκε πλήρως φωτισμένη η μανία των πολεμικών παθών. Οι στρατιώτες έχασαν κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και, όπως τα θυμωμένα σκυλιά, περπατούσαν κατά μήκος του δρόμου, από σπίτι σε σπίτι, ψάχνοντας για το τι θα κλέψουν. Τα παιδιά και οι γυναίκες προσπαθούσαν να σώσουν ο,τι είχαν, μέχρι ένα ακουμπισμένο στο στήθος τους τουφέκι να τους σιωπήσει. Παρακολούθησα πως ένας στρατιώτης τραβούσε παιδιά σε ένα αμάξι το οποίο απομακρυνόταν και απειλούσε τη μητέρα τους ότι θα τα σκοτώσει αν πάει να τα βοηθήσει. Ένας κουνάει ένα καλάθι, άλλος αδειάζει μια ρακή, ένας τρίτος παίρνει το ψωμί απ’ τη φωτιά. Επικρατούσε τέτοιο χάος σαν αυτή η γη να μην υπήρχε και σαν κανείς να μην αναγνώριζε κανέναν”

Όμως όλες οι ελπίδες συμφωνίας και φιλίας σβήστηκαν σ’ αυτή την περίσταση πολύ περισσότερο από μία αυταρχική πράξη κατάκτησης από τη Σερβία  παρά από την ωμότητα των αλβανικών φυλών. Η Σερβία δεν μπήκε στην Αλβανία ως αδελφός αλλά ως κατακτητής. Επιπλέον, δεν μπήκε ούτε ως πολιτικός αλλά ως ένας απάνθρωπος. Πίσω από τη βαναυσότητα των στρατιωτικών πρακτικών, ο πολιτικός δεν μπορούσε να φανεί. Στην πραγματικότητα, είχε μόνο μία σκέψη η οποία περιλαμβανόταν στην διαταγή: “Πηγαίντε και κατακτήστε!”. Υποταχθείτε ή χαθείτε! Δεδομένης μιας πολιτικής που δεν υπηρετούσε ανθρώπινα όντα, φυλές ή τον λαό και δεδομένης της φυσικής επιθυμίας της Αλβανίας να κερδίσει την ανεξαρτησία της, η Σερβία έχασε κάθε επαφή με τους εκπροσώπους του αλβανικού λαού, και τους ώθησε σε ένα τρομερό μίσος προς καθετί το σέρβικο. Αν ο αλβανικός λαός δεν αντιπροσώπευε ως τώρα ένα κοινωνικό όλο το οποίο θα μπορούσε να αντιληφθεί ένα συμφέρον και να δώσει ζωή σε μια ιδέα, αυτή η ίδεα είναι σήμερα, δυστυχώς, ο γενικός εθνικός ξεσηκωμός του αλβανικού πληθυσμού εναντίον της βαρβαρικής συμπεριφοράς των γειτόνων τους, Σερβίας, Ελλάδας και Μαυροβουνίου, μία εξέγερση  η οποία είναι ένα σπουδαίο βήμα μπροστά στην εθνική αφύπνιση των Αλβανών.

Βασιζόμενη αποκλειστικά στον στρατό, ο οποίος δεν έχει καμία κατανόηση αυτών των ζητημάτων, η σερβική κυβέρνηση, τρελαμένη από τις ορέξεις της για κατάκτηση και παραπλανημένη από την ξένη επιρροή, δεν ήξερε καν πως να εκμεταλλευτεί το μισό έτος που κυβερνούσε τη βόρεια Αλβανία κάνοντας μία και μοναδική πράξη η οποία θα άφηνε κάποια ίχνη επουλωμένων τραυμάτων. Δεν ήξερε πως να το κάνει αυτό, ακόμα και την τελευταία στιγμή όταν το ερώτημα της αλβανικής αυτονομίας είχε ήδη ωριμάσει. Οι μάζες λαχταρούσαν την ελευθερία από τη φτώχεια κι από την κατάσταση των αγροτών αλλά για τέτοιες επαναστατικές πράξεις μοναχά ο επαναστατικός στρατός του Ναπολέοντα έδειχνε μία κάποια κατανόηση. Τα πιο μορφωμένα στρώματα των Αλβανών δεν έκρυβαν την ασυμβίβαστη πρόσδεσή τους στην ιδέα της αυτονομίας από τη Σερβία, αλλά αυτό που κάθε Άγγλος Συντηρητικός θα ήξερε πως να αξιολογήσει πολιτικά απείχε πολύ για τους Σέρβους Ριζοσπάστες. Αυτοί ωθούσαν προς τη θάλασσα με τη βία. Η Σερβία μπήκε στην Αλβανία ως εχθρός και έφυγε ως εχθρός.

Η απεριόριστη εχθρικότητα του αλβανικού λαού προς τη Σερβία είναι το πρώτο χειροπιαστό αποτέλεσμα της αλβανικής πολιτικής της σερβικής κυβέρνησης. Το δεύτερο, ακόμα πιο επικίνδυνο, αποτέλεσμα είναι η εδραίωση στην Αλβανία δύο εκ των Μεγάλων Δυνάμεων που έχουν το μεγαλύτερο συμφέρον στα Βαλκάνια. Αυτό αντιπροσωπεύει μία ακόμα απόδειξη ότι κάθε εμφύλια έχθρα μεταξύ των βαλκανικών λαών οφελεί μόνο τον κοινό τους εχθρό. Η επιθετική δραστηριότητα της Σερβίας, της Ελλάδας και του Μαυροβουνίου δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τη δημιουργία της αυτονομίας της Αλβανίας, αλλά αυτή εξώθησε τον νεαρότερο νάνο των Βαλκανίων, ακόμα πριν την εμφάνισή του στον κόσμο, να παραδώσει τον εαυτό του στο έλεος της Αυστρο-Ουγγαρίας και της Ιταλίας. Αυτό το γεγονός αποτελεί σπουδαίο κίνδυνο για την ειρήνη και την ανάπτυξη στη Σερβία. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτός ο κίνδυνος δεν προέρχεται κατά κανέναν τρόπο από το γεγονός ότι δημιουργήθηκε μία αυτόνομη Αλβανία αλλά αντιθέτως από το ότι δημιουργήθηκε μέσα από τον αγώνα εναντίον των επιθετικών επιθυμιών των γειτονικών βαλκανικών δορυφόρων, από το ότι στην πραγματικότητα αποσπάστηκε απ’ αυτούς μέσω της ανάμιξης της Αυστρο-Ουγγαρίας και της Ιταλίας και ότι έχεις μ’ αυτόν τον τρόπο δεθεί τόσο δυνατά πάνω σε αυτά τα δύο κράτη. Εκεί που χρειαζόταν φιλία, και οι δύο πλευρές έχουν κυριευτεί από μια τρομερή εχθρότητα, ενώ φιλικές επαφές εγκαθιδρύονται μεταξύ των δύο πλευρών, η μία εκ των οποίων είναι ήδη καταδικασμένη να είναι το θύμα της άλλης.

Τα δύο χειροπιαστά αποτελέσματα της επιθετικής πολιτικής της Σερβίας προς τον αλβανικό λαό έχουν ήδη γίνει αισθητά στα οικονομικά του κράτους και την οικονομική μας ανάπτυξη αλλά κυρίως από εκείνους τους δεκάδες χιλιάδες σκλάβους που σκοτώνονται στα αλβανικά βουνά. Έχουν αποσπαστεί και σταλεί στα σύνορα για να σταματήσουν με τις ζωές τους το κύμα πικρίας που έχει προκληθεί από την πολιτική της επιθετικότητας των κυβερνητών μας και για να φρουρούν τη χώρα από τον κίνδυνο στον οποίον έχει τραβηχτεί σε αυτή την περίπτωση. Οι αλυσίδες με τις οποίες η μπουρζουαζία επιθυμούσε να δέσει άλλα έθνη έχουν περιορίσει την ελευθερία της δικής της χώρας και του δικού της λαού.

Τέλος, υπάρχει μια επιθυμία να δικαιολογηθεί η επιθετική εκστρατεία στην Αλβανία με ψεύτικες θεωρίες σε σχέση με την ανικανότητα των Αλβανών για εθνική ανάπτυξη. Οι πολύ αληθινές και δυστυχώς κακές επιπτώσεις αυτής της εκστρατείας έχουν εκθέσει μπροστά σε όλο το έθνος την ανικανότητα των αρχουσών τάξεων να εφαρμόσουν μία πολιτική προς το εθνικό συμφέρον.

dimitrije_tucović

Η προτομή του Ντιμίτριε Τούτσοβιτς στο σημερινό Βελιγράδι. Για μια πρόσφατη ιστορία διαβάστε εδώ: https://bit.ly/2D79mon

Το τί αποτελέσματα θα προκύψουν από την πάλη για την αυτονομία στην Αλβανία είναι ένα ξεχωριστό ερώτημα στο οποίο μόνο το μέλλον θα μπορέσει να δώσει μία ακριβή απάντηση αλλά η συνολική και κοστοβόρα ήττα της επιθετικής πολιτικής της αστικής μας τάξης, η οποία πάλεψε ενάντια στην αυτονομία στέκεται εδώ μπροστά μας ως ένα γεγονός που έχει ολοκληρωθεί και κρούει τον κώδωνα με άψογη ιστορική ειρωνεία πάνω από τη θεωρία της εθνικής “ανικανότητας” των Αλβανών. Αλλά από τη στιγμή που η ήττα της επιθετικής πολιτικής δεν έχει φέρει το τέλος την αλυσίδα των κινδύνων και θυσιών που απειλούν την ελευθερία του σερβικού λαού και το μέλλον της Σερβίας, είναι το λιγότερο απαραίτητο αυτή τη στιγμή να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα και αφήνοντας στην άκρη όλες τις προκαταλήψεις να αναγνωρίσουμε ότι η η πάλη που διεξάγει σήμερα ο αλβανικός λαός είναι μία φυσική, αναπόφευκτη ιστορική πάλη για μία διαφορετική πολιτική ζωή από αυτή που είχαν υπό την Τουρκία και διαφορετική από αυτή που τους επιβλήθηκε από τους αδίστακτους γείτονές τους, τη Σερβία, την Ελλάδα και το Μαυροβούνιο. Ένας ελεύθερος σερβικός λαός πρέπει να εκτιμήσει και να σεβαστεί αυτό τον αγώνα τόσο για τις ελευθερίες των Αλβανών, όσο και για τις δικές του, και να αρνηθεί κάθε κυβέρνηση που θέλει να διεξάγει μία επιθετική πολιτική.

Έτσι, ο εκπρόσωπος του προλεταριάτου ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ λακές της επιθετικής πολιτικής των αρχουσών τάξεων, η Σοσιαλδημοκρατία είναι ηθικά υποχρεωμένη να καταγράφει βήμα-βήμα την πολιτική εξολόθρευσης εναντίον των Αλβανών που εφαρμόζουν οι κυβερνήτες μας, να στιγματίζει ως βάρβαρη μία πολιτική που διεξάγεται υπό το ψευδές πρόσχημα μίας “ανώτερης κουλτούρας” ως την ταξική πολιτική της αστικής τάξης η οποία βλάπτει σοβαρά τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου και ως μια αντεθνική πολιτική επιθετικότητας η οποία φέρνει την ειρήνη και την ελευθερία της χώρας σε κίνδυνο κι η οποία χειροτερεύει σοβαρά την θέση των μαζών. Εναντίον αυτής της πολιτικής, η Σοσιαλδημοκρατία προβάλλει το δικό της σύνθημα: την πολιτική και οικονομική ένωση όλων των λαών των Βαλκανίων, συμπεριλαμβανομένων των Αλβανών, στη βάση της πλήρους δημοκρατίας και της πληρέστερης ισοτιμίας.

 

Ντιμίτριε Τούτσοβιτς, Βελιγράδι 1914

*μετάφραση Our Balkans

Advertisements

Το πολυεθνικό 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ

Όπως έχουμε παρουσιάσει και στο παρελθόν (εδώ, εδώ κι εδώ) διάφορα Συντάγματα και τμήματα του ΕΛΑΣ περιλάμβαναν στις τάξεις τους ξένους μαχητές αλλά και μέλη μειονοτήτων οι οποίοι αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και ηρωισμό για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ωστόσο στην περίπτωση του 30ου Συντάγματος μάλλον εντοπίζεται το πλέον πολυεθνικό μάχιμο σώμα της Αντίστασης στη χώρα μας.

Το 30ο Σύνταγμα δημιουργήθηκε από το φθινόπωρο του ’43 από την ενοποίηση της πλειονότητας των μαχητών του Αρχηγείου Κρούσας, με αυτούς του Αρχηγείου Πάικου και την προσθήκη νέων μαχητών. Μέσα σε ένα χρόνο, το 30ο Σύνταγμα θα δεκαπλασιάσει τις δυνάμεις του και από 400 μαχητές θα φτάσει να αριθμεί περίπου 4.000.
Το 30ο Σύνταγμα συνολικά προκάλεσε πάνω από 700 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες στους Γερμανούς και τους Βούλγαρους κατακτητές και πήρε 300 αιχμαλώτους. Έδωσε δεκάδες μάχες και έκανε πολυάριθμα επιτυχημένα σαμποτάζ, αρκετά κρίσιμα όσον αφορά τη μεταφορά πολεμικού και έμψυχου υλικού απ’ την πλευρά των Γερμανών στο Ανατολικό Μέτωπο. Τέλος, πήρε πολλά λάφυρα σε στρατιωτικό και υγειονομικό υλικό, οχήματα και ζώα.

Ωστόσο, ίσως η μεγαλύτερή του επιτυχία να έγκειται στο γεγονός ότι στο εσωτερικό του συνυπήρξαν πάνω από δέκα έθνη και εθνότητες ενώ συνεργάστηκε αρμονικά με Γιουγκοσλάβους και Βούλγαρους παρτιζάνους.

Εμείς θα παρακολουθήσουμε αυτά τα στοιχεία του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ μέσα από εκτενή αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του πολιτικού κομισάριού του, Θανάση Μητσόπουλου,Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Στα μακεδονικά βουνά”. Πρόκειται για ένα βιβλίο, πολύ πλούσιο σε πληροφορίες, που βασίζεται στα απομνημονεύματα του ίδιου του συγγραφέα αλλά και σε συζητήσεις και συνεντεύξεις άλλων μαχητών του 30ου Συντάγματος. Το βιβλίο είναι αρκετά σπάνιο γι’ αυτό επιλέξαμε να παραθέσουμε εκτεταμμένα αποσπάσματά του.


Από τα Κρούσσια στο Πάικο

Ήδη από τον Αύγουστο του ’43, λίγο πριν την αναχώρηση από τα Κρούσσια, εντάσσονται στον αντάρτικο σχηματισμό τρεις Σοβιετικοί πρώην αιχμάλωτοι των Γερμανών οι οποίοι κατάφεραν να δραπετεύσουν από το στρατόπεδο Παύλου Μελά της Θεσσαλονίκης και να συνδεθούν με τους ΕΛΑΣίτες αντάρτες του Κιλκίς.

Τον Αύγουστο του ‘43 φτάνουν στο τμήμα τρεις Ρώσοι παρτιζάνοι που δραπέτευσαν από στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Θεσσαλονίκη την 1η Ιούλη. Μέσα σε καταιγίδα οι δύο απ’ τους τρεις φτάνουν έξω από τη Νέα Σάντα. Συναντούν έναν χωρικό που τους κάνει νεύμα να περιμένουν. Αυτοί το ρισκάρουν. Ο χωρικός γυρίζει με ένα 12χρονο παιδί και τους δίνουν τρόφιμα. Τους φέρνουν μέσα στη Νέα Σάντα, τους παραλαμβάνει η οργάνωση και τους προωθεί στο Περιστέρι.

Κατευθείαν ζητούν οπλισμό. Οι αντάρτες μέσω κάποιων Πόντιων που ήξεραν λίγα ρώσικα αρχίζουν να ρωτούν πληροφορίες για τη ζωή στην ΕΣΣΔ. Μπαίνει πρόγραμμα μαθημάτων για τη ζωή στην ΕΣΣΔ.

Μετά από πέντε ημέρες ασταμάτητου περπατήματος, οι 154 μαχητές του Αρχηγείου Κρουσών φτάνουν τελικά στο Πάικο. Εκεί ανάμεσα στους αντάρτες συναντούν και δύο Ιταλούς

Στο συγκρότημα του Πάικου, θυμάμαι, ήταν και δυο Ιταλοί, ο Ντομένικο και ο Ριγολέτο (ψευδώνυμο). Καταδικασμένοι, δεν έμαθα γιατί, σε πρόσκαιρα δεσμά από ιταλικό στρατοδικείο, πήδηξαν από το τραίνο, όταν μεταφέρονταν στην Ιταλία να εκτίσουν την ποινή τους και βγήκαν στο βουνό. Ο Ντομένικο τίμιο και σταθερό αγροτόπαιδο, ο Ριγολέτο τύπος κωμικός και λίγο μπερμπάντης. Γι’ αυτό τον έλεγαν και Ριγολέτο

Ακολουθεί πέρασμα στους ορεινούς σχηματισμούς της Πέλλας όπου οι αντάρτες έρχονται σε επαφή με γιουγκοσλάβικα παρτιζάνικα τμήματα που έχουν στρατοπεδεύσει σε ελληνικό έδαφος (βλ. εδώ). Ανάμεσά τους και αρκετοί Βούλγαροι αντάρτες, πρώην στρατιώτες που αυτομόλησαν και τάχθηκαν με την Αντίσταση.

Στα γιουγκοσλαβικά παρτιζάνικα τμήματα υπηρετούσαν και πολλοί Βούλγαροι αγωνιστές, που κάτω από διαφορετικές ο καθένας συνθήκες, είχαν προσχωρήσει και καταταχτεί στα τμήματα αυτά. Άλλοι είχαν λιποταχτήσει από το βουλγαρικό φασιστικό στρατό, άλλοι καταδιωγμένοι από την αστυνομία του Βόρι και του Φίλοφ. Αδερφωμένοι οι Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι συμπολεμιστές, χτυπούσαν τον καταχτητή και τους ντόπιους συνεργάτες του για να ελευθερώσουν τις πατρίδες τους, τους λαούς τους, τα σπίτια τους. Ο διοικητής των Βουλγάρων στρατιωτών, Ντίτσο Πετρόφ και ο Βούλγαργος παρτιζάνος Τρύφων Μπαλκάνσκι λίγο πριν την είσοδό τους στα ελληνικά εδάφη εξηγούν την απόφαση προσχώρησής τους στο στρατόπεδο της Αντίστασης:

– Γι’ αυτό λοιπόν και για να μην είμαστε χωροφύλακες στη Βαλκανική Χερσόνησο απόψε θα περάσουμε με το μέρος των παρτιζάνων, των λαϊκών αυτών εκδικητών και των αγωνιστών της λευτεριάς, με το μέρος του Κόκκινου Στρατού.
– Ζήτω ο ακατανίκητος Κόκκινος Στρατός.
– Ζήτω οι παρτιζάνοι των Βαλκανίων.
– Θάνατος στο φασισμό, απάντησαν οι στρατιώτες ενθουσιασμένοι.

Μέσα σ’ εκείνη τη συγκίνηση και τη χαρά παίρνει το λόγο ο Μπαλκάνσκι.

– Σύντροφοι! Από τούτη τη στιγμή είστε λαϊκοί αγωνιστές. Μαζί μας είναι ολόκληρος ο βουλγαρικός λαός, οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης, της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας, της Αλβανίας. Μαζί με τους Γιουγκσλάβους, τους Έλληνες και τους Αλβανούς παρτιζάνους, μαζί με τον Κόκκινο Στρατό θα χτυπήσουμε τον κοινό εχθρό. Το παράδειγμά σας θα το ακολουθήσουν εκατοντάδες και χιλιάδες πατριώτες. Πάνω από τη χώρα μας, τα Βαλκάνια και όλη την Ευρώπη θα ανατείλλει ο ήλιος της λευτεριάς.
– Ζήτω η μαχητική φιλία των Βουλγάρων, Γιουγκοσλάβων και Ελλήνων παρτιζάνων.- Θάνατος στο φασισμό.
– Λευτεριά στο λαό! Ακούστηκαν στεντόριες οι φωνές των νέων λαϊκών εκδικητών.

Η φάλαγγα ξεκίνησε και σε λίγο την κατάπιε το σκοτάδι. Τραβούσε στο δρόμο της τιμής. Με το ξημέρωμα έφθασε στο ελληνικό χωριό Λαγκαδιά. Η υποδοχή τους έγινε θερμή.

– Ζήτω οι Βούλγαροι αντάρτες, ακούονταν στα ελληνικά….

Έτσι στα μακεδονικά βουνά πολεμούσαμε αδερφωμένοι Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι. Όχι μόνο παραμερίσαμε τα παλιά μίση που η πολιτική των ιμπεριαλιστικών και αντιδραστικών κύκλων της κάθε χώρας μας καλλιεργούσαν με επιμονή για να κρατούνε τους λαούς μας διαιρεμένους και να τους τιθασσεύουν ευκολότερα αλλά και νοιώθαμε μεγαλύτερη δύναμη έτσι ενωμένοι και μας δημιουργούνταν αυθόρμητα και πηγαία το αίσθημα της σιγουριάς και της αισιοδοξίας για το μέλλον. Αναθυμούμασταν και παλιούς αγώνες των λαών μας κατά του τουρκικού ζυγού, αναπολούσαμε τις λαμπρές κοινές αγωνιστικές μας παραδόσεις. Σφυρηλατούσαμε και αφομοιώναμε τη φιλία και τη μελλοντική συνεργασία των λαών μας για την ολόπλευρη ανάπτυξή τους. Χαιρόμασταν και αισθανόμασταν περήφανοι που πάνω κει στα αντάρτικα λημέρια θεμελιώναμε την αδερφωσύνη στα Βαλκάνια. Είναι πολύ όμορφο να πολεμάει κανείς για τέτοια ευγενικά ιδανικά.

IMG_20181119_133436

Έλληνες, Σλαβομακεδόνες, Βλάχοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Μακεδόνες, Αλβανοί, Μαυροβούνιοι και μαζί τους Ιταλοί, Σοβιετικοί, Αυστριακοί, Πολωνοί και Μαροκινοί δίνουν από κοινού μάχες εναντίον των Γερμανών και Βουλγάρων κατακτητών στην ορεινή Πέλλα τον χειμώνα του ’43. Ας δούμε πως περιγράφεται αυτή η εμπειρία:

Την περίοδο εκείνη πέρασαν στο χώρο του συντάγματός μας μεγαλύτερα τμήματα Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Δυο ταξιαρχίες και μία ομάδα ταγμάτων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας. Κλιμακώθηκαν στις νότιες υπώρειες του βουνού Τζένα. Είχαν εγκατασταθεί σε ελληνικά χωριά. Η πρώτη ταξιαρχία με διοικητή τον Πέταρ Μπράγιοβιτς-Γκιούρο και πολιτικό επίτροπο τον Μίτα Μίλκοβιτς στο χωριό Πρόμαχοι (Μπάχοβο). Η δεύτερη με διοικητή τον Ντίμτσε Τουριμάντζα-Γκόρκι και πολιτικό επίτροπο τον Ναούμ Ναούμοσκι-Μπόρτσε στο χωριό Νότια. Η τρίτη ομάδα ταγμάτων που αποτελούνταν από ένα μακεδονικό και ένα βουλγαρικό τάγμα με διοικητή τον Τιχομίρ Μιλοσέφσκι, πολιτικό επίτροπο τον Τρύφωνα Μπαλκάνσκι και τον Μίτο Μιτσάικοφ-Σλόμπονταν, μέλος της διοίκησης είχε εγκατασταθεί επίσης στη Νότια. Επικεφαλής όλης αυτής της δύναμης ήταν η ίδια η διοίκηση του Γενικού Αρχηγείου Μακεδονίας με διοικητή τον Μιχαήλο Αποστόλσκι – Ντόντσιο και πολιτικό επίτροπο, τον Τσβένκο Ουζούνοφσκι – Αμπάς. Το Γενικό Αρχηγείο είχε εγκατασταθεί στο χωριό Φούστανη. Μαζί του ήταν και ο αντιπρόσωπος του Ανώτατου Αρχηγείου του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού και των παρτιζάνικων τμημάτων της Γιουγκοσλαβίας και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς – Τέμπο.

Τα τμήματα αυτά έδωσαν σκληρές μάχες στη Γιουγκοσλαβία με το γερμανικό και βουλγαρικό φασιστικό στρατό. Και πέρασαν στη δική μας περιοχή για να ξεκουραστούν, να ανασυγκροτηθούν και ετοιμασθούν για νέες μάχες. Ήταν οι μαχητές τους γυμνοί, ξυπόλητοι, πεινασμένοι. Έφεραν μαζί τους και πολλούς τραυματίες και αρρώστους. Οι οργανώσεις του κόμματος και του ΕΑΜ, τόσο της επαρχίας Καρατζόβας, όσο και των χωριών υποδέχθηκαν τα γιουγκοσλάβικα αυτά τμήματα με μεγάλη εγκαρδιότητα, αδελφικά. Άλλωστε πάντα εγκάρδια και θερμά υποδέχονταν τους Γιουγκοσλάβους συμπολεμιστές μας κατά του φασισμού. Ζεστά καταλύμματα, άφθονη τροφή, ιματισμό και δέρματα για τσαρούχια, όλα τα βρήκαν. Υποδοχή και περιποίηση άριστη. Οι κάτοικοι των χωριών τους δέχονταν στα σπίτια τους και τους πρόσφεραν κάθε βοήθεια με τη μεγαλύτερη προθυμία. Ο διοικητής του Γενικού Μακεδονικού Αρχηγείου Μιχαήλο Αποστόλσκι – Ντόντσιο, στο βιβλίο του “Απ’ τη Τζένα στη Μπογομίλα και το Κόζιακ” γράφει ότι: “Ο λαός της ελληνικής αυτής επαρχίας, οι εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις του και τα στελέχη τους μας δέχτηκαν εμάς και τα τμήματά μας πολύ εγκάρδια. Την ίδια θερμή αδελφική υποδοχή επεφύλαξαν σ’ όλα τα τμήματά μας που στη διάρκεια του κοινού αντιφασιστικού αγώνα αναγκάστηκαν να περάσουν στον ελληνικό αυτό χώρο. Μα και τα τμήματα του ΕΛΑΣ υποδέχονταν πάντα σαν αδελφούς τους Γιουγκοσλάβους συμπολεμιστές. Το Σύνταγμά μας με τα τμήματα (σελ. 135) αυτά είχε πολλούς δεσμούς και μάλιστα και κοινούς αγώνες από την αρχή μέχρι το τέλος του αντιφασιστικού αγώνα (σελ. 136) Μόλις έμπαιναν στην περιοχή μας ήξεραν πώς να ενεργήσουν. Έπαιρναν αμέσως επαφή με τις πολιτικές οργανώσεις και έστελναν συνδέσμους στο κοντινότερο τμήμα του ΕΛΑΣ.

Κι αυτή τη φορά έστειλαν αμέσως συνδέσμους αξιωματικούς στην έδρα της διοίκησης του συντάγματός μας, τον Αρχάγγελο, να μας γνωρίσουν την άφιξή τους και να μας ζητήσουν πληροφορίες για την διάταξη και τις κινήσεις του εχθρού. Μας έφεραν και χαιρετισμούς από παλιούς γνωστούς μας Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους. Χαρήκαμε, τους εξυπηρετήσαμε και τους στείλαμε πίσω φορτωμένους δώρα και χαιρετίσματα.

Στο διάστημα που έμειναν στην περιοχή μας συναντιούνταν, γνωρίζονταν και δημιουργούσαν φιλικούς δεσμούς Έλληνες και Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι. Πολλές φορές γιουγκοσλάβικα και δικά μας τμήματα έμεναν στα ίδια χωριά.

Στους δρόμους και στα μονοπάτια συχνά συναντιούνταν εκείνοι με τους δικούς μας:

– Σμέρτ να φασίσμα (Θάνατος στο φασισμό), χαιρετούσαν εκείνοι.
– Λευτεριά στο λαό, απαντούσαν οι δικοί μας αντάρτες.

– Θάνατος στο φασισμό, χαιρετούσαν οι δικοί μας.
– Σλόμποντα ζα νάροντε (Λευτεριά στο λαό) απαντούσαν εκείνοι.

Προσοχή” απ’ εδώ οι Έλληνες, “Μύρνο” απ’ εκεί οι Γιουγκοσλάβοι.

Ήταν Μακεδόνες στη μεγάλη τους πλειοψηφία και λίγοι Σέρβοι και Μαυροβούνιοι. Είχανε και πολλές παρτιζάνες. Σε αντίθεση με μας, που ακόμα δεν είχαμε, δε δεχόμασταν γυναίκες στον ΕΛΑΣ. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και κάτι παρτιζάνες λυγερές και λεβεντοκαμωμένες. Γεμάτες θηλυκότητα ανακατεμένη με παληκαριά κι έναν λεβέντικο ατίθασο αέρα.

IMG_20181119_171030


Γερμανοί και Εβραίοι μαζί στην Αντίσταση

Στο 30ο Σύνταγμα ενσωματώνεται κι ο πρώτος Εβραίος:

Τότε είχαν έρθει σε μας δυο αντάρτες παλιοί, που είχαν φθάσει από την “Ελεύθερη Ελλάδα”, που ακούγαμε πως άρχισε να δημιουργείται δυτικότερα, στο Βίτσι και στο Γράμμο. Ο ένας ήταν Εβραίος. Από τους λίγους Εβραίους που βγήκαν στο βουνό. Μάρκο τον έλεγαν. Τον άλλο δε θυμάμαι πως τον έλεγαν. Αυτοί μας έμαθαν και το πρώτο νέο αντάρτικο τραγούδι. Και πόσο χαιρόμασταν και εντυπωσιαζόμασταν όταν τραγουδούσαμε!

“Απ’ τα Βαλκάνια ως την Ευρώπη // ξεσηκώνετ’ ο λαός //

και αρπάζει τα ντουφέκια // ζήτω ο λεύτερος στρατός”

Ήταν το μαρς των παρτιζάνων του Αμούρ διασκευασμένο για τη δική μας κατάσταση.

Αλλά κι οι πρώτοι Γερμανοί αντιφασίστες που όταν συλλαμβάνονται από τους αντάρτες εκδηλώνουν την πραγματική τους ταυτότητα, όπως ο σοσιαλδημοκράτης Άλφρεντ που αμέσως παίρνει μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών.

Με το νύχτωμα τράβηξαν για την επιχείρηση. Ο Άλφρεντ μπροστά, κεφάτος, χαρούμενος. Και καθώς ο Γιάννης ήξερε τα γερμανικά και συνεννοούνταν, διηγιόταν για τη ζωή του, για τους αγώνες των Γερμανών αντιφασιστών. Και όπως ήταν καλοκάγαθος άνθρωπος ήρθε γρήγορα σε ψυχική επαφή με τους αντάρτες, γνωρίστηκαν και άρχισε να αισθάνεται καλά μαζί τους.


Οι ξένοι αντιφασίστες βοηθούν τους Έλληνες εντός ελληνικού εδάφους

Η βοήθεια που έχουν δώσει οι ΕΛΑΣίτες στους ταλαιπωρημένους Γιουγκοσλάβους αντάρτες κατά την άφιξή τους, τον Δεκέμβρη του ’43 θα τους επιστραφεί όταν κατά τις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τον Γενάρη του ’44, οι ΕΛΑΣίτες θα αποφασίσουν να ανέβουν στο όρος Τζένα. Οι Γιουγκοσλάβοι που βρίσκονται στην ίδια περιοχή θα αρνηθούν να τους ακολουθήσουν χαρακτηρίζοντας το γεγονός σκέτη τρέλα. Όταν τα τμήματα του ΕΛΑΣ θα επιστρέψουν παγωμένα και διαλυμένα από τη χιονοθύελλα θα είναι η σειρά των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων να περιποιηθούν τους ταλαιπωρημένους ΕΛΑΣίτες.

Ήμασταν και νηστικοί. Οι Γιουγκοσλάβοι βράζανε όλοι τους στις καραβάνες κρέας, κάνοντας νερό από χιόνι. Μόλις φύγαμε εμείς το πρωί για τη Τζένα αυτοί έστειλαν χαμηλά, κοντά στο χωριό, μια διμοιρία και κόβει κάμποσα γίδια από ένα κοπάδι. Στον ιδιοχτήτη εξήγησαν ότι βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη, οι Γερμανοί είναι απέναντι, δεν έχουν τροφή. Και ότι πρέπει να τους δώσει τριάντα γίδια. Ο τσομπάνης, δικός μας άνθρωπος, ήταν οργανωμένος. Μα τριάντα γίδια ήταν η μισή στάνη του, η μισή περιουσία του. Αλλά τι να ‘κανε τα ‘δωσε. Μα κι αν δεν τα ‘δινε θα τα ‘παιρναν γιατί πραγματικά βρίσκονταν σε μεγάλη ανάγκη. Έπρεπε να ‘χουν τουλάχιστο ένα κομμάτι κρέας, ώσπου να βλέπανε πως θα ξέμπλεγαν με τους Γερμανούς. Στον τσομπάνη δώσανε μια απόδειξη με δικαίωμα αποζημίωσης από το μελλοντικό κράτος της Γιουγκοσλαβίας. Τί έκανε ύστερα με την απόδειξη αυτή δε ξέρω. Ζητήσαμε από τη διοίκηση των Γιουγκοσλάβων μήπως είχαν κάτι να δίναμε στους δικούς μας. Δεν είχαν. Έτσι βολευτήκαμε με ότι έδωσαν οι παρτιζάνοι ο καθένας από το μερτικό του, έτσι όπως ήταν μαζεμένοι στις φωτιές.

Το επόμενο πρωί η διοίκηση του ΕΛΑΣ θα αντιληφθεί ότι λείπουν πάνω από 80 αντάρτες, οι οποίοι είχαν αποκοπεί στην πορεία στη χιονοθύελλα. Τότε, συγκροτείται ένα μικτό τμήμα 30 Ελλήνων και 30 Γιουγκοσλάβων ανταρτών με σκοπό να τους εντοπίσει. Οι περισσότεροι τελικά εντοπίζονται κι επιστρέφουν σοβαρά κρυοπαγημένοι. Τοποθετούνται δίπλα στις φωτιές. Τότε όμως είναι η σειρά του Γερμανού Άλφρεντ να προσφέρει τις γνώσεις και τη βοήθειά του:

Και τότε συνέβη ένα περιστατικό που μένει ακόμα ζωντανό στη μνήμη μου. Ο Γερμανός Άλφρεντ σαν αντελήφθηκε πως μαζέψαμε τους κρυοπαγημένους γύρω από τη φωτιά, πετιέται από τη θέση του, τρέχει εκεί και αρχίζει με μανία να πατάει με τις μπότες του τις φωτιές να τις σκορπάει και να τις σβήνει, ενώ βλαστημάει γερμανικά. Όσοι αντάρτες ήταν γεροί σηκώθηκαν αγριεμένοι έτοιμοι να του επιτεθούν. Ο Άλφρεντ φωνάζει το διερμηνέα και μας εξηγεί τί σήμαινε για τους κρυοπαγημένους η φωτιά.

΄- Νιχτ γκουτ! Νίχτ γκούτ! Θα τους πεθάνετε, φώναζε.

Ζήτησε τέλος να του εμπιστευθούμε τους κρυοπαγημένους. Πήρε πέντε-έξι γερούς αντάρτες και αφού τους έδειξε πως να τρίβουν με το χιόνι άρχισε τη μάχη για τη σωτηρία των αγωνιστών μας. Τον έναν άφηνε, τον άλλον άρπαζε. Είχε πλημμυρίσει στον ιδρώτα από την τρομερή προσπάθεια που συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ. Οι κρυοπαγημένοι άρχισαν να συνέρχονται. Τον Άλφρεντ τον τοποθετήσαμε αρχινοσοκόμο του κινητού νοσοκομείου μας. Ήταν ο καταλληλότερος.

Πάντα γελαστός και ενθουσιώδης. Οι άρρωστοι κατευχαριστημένοι μαζί του. Κι αυτός τους πρόσεχε έναν-έναν και τους φέρονταν με πολλή στοργή

Στις 13 Γενάρη δυνάμεις του 30ου Συντάγματος (60 άνδρες) μαζί με Γιουγκοσλάβους και Βούλγαρους χτυπούν τους Γερμανούς στο οροπέδιο Μεγάλα Λιβάδια.

Στην επιχείρηση αυτή πήραν μέρος και δυο τάγματα του γιουγκοσλαβικού απελευθερωτικού στρατού. Το τάγμα “Στ. Ναούμοφ” και το βουλγαρικό τάγμα “Χρίστο Μπότεφ”. Η συνολική δύναμη και των δύο αυτών συγκροτημάτων ανέρχονταν στους 150 περίπου μαχητές, 70-80 άνδρες το καθένα. Ονομάζονταν τάγματα παρά τη μικρή τους δύναμη γιατί ήταν οργανωμένα με την προοπτική ανάπτυξής τους.

…πριν προλάβουμε να δώσουμε με φωτοβολίδα το σύνθημα της επίθεσης οι Γιουγκοσλάβοι άρχισαν κιόλας να βάζουν. Ακούμε αμέσως και το οπλοπολυβόλο Λούις του λόχου μηχανημάτων να κελαηδάει σα βραχνιασμένος βάτραχος μέσα στη χιονισμένη σιγαλιά. Η γερμανική εμπροσθοφυλακή ούτε καν πρόλαβε να ετοιμαστεί για μάχη. Παραδόθηκε.

Στο μεταξύ οι βραχίονες της ενέδρας χτυπούν την κύρια φάλαγγα […] Προσπαθούν να βολευτούν, να αμυνθούν μα δεν τα καταφέρνουν … Και κάνουν κείνο που ήταν το πιο “φρόνιμο” κείνη τη στιγμή. Να το βάλουν στα πόδια προς τα πίσω. Άσχημο και κακό. Μα δεν είχαν και καλύτερη λύση. Κι όλα αυτά έγιναν μέσα σε πολύ λίγα λεπτά. Σαν τους είδαμε να διπλώνουν προς τα πίσω τους παίρνουμε στο κατόπι. Τους κυνηγάμε. Από γύρω ξεχύνονται οι δικοί μας φωνάζοντας αέρα. Ακούγεται και η φωνή του Μάριο, που γεμάτος χαρά έτρεχε πίσω από τον καπετάν Κατσώνη φωνάζοντας μ’ όλη του τη δύναμη “Αέροοοο! Αέροοο!” … Ο Ιορδάνης, ένας τουρκόφωνος αντάρτης από τη Θηριόπετρα Καρατζόβας, έπιασε μόνος του δυο αιχμαλώτους. Ήταν Τάταροι από τα μέρη του Καυκάσου. Όλο το τμήμα σχεδόν από δαύτους αποτελούνταν. Μόνο οι βαθμοφόροι ήταν Γερμανοί.

– Πάνω χέρια! Κάτω όπλο! Φώναζε με τα σπασμένα ελληνικά του ο Ιορδάνης
– Καρντάς, Καρντάς, γιά κομμουνίστ, φώναζαν εκείνοι έντρομοι.
– Να σου γ… το καρντάς. Πάνω χέρια, κάτω όπλο! Προχώρα, ντρόμο. Τώρα κομμουνίστ φωνάζεις!

Και τους έφερε και αυτούς και τα όπλα τους. Αποτέλεσμα: 54 αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Γερμανός διοικητής του αποσπάσματος, 20 εξακριβωμένοι νεκροί … Τα λάφυρα τα μοιράσαμε με τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους. Είχαμε μια καλή επιτυχία. Ευχαριστημένοι, Γιουγκοσλάβοι και Έλληνες παίρνουμε το δρόμο για το λημέρι μας, τον Αρχάγγελο, χωρίς καμιά απώλεια. Όταν μπήκαμε στο χωριό με τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα και τα τραγούδια, χάρηκαν οι χωρικοί και ξεθάρεψαν από το μούδιασμα που είχαν τελευταία

Η αποτελεσματική κοινή δράση ΕΛΑΣιτών και Γιουγκοσλάβων έχει άμεσα αποτελέσματα στην ανόρθωση του ηθικού των πρώτων.

Άρχισαν να ενδιαφέρονται και να ζητούν περισσότερα στρατιωτικά μαθήματα και στρατιωτικές ασκήσεις για να μάθουν να πολεμούν τους “γερμαναράδες”. Γίνονται πιο ζωηροί, το τραγούδι τους πιο βροντερό, το περπάτημά τους πιο λεβέντικο… Από μόνοι τους καθιερώνουν μεταξύ τους για χαιρετισμό: “Θάνατος στο φασισμό – Λευτεριά στο λαό”. Οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι, αντιμετωπίζοντας πιο σκληρές συνθήκες, ήταν πιο ψημένοι και πιο μαχητικοί. Αυτό επέδρασε ευνοϊκά και στους δικούς μας

Οι “γιουγκοσλάβικες” συνήθειες θα κοπούν μόνο μετά την ίδρυση της κυβέρνησης της ΠΕΕΑ, τον Μάρτιο του ’44:

Οι αντάρτες κοιτάζουν τώρα να ντύνονται πιο περιποιημένα. Να έχουν καλή στρατιωτική εμφάνιση. Γιατί βλέπουν τον εαυτό τους στρατιώτη κανονικού πια στρατού. Έχουμε κυβέρνηση, πρέπει και μεις να είμαστε ταχτικός στρατός. Στρατός με την πειθαρχία και με τα όλα του. Καταργούμε τον χαιρετισμό με την γροθιά, που σιωπηρά είχε επικρατήσει, το ‘χαμε πάρει από τους Γιουγκοσλάβους, και καθιερώνεται ο κανονικός στρατιωτικός χαιρετισμός του Ελληνικού Στρατού

Η πολυεθνική σύσταση των ελληνικών και γιουγκοσλαβικών ανταρτικών τμημάτων που δρούσαν στην περιοχή αντανακλάται και στην κυρίαρχη “μόδα” των τραγουδιών που τραγουδούν οι μαχητές.

Μαθαίναμε όλο και νέα τραγούδια. Κείνο τον καιρό ήταν της μόδας το τραγούδι.

“Αυτό που έγραψε ο Ρήγας

ένα καιρό, παλιό καιρό

οι παρτιζάνοι απ’ τα Βαλκάνια

το κάνουν έργο ζωντανό”

IMG_20181119_171246

Επιπλέον, τα χωριατόπαιδα που κατά πλειοψηφία απαρτίζουν τα ΕΛΑΣίτικα τμήματα ανοίγουν τους ορίζοντές τους και βρίσκουν ευκαιρία να πάρουν πληροφορίες για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Ιβάν και ο Σάσα, που βρίσκονταν μαζί μας, μας μάθαιναν ρούσικα επαναστατικά τραγούδια. Και πρώτα πρώτα το εμβατήριο (μαρς) των Παρτιζάνων, που οι αντάρτες ήδη το είχαν προσαρμόσει στη δική μας κατάσταση. Ο Ιβάν ήταν ακόμα από τους κεντρικότερους προπαγανδιστές μας. Ακούραστος πάντα να δίνει πληροφορίες για τη ζωή στη Σοβιετική Ένωση. Για τον έρωτα, για το γάμο, για τα κοινόβια, που ακούγαμε ότι υπάρχουν. Άλλοι ρώταγαν αν ήταν αλήθεια ότι τους παπάδες τους ψήνουν στο φούρνο οι κομμουνιστές. Ο καθένας τέλος ρωτούσε ότι του ‘ρχοταν στο μυαλό. Και ο Ιβάν επιστράτευε τις γνώσεις του να μας απαντήσει. Λίγο στενοχωριόταν όταν τον ρωτούσαν να απαντήσει στις συκοφαντίες που διέδιναν οι φασίστες και όλοι οι αντικομμουνιστές για τη Σοβιετική Ένωση. Μα όμως, σα λογικό άνθρωπος που ήταν, καταλάβαινε ότι είχε χρέος να απαντήσει ακριβώς για να διαφωτίσει τους καθόλα καλοπροαίρετους αυτούς αγωνιστές.

Οι ορίζοντες των ανταρτών ανοίγουν τόσο που ξεπερνούν μάλιστα τα όρια του πλανήτη καθώς στο λημέρι τους στο Πάικο γίνονται μαθήματα για την ιστορία της Γης και του Σύμπαντος από τον Θεσσαλονικιό αντάρτη-φοιτητή, Γιάννη Παντελίδη, ο οποίος εξηγεί τα στάδια σχηματισμού του φλοιού της Γης και εξέλιξης του πλανήτη. Για ψυχαγωγία ακολουθούν παραστάσεις Καραγκιόζη.

Οι γνωριμίες των Ελλήνων ανταρτών του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με ξένους αγωνιστές που καταφτάνουν στα τμήματά τους με διάφορους τρόπους συνεχίζεται.

Από τους πρώτους στρατιώτες που γνώρισα εδώ στο λημέρι ήταν και ο Ιταλός Μάριος. Στρατιώτης που το ‘χε σκάσει απ’ τη Θεσσαλονίκη και είχε βγει στο βουνό. Ο πατέρας του παλιός σοσιαλιστής είχε διωχθεί από το καθεστώς του Μουσολίνι. Ο Μάριος ήταν φλογερός επαναστάτης. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά της φυλής του. Πληθωρικός στις εκδηλώσεις του. Εύθυμος και γλεντζές. Ήταν καπετάν φασαρίας. Είχε μάθει και κάμποσα ελληνικά από μια φλενάδα του στη Θεσσαλονίκη. Συχνά μας μιλούσε με πόνο για την Άννα του που καθόταν στην οδό “Αγρίας Σοφίας”, όπως έλεγε την οδό “Αγίας Σοφίας”. Μας είχε φάει τ’ αυτιά να τη φέρουμε στο βουνό, να την κάνουμε αντάρτισσα:

– Άννα καλό κορίτσι. Έμαθε εμένα ελληνικά.
– Μονάχα ελληνικά; του ‘λεγαν οι άλλοι και έκλειναν το μάτι.
– Μη κοροϊδεύει εμένα, διαμαρτυρόταν στα πειράγματα των άλλων. Άννα γίνει καλό αντάρτη. Πρέπει φέρει εντώ.

Το ‘χε καημό ο καημένος που δεν είχε την Άννα του κοντά. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να ικανοποιήσουμε την επιθυμία του φίλου μας του Μάριου. Έτσι απόμεινε με την ανάμνησή της και πολύ υπόφερε από το χωρισμό. Τί μπορούσαμε να του κάνουμε όμως;


Ο “Διεθνής Λόχος”

Το 30ο Σύνταγμα συγκροτείται οργανωτικά το φθινόπωρο του ’43. Έδρα του είναι το όρος Πάικο και τομέας δράσης του η περιοχή Πάικο-Καϊμάκτσαλάν. Τότε αριθμεί περίπου 400 αντάρτες. Χωρίζεται σε δύο τάγματα και επτά λόχους. Ένας εξ αυτών είναι και ο “Διεθνής Λόχος”.

Ένας από τους λόχους του αποτελούνταν από ξένους: Ρώσους, Πολωνούς, Ιταλούς, Αυστριακούς, Μαροκινούς που κατά διαστήματα είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ. Άλλοι δραπέτευσαν από την αιχμαλωσία, άλλοι λιποτάχτησαν από τα γερμανικά τμήματα που υπηρετούσαν. Το λόχο αυτό οι αντάρτες τον έλεγαν “Διεθνή λόχο”. Καπετάνιο από το Σεπτέμβριο ακόμα είχαν τον Χατζησίρο Σπύρο. Ο καπετάν Σπύρος ήταν πολύ αγαπητός σ’ αυτούς. Για να ικανοποιήσει την εθνική περηφάνεια και το φιλότιμο όλων αυτών των ξένων παρτιζάνων είχε στο δίκωχό του, δίπλα στο σήμα του ΕΛΑΣ, τα εθνόσημα των χωρών τους. Το τμήμα αυτό ήταν πολυεθνικό αλλά το ένωνε ο κοινός αντιφασιστικός αγώνας. Ήταν ένα πολύ καλό και πειθαρχημένο τμήμα. Είχε πολλά μορφωμένα και καλά παιδιά. Και πάνω κει στο λημέρι του Καϊμάκτσαλάν άκουγε κανείς σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και τα αράπικα ακόμα των Μαροκινών. Οι Μαροκινοί ήξερα όλοι τους και γαλλικά. Ο λόχος αυτός αργότερα πήρε μέρος σε πολλές μάχες και σημείωσε ηρωική δράση.

Στις αρχές Γενάρη 1944, το 2ο Τάγμα του 30ου Συντάγματος χτυπάει την γερμανοκρατούμενη Αριδαία προκαλώντας στους Γερμανούς 21 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Στην επιχείρηση παίρνει μέρος και ο Διεθνής Λόχος.

Την αποθήκη όπου ήταν εγκατεστημένα τα πολυβόλα και οι όλμοι των Γερμανών χτυπάει ο “Διεθνής Λόχος” που αποτελούνταν από Ρώσους, Ιταλούς, Πολωνούς, Αυστριακούς, Μαροκινούς κλπ με επικεφαλής τον καπετάν-Σπύρο

Ο “Διεθνής Λόχος” θα δώσει και άλλες σημαντικές μάχες εναντίον των κατακτητών. Σε μία απ’ αυτές θα χαθεί και ο διοικητής του, καπετάν-Σπύρος.

Μάθαμε ακόμα ότι πάνω προς το Πευκωτό έδωσε μάχη με τους Γερμανούς ο Καπετάν Σπύρος, ο διοικητής του “Διεθνούς Λόχου” του Καϊμάκτσαλάν, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να γυρίσουν πίσω. Ο καπετάν Σπύρος σκοτώθηκε αργότερα σε συμπλοκή με τους Γερμανούς στο χωριό Κάτω Κορυφή του Καϊμάκτσαλάν


IMG_20181119_133409


Δράση σε μια πολυεθνική περιοχή

Το 30ο Σύνταγμα όμως δρα και σε μία πολυεθνική περιοχή της Ελλάδας όπου κατοικούν διάφορες εθνικές και γλωσσικές μειονότητες. Μία από τις σημαντικές κωμοπόλεις στην ακτίνα δράσης του Συντάγματος είναι η Γουμένισσα.

Η Γουμένιτσα είναι χτισμένη ακριβώς στους πρόποδες του Πάικου, κατά την Ανατολή … Οι κάτοικοί της, Σλαβομακεδόνες και Έλληνες, ζούσαν ειρηνικά μεταξύ τους προπολεμικά. Τις καλές τους σχέσεις ήρθε να τις ανακατέψει η μεταξική διχτατορία με καταπιεστικά μέτρα κατά των Σλαβομακεδόνων. Δεν τους επέτρεπε να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα. Ούτε να λένε ότι είναι “Μακεδόνες” είχαν το δικαίωμα. Με εξορίες, φυλακίσεις, ξυλοδαρμούς και κάθε είδους πιεστικά μέτρα προσπαθούσαν να τους εξελληνίσουν με τη βία

Στην περιοχή της Γουμένισσας βρίσκεται το χωριό Καστανερή. Εκεί θα διεξαχθεί κομματική συνδιάσκεψη του ΚΚΕ. Μετά το πέρας της τοπικής Κομματικής Συνδιάσκεψης στο χωριό Καστανερή του Κιλκίς, οι κάτοικοι:

…χαιρετούσαν τους αντάρτες άλλοι μιλώντας ελληνικά, άλλοι σλαβομακεδόνικα και άλλοι βλάχικα. Όλοι όμως αδελφωμένοι για ένα σκοπό: την απελευθέρωση της κοινής πατρίδας, της Ελλάδας. Πολύ όμορφη εικόνα αδελφότητας κι αγωνιστικότητας

Η Καστανερή ήταν ένα από τα πιο καλά οργανωμένα χωριά της περιοχής μας. Όλοι οι κάτοικοι Σλαβομακεδόνες δοσμένοι οι περισσότεροι στον αγώνα. Είχαμε ήδη και αρκετούς αντάρτες απ’ αυτό το χωριό

Ενώ κατά τον ανεφοδιασμό των τμημάτων του 30ου Συντάγματος στο χωριό Μαντάλοβο όπου κατοικούσαν Τουρκόφωνοι Πόντιοι πληροφορούνται για τη διαφωτιστική δράση των Τουρκόφωνων υποστηρικτών του ΕΑΜ.

Μαζί με την εφοδιοπομπή ήρθε και ο υπεύθυνος του χωριού, ο ακούραστος αγωνιστής μπάρμπα-Σταύρος. Ήταν τουρκόφωνος και είχε μεγάλη επιρροή στους τουρκόφωνους κατοίκους του χωριού. Με τους θερμούς πατριωτικούς λόγους του και με χειρόγραφες προκηρύξεις στα τουρκικά διαφώτιζε για τους σκοπούς του αγώνα τους συμπατριώτες του

Αν και οι Τουρκόφωνοι Πόντιοι θα ταυτιστούν στην πλειονότητά τους με το αντι-κομμουνιστικό στρατόπεδο, δεν πρέπει να λησμονούνται όσοι πολέμησαν στο πλευρό του ΕΛΑΣ και θυσιάστηκαν, όπως ο αντάρτης Καραφωτιάς από το χωριό Φυλιριά της Γουμένισσας Κιλκίς που έπεσε μαχόμενος εναντίον των Γερμανών ναζί:

Πριν προλάβει ο Άγγελος να του φωνάξει: “Κάτσε κάτω είναι Γερμανοί” ακούστηκε μια ριπή. Ύστερα κομμένη η φωνή του Καραφωτιά:
“- Αχ ανατζίμ” (Αχ μανούλα μου, στα τουρκικά γιατί ήταν τουρκόφωνος). Και δεν ξανακούστηκε πια. Πέθανε.

Έλληνες, Σλαβομακεδόνες και Γιουγκοσλάβοι αντάρτες από κοινού αναλαμβάνουν να πείσουν τους μειονοτικούς χωρικούς να μην παρασυρθούν από τη βουλγαρική φασιστική προπαγάνδα και την πίεση που τους ασκείται από τις εθνικιστικές δυνάμεις της ΠΑΟ, να εξοπλιστούν εναντίον του ΕΛΑΣ.

Ολες οι δυνάμεις του Συντάγματος που βρίσκονταν στο Πάικο συνολικής δύναμης περίπου ενός τάγματος μαζί με 300 Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους ξεκινάμε. Τα τμήματα συγκεντρώνονται στο χωριό Κάρπη. Εκεί συναντούμε τον καπετάν Κατσώνη. Κατεβαίνουμε στη Γρίβα […] Το απόγευμα πριν ξεκινήσουμε συγκεντρώνουμε τους κατοίκους του χωριού στην πλατεία για να τους μιλήσουμε. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν Σλαβομακεδόνες και τους γυρόφερναν οι πράχτορες του Βούλγαρου φασίστα Κάλτσεφ. Στην περιοχή αυτή δρούσε ο Ντίμτσεφ, αντιπρόσωπος του Κάλτσεφ κι αυτός Βούλγαρος αξιωματικός και μέλος της εθνικιστικής, φασιστικής βουλγάρικης οργάνωσης ΟΧΡΑΝΑ. Επίσης το χωριό το πίεζε για να εξοπλιστεί για λογαριασμό της ΠΑΟ και ο συμπατριώτης τους Πίπτσης συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού. Από μέρους του Συντάγματος μιλήσαμε εγώ και ένας αντάρτης Σλαβομακεδόνας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Μίλησε και ο πολιτικός του τμήματος των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Μίλησε στη γλώσσα τους. Τους μιλήσαμε για τους σκοπούς του αγώνα και για τα δικαιώματα που θα έχουν οι Σλαβομακεδόνες στο κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας, που θα δημιουργηθεί μετά την απελευθέρωση. Οι χωρικοί κουμπωμένοι, επιφυλακτικοί, αλλά φαίνεται ότι μας άκουγαν με προσοχή. Και χωρίς έχθρα. Οι άνθρωποι αυτοί μέχρι το τέλος του αγώνα, παρά τις ισχυρότατες πιέσεις που δέχθηκαν από τους Γερμανούς, τους Βούλγαρους και τους Έλληνες αντιδραστικούς δεν οπλίσθηκαν. Ούτε ένας δεν πήρε όπλο. Και μας βοήθησαν πολύ. Είναι αλήθεια ότι πολύ λίγοι από το χωριό αυτό κατατάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Όμως δεν μας πολέμησαν

Σε κάποιες περιπτώσεις όμως δεν αρκεί η δύναμη της πειθούς. Το 30ο Σύνταγμα πέρα από τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές και τους Έλληνες συνεργάτες τους, τα βάζει και με όσους Σλαβομακεδόνες μειονοτικούς εξοπλίζονται από τους παραπάνω και στρέφουν τα όπλα τους εναντίον της Αντίστασης. Την Άνοιξη του ’44 πραγματοποιείται επίθεση στο εξοπλισμένο από τους Βούλγαρους, Σλαβομακεδόνικο χωριό Πλατάνια. Εκεί δίνεται μια πολύνεκρη μάχη με 46 ΕΛΑΣίτες νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Το χωριό καταλαμβάνεται από τον ΕΛΑΣ που μετά χτυπά τα Βρυτά. Άλλοι 15 νεκροί ΕΛΑΣίτες και πολλοί τραυματίες αλλά τα Βρυτά καταλαμβάνονται επίσης. Το ηθικό των εξοπλισμένων από τους φασίστες Σλαβομακεδόνων πέφτει και αφοπλίζονται σχετικά εύκολα τα χωριά Σεβαστιανά (οπλισμένο από την ΠΑΟ), Νησί και Καρυδιά. Στο σύνολο αυτών των επιχειρήσεων ο ΕΛΑΣ έχει 115 νεκρούς και 150 τραυματίες. Ανάμεσα στους τραυματίες και τέσσερις Μαροκινοί.

Η συνεργασία με τον κατακτητή πολύ συχνά έχει ταξικά χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν τους εθνικούς/εθνοτικούς διαχωρισμούς.

Το Πάσχα του 1944, η πολιτική οργάνωση της Γουμένιτσας είχε συλλάβει 9 προύχοντες όλοι τους Σλαβομακεδόνες αλλά γρεκομάνοι, για συνεργασία με την ΠΑΟ και τους Γερμανούς … Οι κρατούμενοι αυτοί δε φτάσαν στο Σύνταγμα και όπως μάθαμε αργότερα εκτελέστηκαν

Ένας αποχαιρετισμός

Στις αρχές Φλεβάρη, στο χωριό Θεοδωράκειο του νομού Πέλλας, τμήματα του 30ου Συντάγματος συναντιούνται με ένα τάγμα Γιουγκοσλάβων και Βουλγάρων ανταρτών που φεύγει με κατεύθυνση τα βουλγαρο-γιουγκοσλαβικά σύνορα. Ο αποχωρισμός γίνεται σε ατμόσφαιρα συγκίνησης με τη συμμετοχή των χωρικών.

Στις 31 του Γενάρη 1944 (σημ: το βουλγαρο-γιουγκοσλαβικό τμήμα) αποχαιρετάει τους κατοίκους του χωριού Πευκωτό, πάνω κει στη Τζένα.

– Στο καλό σύντροφοι! Να μη μας ξεχάσετε! Έλεγαν οι κάτοικοι του χωριού, δακρυσμένοι από τη συγκίνηση.

– Καλή λευτεριά! Καλή αντάμωση! Σας ευχαριστούμε για την καλοσύνη σας και τη βοήθεια που μας δώσατε απαντούσαν οι παρτιζάνοι καθώς ξεκινούσε η φάλαγγα.

Το τμήμα αυτό πέρασε από τα χωριά της Καρατζόβας, εφοδιάστηκε με ιματισμό και τρόφιμα και στις 4 του Φλεβάρη το πρωί έφθασε στο χωριό Θεοδωράκι. Κι αυτό χωριό σλαβομακεδόνικο. Εκεί είχαμε φθάσει και μεις λίγες ώρες νωρίτερα απ’ αυτούς. Το Θοδωράκι ήταν στο δρόμο μας για τον Αρχάγγελο. Γυρίζαμε από το χτύπημα της Αραβυσσού.

Το βράδυ παρέες, παρέες Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι αγωνιστές της λευτεριάς, παλιοί γνώριμοι και φίλοι, συμπολεμιστές συζητούσαν χαρούμενοι. Ατμόσφαιρα πολύ γκαρδιακή, αδελφική.

Στις 10 το πρωί το τμήμα έτοιμο στην πλατεία του χωριού για να ξεκινήσει. Δίπλα του παραταγμένοι και οι Έλληνες αντάρτες. Συγκεντρωμένο και όλο το χωριό. Φύσαγε θυμάμαι ένα ξεροβόρι που σου πάγωνε το πρόσωπο. Όλοι μας ήμασταν συγκινημένοι. Εκεί γιατί άφησαν γνώριμα μέρη και φίλους και πήγαιναν σε καινούριες περιπέτειες, σ’ ένα δρόμο δύσκολο. Η διείδυσή τους σε εκείνη την περιοχή ήταν τολμηρή και επικίνδυνη πράξη. Κι όμως 220 άνθρωποι φορτωμένοι τους γυλιούς τους, τα όπλα τους και το μίσος τους κατά του φασισμού ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν στην ηρωική αυτή πορεία. Εμείς τους φορτώσαμε με τις καλύτερες ευχές μας.

– Μίρνο! Ακούγεται από τη μια μεριά

– Προσοχή! Από την άλλη.

Γίνεται και ο επίσημος αποχαιρετισμός. Η φάλαγγα ξεκινάει! Μπροστά ο Τέμπο, ο Αποστόλσκι και ο Άμπας. Διακόσιες είκοσι σηκωμένες γροθιές περνούν από μπρος μας. Υψώνουμε και μεις τις γροθιές μας. Εκείνοι χαμογελαστοί χάνονται στο ανηφορικό μονοπάτι.

Εμείς τους συνοδεύουμε με τις δακρυσμένες ματιές μας.

– Στο καλό σύντροφοι.

Παντού απ’ όπου περνούν τα βρίσκουν όλα έτοιμα. Και τρόφιμα και ιματισμό και υπόδηση και οδηγούς.

IMG_20181119_171155

Το 13ο Σύνταγμα έρχεται και φέρνει μαζί του …Σοβιετικούς

Τον Φλεβάρη του ’44, το 30ο Σύνταγμα διεξάγει κοινές επιχειρήσεις μαζί με τμήματα του 13ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που είχαν περάσει από τα Κρούσια στο Πάικο. Μαζί τους φέρνουν και τον “Ρούσικο Λόχο”.

Στις 26 του Φλεβάρη 1944 τμήματα του 30ου και 13ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ ενήργησαν σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γέφυρα του Αξιού. Στην επιχείρηση αυτή πήρε μέρος και ο “Ρούσικος λόχος”. Ο λόχος αυτός ανήκε οργανικά και ταχτικά στη δύναμη του 13ου Συντάγματος. Αποτελούνταν από 60 περίπου σοβιετικούς αιχμαλώτους των Γερμανών που δραπέτευσαν από διάφορα στρατόπεδα και φυλακές, κυρίως από το στρατόπεδο των αιχμαλώτων της Θεσσαλονίκης και κάπου 20 Έλληνες μαχητές. Διοικητής του λόχου αυτού ήταν ο φίλος μου Ιβάν Μπαρσουκόφ από το χωριό Βοντοραζντέλ της Σταυρούπολης και πολιτικός ο Γιούρι Λαζαρένκο από την Πολτάβα. Διμοιρίτες θυμάμαι ήταν ο Μωγκαμέτ Μπατίροφ από το χωριό Χουντζάχ του Νταγκεστάν, ο Αλεξάντερ Γκάνιν (ο Σάσια), από τη Μόσχα, ο Καζακόφ και άλλοι. Συγκροτήθηκε ο λόχος αυτός ύστερα από απαίτηση των ίδιων των σοβιετικών παρτιζάνων. Ήθελαν να αποτελούν χωριστό τμήμα μια και ήταν κάμποσοι σε αριθμό, να παίρνουν ξεχωριστές αποστολές στον πόλεμο, να αγωνισθούν, τέλος, όσο μπορούσαν καλύτερα κατά του κοινού εχθρού, του φασισμού. Οι αντάρτες τον λόχο αυτόν τον βάφτισαν “Ρούσικο λόχο”

Παράλληλα συνεχίζονται οι κοινές επιχειρήσεις ΕΛΑΣιτών του 30ου Συντάγματος και Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων που συχνά-πυκνά μπαίνουν σε ελληνικό έδαφος:

Ένα γιουγκοσλάβικο παρτιζάνικο τάγμα που κείνες τις μέρες (Απρίλιος 1944) βρισκόταν στο χώρο μας προσφέρθηκε να μας βοηθήσει. Έπιασε με ενέδρες το δρόμο και άλλες διαβάσεις από Γιαννιτσά προς Σκύδρα … Τα γιουγκοσλάβικα τμήματα που είχαν στήσει ενέδρες συνεπλάκησαν με γερμανικές δυνάμεις που κινήθηκαν από Γιαννιτσά. Καθήλωσαν τις εχθρικές ενισχύσεις και τις υποχρέωσαν να γυρίσουν πίσω. Είχαν και μερικούς τραυματίες

 

 

Μια πολυεθνική, αγωνιστική Πρωτομαγιά

Ύστερα από ολονύχτια πορεία φθάσαμε στο χωριό Πευκωτό (Σμπόρσκο) πάνω στη Τζένα (σημ: 30/4), κοντά στα γιουγκοσλαβικά σύνορα. Εκεί βρήκαμε και ένα σύνταγμα Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, παλιούς. Είχαν φθάσει την προηγούμενη γιατί και στα μέρη τους έκαναν εκκαθαριστικές οι Γερμανοί με τους Βούλγαρους φασίστες. Ήρθε και το ΙΙ τάγμα μας από το Καϊμάκτσαλάν. Έτσι συγκεντρώθηκε ολόκληρο το Σύνταγμα. Δύναμη γύρω στους 1200 μαχητές … Το χωριό Πευκωτό, χτισμένο στο χείλος μιας τεράστιας και φοβερής χαράδρας έμοιαζε σαν αετοφωλιά. Είχε δεν είχε εικοσιπέντε σπίτια. Οι κάτοικοί του Σλαβομακεδόνες. Φτωχό και βασανισμένο χωριό. Μακριά από τον κόσμο. Κρυμμένο μέσα στους βράχους και στις οξιές. Όμως γραφικό και περήφανο από το ύψος του. Πολύτιμο καταφύγιο για τους αντάρτες σε τέτοιες ανάγκες. Οι λίγοι και φτωχοί κάτοικοί του μας φιλοξένησαν πολύ πρόθυμα. Και τους Έλληνες και τους Γιουγκοσλάβους.

– “Ντόμπρο ντοϊντότε ντρούγκαρι” (Καλώς ορίσατε σύντροφοι) και μας πρόσφεραν ότι μπόρεσαν … Τρία λοιπόν παρτιζάνικα συντάγματα ήμασταν συγκεντρωμένα εκεί πάνω. Δυο ελληνικά – το 30ο και το 13ο – και ένα απ’ τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία με διοικητή το μαυροβούνιο αξιωματικό της αεροπορίας Πέταρ Μπράγιοβιτς – Γκιούρο. Μαζί του ήταν και ορισμένα ηγετικά στελέχη του λαϊκοαπελευθερωτικού αγώνα της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, ο Αποστόλσκι και ο Άμπας. Αποφασίσαμε να γιορτάσουμε μαζί την Πρωτομαγιά. Καταρτίσαμε το επίσημο, ας πούμε, μέρος του προγράμματος. Οι ειδικοί για τα καλλιτεχνικά ζητήματα ανάλαβαν να ετοιμάσουν το καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Έγινε κοινή επιτροπή γιορτασμού. Όλη τη μέρα διασκεδάζαμε αδελφωμένοι, πάνω κει στη Τζένα, στη σκεπασμένη με το τρυφερό πράσινο χρώμα της φύσης.

Στην επίσημη συγκέντρωση εκφωνήθηκαν λόγοι στα ελληνικά και στα μακεδόνικα (στο γιουγκοσλαβικό τμήμα ήταν σχεδόν όλοι Μακεδόνες ή Βλάχοι που ήξεραν μακεδόνικα). Μίλησαν και οι Σοβιετικοί. Μίλησε από μέρους τους ο Ιβάν Μπαρσουκόφ. Ζητωκραυγές, συνθήματα για λευτεριά, αδελφωσύνη στον κοινό αγώνα. Είναι πολύ όμορφο πράγμα να βλέπει κανείς τους λαούς αδελφωμένους και ενωμένους γύρω από το μεγάλο ιδανικό της λευτεριάς. Σε γεμίζει αισιοδοξία και όρεξη για πάλη και θάρρος για θυσία.

Ακολούθησε καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Σ’ αυτό μας πέρασαν οι Γιουγκοσλάβοι. Είχανε πιο ειδικούς στην οργάνωση και περισσότερα ταλέντα. Είχαν και γυναίκες παρτιζάνες που με το τραγούδι τους και τους χορούς τους έδωσαν πρόσθετη χάρη στη γιορτή μας.

Ροδοκοκκινισμένα αρνιά της σούβλας μας περίμεναν στο υπαίθριο αδελφικό τραπέζι. Στρωθήκαμε στο φαγοπότι στις χαιρετούρες και στις ευχές για γρήγορη λευτεριά.

Σε λίγο άναψε και ο χορός και το τραγούδι. Εδώ το τσάμικο, εκεί ο καλαματιανός, παραπέρα οι λάζικοι χοροί συναγωνίζονταν με το σβέλτο “Ελενομόμε” και τους άλλους μακεδόνικους χορούς. Οι δίπλες του χορού στριφογύριζαν στο πράσινο λιβάδι. Και ο κάθε χορός με τη δική του χάρη. Έλληνες, Μακεδόνες, Μαυροβούνιοι, Σέρβοι μπερδεύονταν, πιάνονταν πότε στον έναν, πότε στον άλλον ρυθμό. Ευθυμία και κέφι.

Σε μια στιγμή εκεί δίπλα ξεχωρίζουν οι φίλοι μας οι “Ρώσσοι”. Φτιάχνουν έναν κύκλο, αρχίζουν τα παλαμάκια και το τραγούδι. Δυο τρεις στη μέση του κύκλου αρχίζουν την καζάτσκα. Οι άλλοι αντάρτες μαζεύονται γύρω τους, χτυπάν κι αυτοί τα παλαμάκια. Οι χορευτές τώρα πια πετάνε. Όλη η ρούσικη λεβεντιά.

Στο χορό παίρνουν μέρος και οι Άγγλοι. Ο Τζακ παρακολουθεί το αντάρτικο γλέντι αμίλητος και χολερικός.


Ο “Ρούσικος Λόχος” φεύγει

Κείνες τις μέρες το γιουγκοσλάβικο τμήμα μας ειδοποιεί ότι θα φύγει. Παρουσιάζεται στη διοίκηση του 13ου και του δικού μας Συντάγματος η διοίκηση του “Ρούσικου λόχου” και μας διαβιβάζει την επιθυμία των σοβιετικών μαχητών να περάσουν στα γιουγκοσλάβικα τμήματα. Τους ήτανε πιο εύκολο εκεί γιατί συνεννοούνταν καλύτερα στα σλάβικα. Οι σύντροφοι της διοίκησης του “Ρούσικου λόχου” ήταν πολύ συγκινημένοι, ιδιαίτερα ο Ιβάν. Τους ήταν δύσκολο να αποχωριστούν συντρόφους με τους οποίους έζησαν και συμπολέμησαν τόσο καιρό … Και μεις ήμασταν συγκινημένοι που θα αποχωριζόμασταν τόσο καλούς συντρόφους. Τους ευχηθήκαμε καλή νίκη και με το καλό να γυρίσουν στην Πατρίδα. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε με τους σοβιετικούς συντρόφους. Δακρύσαμε ο Ιβάν και γω. Το απόγευμα της μέρας εκείνης, μιαν ώρα πριν ξεκινήσει το γιουγκοσλάβικο τμήμα, μπρος στα παραταγμένα τμήματά μας, διαβάστηκε Ημερήσια Διαταγή του 30ου και 13ου Συντάγματος. Ήταν το αποχαιρετιστήριο στους σοβιετικούς συμπολεμιστές μας και οι ευχαριστίες μας για τη συμβολή τους στον κοινό αγώνα. Ο Διοικητής του “Ρούσικου λόχου” Ιβάν Μπαρσούκοφ αποχαιρέτησε από μέρους των σοβιετικών συμπολεμιστών μας τους αντάρτες του 30ου και 13ου Συντάγματος. Μας ευχαρίστησε για την αγάπη που τους δώσαμε. Μας παρακάλεσε να διαβιβάσουμε στο λαό της περιοχής μας την ευγνωμοσύνη τους για την βοήθεια που τους έδωσε για να ξεφύγουν από τα νύχια του φασισμού. Μας ευχήθηκε καλή λευτεριά. Δόθηκε το πρόσταγμα της προσοχής σ’ όλο το σχηματισμό. Οι αγαπητοί μας “Ρώσοι” ξεκινούν για καινούργιους αγώνες στα γιουγκοσλάβικα βουνά. Μέσα σε ατμόσφαιρα συγκίνησης γίνεται ο αποχαιρετισμός. Ο “Ρούσικος λόχος” μας απομακρύνεται με υψωμένη τη γροθιά. Εμείς τους παρακολουθούσαμε να ξεμακρύνουν με τα μάτια βουρκωμένα. Μαζί τους έφυγε και ο φίλος μας ο Μάριος, ο Ιταλός. Έτσι χωριστήκαμε με τους σοβιετικούς συντρόφους μας, που τόσο καιρό πολεμήσαμε μαζί. Ο Ιβάν και γω χωρίσαμε αλλά κρατήσαμε ο καθένας μας, την αμοιβαία υπόσχεσή μας, να συναντηθούμε μετά το τέλος του πολέμου και τη νίκη και να ανταλλάξουμε επισκέψεις στις ελεύθερες πατρίδες μας … Το Μάη του 1966 πραγματοποιήσαμε την υπόσχεσή μας και τη μεγάλη μας επιθυμία. Πάνω στο θεϊκό βουνό Καύκασο, σε υψόμετρο δύο χιλιάδες εφτακόσια πενήντα μέτρα, στο χωριό Χουνζάχ, στο σπίτι του Μπατίροφ συναντηθήκαμε τέσσερις μαχητές του ΕΛΑΣ: Ο Ιβάν Βασίλιεβιτς Μπαρσουκόφ, ρώσος, ο Μωγκάμετ Σααντουλάγιεβιτς Μπατίροφ, νταγκεστανός, ο Σεργκέι Στεπάνοβιτς Γκαμπριέλοφ, γεωργιανός απ’ την Τιφλίδα και γω, έχοντας την ευχάριστη συντροφιά του Μωγκαμέτ Σουλεϊμάνοβιτς, κατοίκου της πρωτεύουσας της αυτόνομης Δημοκρατίας του Νταγκεστάν, Μαχατσκαλά και μέλους της Ένωσης των συγγραφέων της Σοβιετικής Ένωσης. Μια συγκινητική και όμορφη συνάντηση τεσσάρων μαχητών του ΕΛΑΣ

 

 

Ξένοι αγωνιστές πέφτουν στα ελληνικά χώματα

Όπως είδαμε η πλειοψηφία των Σοβιετικών ανταρτών που μάχονταν με το 13ο και το 30ο Σύνταγμα επέλεξαν να περάσουν στη Γιουγκοσλαβία. Όμως άλλοι Σοβιετικοί που μένουν πίσω δίνουν τη ζωή τους μαχόμενοι μέσα από τις τάξεις του 30ου Συντάγματος. Τον Μάη του ’44 στη διάρκεια επιχειρήσεων εναντίον Γερμανών και της ΠΑΟ, χάνουν τη ζωή τους οι σοβιετικοί αντάρτες του 30ου Συντάγματος, Βάσια και Κόλια.

Την ίδια περίοδο, στις σφοδρές μάχες που διεξάγονται ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τους Ταγματασφαλίτες στην περιοχή των Γιαννιτσών χάνει τη ζωή του κι ένας Μαροκινός αντάρτης του 30ου Συντάγματος:

Στο τρίτο τάγμα υπηρετούσε και ένας Μαροκινός, ο Ατμάν. Ήταν αυτόμολος από τους Γερμανούς στον ΕΛΑΣ. Στην αρχή τον βάλαμε στα μεταγωγικά. Όμως το έφερε βαριά και παραπονέθηκε ότι δεν του έχουμε εμπιστοσύνη. Γα να τον βγάλουμε από την αδικαιολόγητη υποψία που τον έδερνε του δώσαμε όπλο και τον βάλαμε σε μάχιμο τμήμα. Και η πρώτη μάχη στην οποία πήρε μέρος ήταν η μάχη του Ευρωπού. Σε στιγμές σκληρές της μάχης ο Ατμάν στεκόταν όρθιος και έβαζε με το όπλο του. Ο καπετάνιος του φώναζε να ξαπλώσει κάτω. Αυτός όμως τίποτα δεν άκουε. Εξακολουθούσε να στέκεται και να πυροβολεί όρθιος. Σε μια στιγμή φωνάζει τον καπετάνιο:

– Καπετάν, βουαλά, βουαλά, ότρ φασίστ (Καπετάνιε, κοίτα, κοίτα κι άλλος φασίστας) και συνέχιζε να βάζει.

Ο καπετάνιος του φώναζε να ξαπλώσει κάτω. Εκείνος πάλι τίποτα. Ώσπου μια σφαίρα εχθρική βρήκε τον Ατμάν στο μέτωπο και τον άφησε νεκρό.

 

krya-vrisi

Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ εν δράσει

 

Οι Αυστριακοί του 30ου Συντάγματος

Τέλη Ιούλη ομάδα τριών ΕΛΑΣιτών πραγματοποιεί ενέργεια μέσα στην πόλη των Γιαννιτσών.

Οι δύο ήταν Αυστριακοί στρατιώτες του γερμανικού στρατού που είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ. Ήταν ο Βιενέζος φοιτητής Ότμαρ. Ο άλλος ήταν ο Ρούντολφ. Κι αυτός πολύ λεβέντης. Μαζί τους ήταν και ο Έλληνας αγωνιστής Καλπάκας Παύλος. Ώρα 12 το μεσημέρι ντυμένοι στα πολιτικά μπήκαν στην πόλη και τράβηξαν για το σπίτι του Πατριώτη οδοντίατρου Μανωλάκη. Εκεί, με κόλπο είχαν καλέσει 5 Γερμανούς στρατιώτες. Η ομάδα τους αφόπλισε. Την επόμενη οι Γερμανοί σε αντίποινα έκαψαν το σπίτι του γιατρού και τον ίδιο τον έστειλαν στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Έμαθαν ότι τη δουλειά αυτή, τον αφοπλισμό δηλαδή, την έκαναν αυστριακοί γι’ αυτό σε αντίποινα και για να τρομοκρατήσουν τους άλλους αυστριακούς που είχαν στο στρατό τους, σκότωσαν 17 αυστριακούς στρατιώτες … Την ίδια μέρα, 16 Ιούλη 1944, η ίδια ελασίτικη ομάδα, ενισχυμένη με μερικά παληκάρια ακόμα, χτύπησε ενεδρευτικά έξω από τα Γιαννιτσά γερμανικό τμήμα που πήγαινε στην πόλη για ενίσχυση … Οι απώλειες των Γερμανών ξεπέρασαν τους 25 νεκρούς

Ο Ότμαρ ήταν αυστριακός φοιτητής του Πολυτεχνείου του Γκρατς. Ήταν έξυπνος και παρατηρητικός, σταθερός άνθρωπος. Δημοκράτης από πεποίθηση κατάφερε να συνδεθεί με την οργάνωση του ΕΑΜ στα Γιαννιτσά και να δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τις κινήσεις και τα σχέδια του εχθρού. Έκανε τη δουλειά πολύ προσεχτικά. Τέλος αποφάσισε να βγει στο βουνό


Κι άλλος Εβραίος

Το βραδάκι μετά τις ασκήσεις στα έμπεδα είχαμε συνήθως ψυχαγωγία. Τραγούδι και χορό. Μια φορά την βδομάδα και καλλιτεχνικό πρόγραμμα από την αντάρτικη υπαίθρια σκηνή μας. Το πρόσταγμα σ’ αυτές τις δουλειές το είχε ο Εβραίος οδοντογιατρός από τη Θεσσαλονίκη. Δε θυμάμαι πώς γλίτωσε τη χιτλερική παγάνα που έμασε τους Εβραίους. Σε μας ήρθε το καλοκαίρι του 1944. Έμοιαζε άνθρωπος των σαλονιών που είχε γλεντήσει τη ζωή του και καλοπεράσει. Ηλικία γύρω στα 55. Ψηλός, όμορφος άνδρας, με ασημένια μαλλιά. Με λεπτούς τρόπους, έξυπνος και λίγο κατεργάρης. Έβγαζε κανένα δόντι και πελέκαγε κανένα άλλο την ημέρα. Είχε φτιάξει σε μια ξεχωριστή καλύβα, το ιατρείο του και προσπάθησε να φτιάξει και πολυθρόνα για τους πελάτες του από κλαδιά οξυάς. Βοηθό του είχε ένα νεαρό επίσης Εβραίο. Και επειδή οι αντάρτες μας ήταν στην πλειοψηφία τους ΕΠΟΝίτες και δεν είχαν χαλασμένα δόντια ο Εβραίος οδοντογιατρός ασχολούνταν με την ψυχαγωγία μας. Και το έκανε αυτό για να ξεχνάει το δράμα της φυλής του και της οικογένειάς του, που απ’ ότι θυμάμαι είχε συρθεί στο γερμανικό “γκέτο”. Λοιπόν, ο οδοντογιατρός μας ήταν επιτήδειος γελωτοποιός. Ήξερε και μας έκανε νούμερα ταχυδακτυλουργίας. Για τα χωριατόπουλα τα δικά μας ήταν ότι χρειάζονταν για να γελούν με την καρδιά τους και να μένουν με ανοιχτό το στόμα μπρος στα θαύματα του γιατρού

Το αντίπαλο στρατόπεδο, των ταγματασφαλιτών, συμπεριφέρεται πολύ διαφορετικά στους Εβραίους ακόμα και το καλοκαίρι του ’44.

Δυο Ισραηλίτες, τον Κοέν και έναν άλλο, τους έπνιξαν οι ληστές του (Κώστα) Παπαδόπουλου στον Αξιό. Μια δεκατετράχρονη εβραιοπούλα, που την βρήκανε να κρύβεται σε κάποιο σπίτι την πήρε και την βίασε ο ίδιος ο Παπαδόπουλος.

 

Προσφορά στην Αντίσταση με όλους τους τρόπους

Εκτός από την άμεση συμβολή τους στις πολεμικές επιχειρήσεις, οι ξένοι μαχητές του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ συμβάλλουν με ποικίλους τρόπους:

Εκεί στα έμπεδα είχαμε συγκεντρώσει όλους σχεδόν τους ξένους παρτιζάνους, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έφθασαν τότε στο Σύνταγμά μας. Άλλοι συνδέονταν με τις πολιτικές οργανώσεις και αυτομολούσαν στον ΕΛΑΣ, άλλοι πιάνονταν αιχμάλωτοι και προσχωρούσαν σε μας. Και είχαμε εκεί Σοβιετικούς, Γερμανούς, Ιταλούς, Μαροκινούς κ.α. Επειδή δεν τους είχαμε ανάγκη στα μάχιμα τμήματα, δεν ήξεραν και τη γλώσσα, τους βάλαμε εκεί στα έμπεδα σε διάφορες βοηθητικές δουλειές … Φυσικά οι άνθρωποι ήταν ισότιμοι με τους άλλους αντάρτες και απόλυτα ελεύθεροι. Η μεγαλύτερη ομάδα ξένων παρτιζάνων ήταν τότε οι Ιταλοί με επικεφαλής το Λοχία Νίνο. Αυτοί αποτελούσαν το συνεργείο που έφτιαχναν καλύβες, όταν είχαμε ανάγκη. Και έφτιαχνε πολύ ωραίες καλύβες κυκλικές με πλεγμένες βέργες οξυάς γύρω-γύρω και σε ύψος ένα-ενάμιση μέτρο. Για σκεπή βάζαμε αλεξίπτωτα απ’ αυτά που έριχναν τα συμμαχικά αεροπλάνα

Μερικοί Έλληνες, ο αυστριακός Ότμαρ και ο Ιταλός Νίνο φτιάχνουν επιτροπή για προπαγανδιστική δουλειά ανάμεσα στους Γερμανούς και Ιταλούς στρατιώτες. Τυπώνουν προκηρύξεις στις οποίες μιλούν για τις ήττες των γερμανικών στρατευμάτων στο Ανατολικό και τα άλλα Μέτωπα, ότι στα βουνά της Ελλάδας συγκροτήθηκε αντιφασιστική επιτροπή Γερμανών στρατιωτών κλπ. Στις επιθέσεις τα μέλη αυτών των τμημάτων μιλούσαν με τηλεβόες στους Γερμανούς και Ιταλούς στρατιώτες

Στα έμπεδα λειτουργούσε κι εργαστήριο επιδιόρθωσης οπλισμού. Επικεφαλής ο σοβιετικός Σεργκέι

Ένας Γεωργιανός ομορφάντρας με μια μαύρη πλούσια γενιάδα. Αντάρτης του ΕΛΑΣ από το 1943. Ολημερίς σκυμμένος πάνω στη μέγγενή του διόρθωνε τα χαλασμένα όπλα … Ο,τι παλιό όπλο στα χέρια του Σεργκέι γίνονταν πολύ καλό για πόλεμο … Για τη δεξιοτεχνία του αυτή οι γραμματιζούμενοί μας του είχαν δώσει το παρατσούκλι “Ήφαιστος” … Με τη διαφορά πως ήταν άσχημος σαν τον Ήφαιστο. Αντίθετα ήταν ένας λεβέντης Γεωργιανός

– Ντόμπροϊ ντεν Σεργκέι (Καλημέρα Σεργκέι)
– Ντομπρι ντέν τοβάρισι Σταύρος. (Καλημέρα σύντροφε Σταύρο)
– Κακ ντελά; (Τί κάνεις;)
– Οτλίτσνο! Ότσεν χαρασιό! (Τέλεια! Πολύ ωραία!) Και γελούσε ανοιχτόκαρδα.

Τον βάζαμε πολλές φορές και άκουγε τις ρούσικες εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας και μας έλεγε τα νέα … Θυμόταν τη γυναίκα του και το παιδί του, ένα αγόρι 7-8 χρονών που είχαν μείνει πέρα εκεί στην μακρινή όμορφη πατρίδα του χωρίς να παίρνουν νέα του και χωρίς να ξέρει εκείνος τίποτα γι’ αυτούς … Τα βραδάκια ύστερα από τον κάματο της ολοήμερης δουλειάς κάθονταν ευδιάθετος και τραγουδούσε τραγούδια της πατρίδας του. Τα τραγουδούσε με πόνο και μεράκι


Το 30ο Σύνταγμα υποδέχεται το “έθνος των γυναικών”

Μια εμπειρία που μπορεί να μη σχετίζεται με την εθνική ποικιλομορφία των ανταρτών του 30ου Συντάγματος αλλά αποτέλεσε αντίστοιχης σημασίας μάθημα γι’ αυτούς ήταν κι ο σχηματισμός του γυναικείου λόχου:

Κείνες τις μέρες είχαμε και ένα ευχάριστο γεγονός στο Σύνταγμά μας. Μας ήρθε σταλμένη από τη Μεραρχία, μια ομάδα ανταρτισσών. Όλες τους νέες κοπέλες μέχρι 20 χρονών. Γεροδεμένες, χωριατοπούλες, γεμάτες ενθουσιασμό και ζωντάνια. Πολλές ήταν από την περιοχή Καϊλαρίων και Κοζάνης, άλλες από τα Πιέρια. Όλες-όλες δέκα-δώδεκα. Δεν ήταν νεοκαταταγμένες. Ήταν κάμποσων μηνών αντάρτισσες … Φαίνονταν όλες τους καλές κοπέλες. Με αγωνιστική διάθεση και ήθος. Καλοντυμένες και περιποιημένες … Τις εντάξαμε στο λόχο διοίκησης του Συντάγματος και τους δώσαμε την ονομασία ομάδα ανταρτοεπονιτισσών του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Ο ερχομός τους αποτέλεσε γεγονός όχι μονό στο Σύνταγμά μας αλλά και στα χωριά και στις πόλεις του τομέα δράσης μας. Μέχρι τότε δεν είχαμε γυναίκες στα μάχιμα τμήματά μας. Μόνο στα συνεργεία. Παντού όπου περνούσαν στα χωριά γίνονταν δεχτές με ιδιαίτερη χαρά και ενθουσιασμό. Οι γεροντότεροι τις έβλεπαν παραξενεμένοι:

– Ακούς εκεί και θηλυκοί στρατιώτες με ντουφέκια, έλεγαν όλο απορία και τις κοίταζαν περίεργα, αλλά είναι αλήθεια τους ενθουσίαζε η εμφάνισή τους.

Οι ΕΠΟΝίτες όμως, ιδιαίτερα οι ΕΠΟΝίτισσες, τις κοίταζαν με θαυμασμό και ζήλεια. Και πραγματικά ήταν να τις χαίρεται κανείς … Η εμφάνιση των ανταρτισσών μας ξεσήκωσε τις ΕΠΟΝίτισσες της περιοχής. Ζήλεψαν και ζητούσαν και κείνες να καταταχθούν. Άρχισαν να πολιορκούν τις οργανώσεις.

– Θέλουμε και μεις να βγούμε στο βουνό! Θέλουμε να γίνουμε αντάρτισσες!

Άρχισαν να καταφθάνουν και στο Σύνταγμα αιτήσεις και παρακλήσεις και παρουσιάσεις για κατάταξη. Αποφασίζουμε να ικανοποιήσουμε έστω και λίγες από αυτές τις αιτήσεις. Γρήγορα η ομάδα γίνεται διμοιρία. Κάπου 30 νέες κοπέλες ντύνονται τ’ άρματα της λευτεριάς. Τις γυμνάζουμε στα γρήγορα, στοιχειώδικα βέβαια, και τις εντάσσουμε στη μάχιμη δύναμή μας. Πήραν μέρος σε όλες τις μάχες που ακολούθησαν. Και πολέμησαν σαν παληκάρια. Κατά το τέλος του Οχτώβρη η ομάδα που είχε έρθει απ’ τα Πιέρια, απ’ τη Χη Μεραρχία, γύρισε πίσω, στην περιοχή της, στο 50ο Σύνταγμα, όπου και ανήκε. Εμείς πια είχαμε δημιουργήσει δική μας διμοιρία από ΕΠΟΝίτισσες της περιοχής μας. Όλες μία και μία. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η καπετάνισσά τους, η Λέγκα, Σλαβομακεδόνα νεαρή εργάτρια απ’ την Έδεσσα. Στρατιωτικός της διμοιρίας μας στάλθηκε απ’ τη Μεραρχία η δεκαεπτάχρονη Ταμία Χρυσούλα απ’ την Κατερίνη, ανθυπολοχαγός της Σχολής αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Η διμοιρία των ανταρτοεπονιτισσών μας και ο λόχος της ΕΠΟΝ ήταν τα καμάρια μας. Και η δράση τους λαμπρή

Η διμοιρία των γυναικών του 30ου Συντάγμτος τις ημέρες της Απελευθέρωσης αριθμούσε 50 μαχήτριες, οι οποίες μάλιστα διακρίθηκαν κατά τη μάχη του Κιλκίς, τον Νοέμβριο του ’44.


Η σωβινιστική και διχαστική προπαγάνδα πέφτει στο κενό

Αξίζει να δούμε άλλο ένα συγκεκριμένο περιστατικό στο οποίο η σύμπραξη Ελλήνων, Σλαβομακεδόνων και Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων κατάφερε να κρατήσει ένα χωριό της Μακεδονίας μακριά από τη φασιστική επιρροή.

Κατά το τέλος του Αυγούστου μας ειδοποιούν ο υπεύθυνος του ΚΚΕ και ο υπεύθυνος του ΕΑΜ του χωριού Καστανερή ότι οι (Βούλγαροι) πράχτορες εξασκούν σοβαρή πίεση προς τους κατοίκους του χωριού και οι κάτοικοι ζητούν να επισκεφθεί το χωριό τους τμήμα του ΕΛΑΣ για να τονώσει το ηθικό των ΕΑΜιτών, να επηρεάσει τους ταλαντευόμενους, να συμμαζευτούν τα σωβινιστικά, φιλοβουλγαρικά στοιχεία. Παίρνω μαζί μου κάπου τριάντα αντάρτες Σλαβομακεδόνες, που τους συγκροτήσαμε προσωρινά σε διμοιρία και ξεκίνησα για το χωριό. Μαζί μου πήρα και το Βαγγέλη Κούρλη, εργάτη και παλιό κομμουνιστή. Ο Κούρλης ήταν Σλαβομακεδόνας και καταγόταν από το χωριό αυτό. Σαν παλιός κομμουνιστής, τίμιος άνθρωπος και καλός αγωνιστής είχε σοβαρή εχτίμηση στο χωριό. Τα άλλα παιδιά που πήρα μαζί μου ήταν κι αυτά ή από την Καστανερή ή από τα άλλα γύρω χωριά. Ήταν Κυριακή. Φθάσαμε μόλις είχε σχολάσει η λειτουργία. Η διμοιρία μπήκε στο χωριό τραγουδώντας αντιστασιακά τραγούδια, στην ελληνική και στη σλαβομακεδονική γλώσσα. Στάθηκε στην πλατεία του χωριού. Οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, τραβηγμένοι από τα αντάρτικα τραγούδια και ειδοποιημένοι από την τοπική τους οργάνωση συγκεντρώθηκαν σε λίγο κι αυτοί στην πλατεία, μας καλωσόρισαν και στάθηκαν κύκλο γύρω μας. Οι αντάρτες σκόρπισαν μέσα στον κόσμο χαιρετούσαν τους γνωστούς τους έπιαναν κουβέντα μαζί τους. Όλοι τους ήταν πολύ καλά ντυμένοι και ποδεμένοι, ροδοκόκκινοι και γεμάτοι νιάτα και ζωή. Στο μέτωπό τους, πάνω στο δίκωχο διακρίνονταν τα αρχικά γράμματα του τίτλου του στρατού της Εθνικής Αντίστασης: ΕΛΑΣ. Αφήσαμε να συνεχιστεί η φιλική αυτή κουβέντα μεταξύ ανταρτών και χωρικών που πραγματικά δημιούργησε μια ατμόσφαιρα εγκαρδιότητας, εμπιστοσύνης και αγάπης. Στη συζήτηση πήρα και γω μέρος. Φυσικά μαζί τους μιλούσα ελληνικά. Όμως όταν κάπου-κάπου έλεγα και καμιά σλαβομακεδόνικη λέξη, απ’ αυτές που ήξερα, χαίρονταν πάρα πολύ και έδειχναν ότι με αισθάνονταν πιο κοντά τους, πιο δικό τους. Ύστερα από καμιά μισή ώρα, τρία-τέταρτα της ώρας η φωνή του υπεύθυνου του ΕΑΜ διέκοψε την τόσο φιλική αυτή κουβέντα και ανακοίνωσε ότι το χωριό τους έχει σήμερα την τιμή και τη χαρά να δεχθεί σαν επισκέπτες ένα τμήμα του ηρωικού 30ου Συντάγματος. Θα μείνουν όλη μέρα μαζί μας, θα τους φιλοξενήσουμε και θα διασκεδάσουμε όλοι μαζί. Ούτε έκανε καθόλου λόγο για την κατάσταση που υπήρχε στο χωριό. Κατόπι έδωσε το λόγο σε μένα … Με διερμηνέα τον Βαγγέλη Κούρλη, που ήξερε καλά τα ελληνικά και τα σλαβομακεδόνικα, τους μίλησα για τους σκοπούς του αγώνα. Στάθηκα περισσότερο στην αγωνιστική και αδελφική ενότητα των Ελλήνων και των Σλαβομακεδόνων, που χέρι με χέρι παλεύουν για την απελευθέρωση της κοινής τους πατρίδας, της Ελλάδας … μόνο αδελφωμένοι θα ελευθερώσουμε τον τόπο μας και θα φτιάξουμε μιαν ευτυχισμένη Ελλάδα, όπου και οι Σλαβομακεδόνες θα απαλλαγούν από τις τιμωρίες και τις ταπεινώσεις για να αρνηθούν τη γλώσσα τους, θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους αδελφούς τους, τους Έλληνες … Τελείωσα με το σύνθημα Μπράτσβο-εντίνστβο, Μπόρμπα ζα σλόμποντα (Αδελφότητα-Ενότητα, Αγώνας για τη λευτεριά). Μετά από μένα μίλησε ο Βαγγέλης. Τους μίλησε στη γλώσσα τους. Περισσότερο στάθηκε στο ότι το χωριό πρέπει να μείνει ενωμένο στον αγώνα. Τους είπε ότι το συμφέρον του χωριού επιβάλλει να μην αφήσουν να παρασυρθεί ούτε ένας από τους Βούλγαρους φασίστες και την ΠΑΟ γιατί κοντά στα άλλα θα διχάσει το χωριό και θα φέρει μόνο συμφορές … Οι άνθρωποι φάνηκαν να ξαλαφρώνουν από κάποιο βάρος, από κάποια μεγάλη στεναχώρια. Στάθηκαν για λίγο γύρω μας σκεφτικοί, μα γρήγορα άρχισαν να κουνούν με κατάφαση το κεφάλι, να λέει ο ένας στον άλλον ότι καλά τους τα είπαμε, ότι έτσι είναι τα πράγματα.

Τον λόγο παίρνει ένας γέρος απ’ το χωριό ο οποίος συμφωνεί με τους λόγους των ΕΛΑΣιτών και καλεί το χωριό να μην παρασυρθεί απ’ τη βουλγαρική προπαγάνδα και να στηρίξει το ΕΑΜ.

Τα λόγια του γέρου ήταν πολύ σοφά και ο,τι χρειάζονταν για την περίσταση. Έπιασαν τόπο. Χειροκροτήθηκαν από το πλήθος και ακούστηκε τώρα δυνατό και αυθόρμητο το σύνθημα:

– Ζήτω ο αγώνας.
– Ζήτω ο ΕΛΑΣ. Ζήτω η κοινή μας πατρίδα η Ελλάδα.

Πάνω σ’ αυτόν τον ενθουσιασμό η διμοιρία πιάνεται σε χορό. Ακολουθούν τα παληκάρια και οι κοπέλες του χωριού. Πιάνονται και μερικοί γεροντότεροι. Και ο κύκλος του χορού όλο και μεγαλώνει. Οι κοπέλες ντυμένες στα γιορτινά τους πιάνονταν στο χορό δίπλα στους αντάρτες που χόρευαν με τα όπλα χιαστί. Οι αντάρτες έριχναν και από καμιά κρυφή ματιά στις ροδοκόκκινες κοπέλες και κείνες ανταπέδιδαν, κοκκινίζοντας από συστολή μα και γεμάτες ενθουσιασμό για τους αντάρτες

Ως αποτέλεσμα 18 νέοι κατατάσσονται εθελοντικά στην ΕΠΟΝ και ακολουθούν τους αντάρτες στο βουνό.

Το “Μακεδονικό Τάγμα”

Τον Ιούνιο του 1944 η καθοδήγηση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ παίρνουν την απόφαση για δημιουργία χωριστών σλαβομακεδονικών αντάρτικων τμημάτων. Δημιουργήθηκε ένα τάγμα στην Καστοριά κι ένα στην Έδεσσα. Βασική αιτία είναι η απόσπαση τμημάτων της σλαβομακεδονικής μειονότητας από τη βουλγαρική επιρροή στον νευραλγικό χώρο όπου κατοικούσε αλλά και το ξεπέρασμα των αναστολών μέρους της μειονότητας ώστε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ. Το “Μακεδονικό Τάγμα” του 30ου Συντάγματος δρα αυτόνομα στο Καϊμάκτσαλάν και χτυπά τις γερμανικές δυνάμεις όπως με την επίθεση στις 4/10/1944 εναντίον του γερμανικού φυλακίου στη γέφυρα Άγρας-Έδεσσας.

Εμείς ούτε ρωτηθήκαμε γι’ αυτό το ζήτημα, ούτε και ενημερωθήκαμε. Το μάθαμε αργότερα, όταν πια στο Καϊμάκτσαλάν είχε δημιουργηθεί το τάγμα. Από τους 52 μαχητές, που ήταν ο ιδρυτικός του πυρήνας, γρήγορα έφτασε τους 400. Την σκοπιμότητα και την ανάγκη αυτού του μέτρου δεν μπορέσαμε να την καταλάβουμε και να την εξηγήσουμε, τη στιγμή που Έλληνες και Σλαβομακεδόνες αγωνιστές πολεμούσαμε πραγματικά ενωμένοι και αδελφωμένοι για την απελευθέρωση της κοινής μας πατρίδας. Ωστόσο το δεχτήκαμε με την ελπίδα ότι ίσως βοηθούσε στην εξουδετέρωση των προσπαθειών των Βουλγάρων φασιστών παρόλο που ο κίνδυνος αυτός είχε πια αρκετά εντοπισθεί και μειωθεί. Το σλαβομακεδόνικο αυτό τάγμα οργανικά ανήκε στη δύναμη του Συντάγματός μας. Όμως δεν είχαμε καμιά ουσιαστική επαφή και συνεργασία μαζί του και ούτε πήρε μέρος σε καμιά απ’ τις επιχειρήσεις του Συντάγματος. Δρούσε ανεξάρτητα στο Καϊμάκτσαλάν. Η διοίκηση του τάγματος Τζιότζιος Ούρντοφ, εργάτης από την Έδεσσα και Παύλος Ρακόφσκι, δάσκαλος καθώς και τα άλλα στελέχη του τάγματος ήταν στελέχη και μέλη του ΚΚΕ

18447671_10155274912778670_1704094287271402975_n

Ο Πάβλε Ρακόφσκι (Παύλος Ρακοβαλής), γεννημένος στις Κάτω Κλείνες (Ντόλνο Κλέστινο) της Φλώρινας, μέλος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αναλαμβάνει πολιτικός κομισάριος του Μακεδονικού Τάγματος Εδέσσης από τον Ιούνιο ως τον Οκτώβριο του ’44 που περνάει στη Γιουγκοσλαβία

 

Καλή αντάμωση στον Τίτο!

Όπως είναι γνωστό, το “Μακεδονικό Τάγμα” της Έδεσσας όπως κι αυτό της Καστοριάς, μετά από διαφωνίες με την ηγεσία του ΚΚΕ για το πώς τοποθετούν το εθνικό ζήτημα αλλά και λόγω πολιτικών διαφωνιών με τη Συμφωνία της Καζέρτας και την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με τα παλαιά αστικά κόμματα θα περάσουν στη Γιουγκοσλαβία, χωρίς άδεια, τον Οκτώβριο του ’44 και – πλην κάποιων μαχητών που θα επιστρέψουν στην Ελλάδα- θα ενταχθούν αργότερα στη δύναμη της 1ης Αιγαιακής Ταξιαρχίας Κρούσης του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Παρά την προσπάθεια της διοίκησης του 30ου Συντάγματος να τους μεταπείσει, η απόφασή τους δεν θα αλλάξει.

Θυμώσαμε με τους συμπολεμιστές μας και συντρόφους μας τους Σλαβομακεδόνες που μας έφυγαν. Θυμώσαμε με τους φίλους μας τους Γιουγκοσλάβους που ενθάρρυναν την πράξη τους αυτή και τους δέχθηκαν στο έδαφός τους. Μα πιο πολύ δυνάμωσαν οι κακές προαισθήσεις για το μέλλον του Αγώνα μας, για το πώς θα ξεμπλέξουμε με τους Άγγλους, που τόσο άσχημα μας τύλιγαν στα δίχτυα τους

Μετά το δυσάρεστο αυτό συμβάν, το 30ο Σύνταγμα θα πάρει μέρος στην μάχη του Κιλκίς τον Νοέμβριο του ’44 και στη διάρκεια των Δεκεμβριανών θα φτάσει μέχρι τα περίχωρα της Αθήνας. Εκεί, στις αρχές Γενάρη, θα συναντήσει τους ΕΛΑΣίτες της Αθήνας που υποχωρούν. Δύο μήνες μετά την εγκατάλειψη του 30ου Συντάγματος από το “Μακεδονικό Τάγμα”, το παρακάτω περιστατικό που εκτυλίσσεται στη Στερεά Ελλάδα φαντάζει ιδιαίτερα ειρωνικό:

Καθώς έστριβε όλος αυτός ο κόσμος από το δημόσιο δρόμο μας χαιρετούσε κουνώντας τα χέρια. Μερικές κοπέλες μας φώναζαν:

– Καλή αντάμωση στον Τίτο!


Τελευταίος αποχαιρετισμός. Οι ξένοι παίρνουν απολυτήριο.

Το 30ο Σύνταγμα την περίοδο της Απελευθέρωσης αριθμούσε 30 Γερμανούς, 30 Ιταλούς, 7 Πολωνούς, 2 Μαροκινούς, 2 Αυστριακούς και 8 Σοβιετικούς. Όπως προβλεπόταν από τη Συμφωνία της Καζέρτα θα έπρεπε να παραδοθούν στους Βρετανούς, όμως πλην των Ιταλών και των Μαροκινών καμία άλλη ομάδα δεν το θέλησε. Πιο απρόθυμοι απ’ όλους φάνηκαν οι Γερμανοί:

Εμείς, μας είπαν, δεν είμαστε πρώτα-πρώτα αιχμάλωτοι. Είμαστε αντιφασίστες μαχητές του ΕΛΑΣ. Δεν έχουμε καμιά δουλειά στα στρατόπεδα που ετοιμάζουν αυτοί. Οι Αγγλοαμερικάνοι σε καμιά περίπτωση δε θα μας συγχωρήσουν το ότι υπηρετήσαμε στον ΕΛΑΣ

Τελικά σε Γερμανούς, Αυστριακούς, Πολωνούς και Σοβιετικούς δόθηκαν απολυτήρια του ΕΛΑΣ και φύλλα πορείας για να περάσουν στη Βουλγαρία κι από κει στις χώρες τους. Πριν φύγουν έγινε προς τιμήν τους μια δεξίωση.

Τραγουδήσαμε μαζί για τελευταία φορά τα αντάρτικα τραγούδια. Φιληθήκαμε, χαιρετιστήκαμε, αλληλοευχηθήκαμε και οι αγαπητοί μας σύντροφοι, φίλοι κι αδελφοί τράβηξαν το δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα τους … Έφυγε ο καλός Άλφρεντ, ο λεβέντης Ότμαρ, ο πολυμήχανος Σεργκέι…

IMG_20181119_170854

Μπόρο και Ραμίζ: η αλβανο-σερβική φιλία θεμελιωμένη πάνω στον αντιφασιστικό αγώνα

“Δύο σώματα με το ίδιο αίμα”

Ο εθνικά Σέρβος από το Μαυροβούνιο, Μπόρκο “Μπόρο” Βουκμίροβιτς, και ο εθνικά Αλβανός από το Κόσοβο, Ραμίζ Σαντίκου, πολέμησαν δίπλα-δίπλα εναντίον του φασισμού και εκτελέστηκαν σφιχταγκαλιασμένοι, το 1943, φωνάζοντας αντιφασιστικά συνθήματα. Οι δυο τους, μετά το 1945, έγιναν σύμβολα της φιλίας Σέρβων και Αλβανών ενώ η ανάμνησή τους επιχειρείται να εκριζωθεί μετά το 1999. Αυτή είναι η ιστορία τους.

Ο Μπόρκο Βουκμίροβιτς γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1912, στο χωριό Μπρατσίγκοβο της Βουλγαρίας κοντά στην πόλη Πλόβντιβ. Ο πατέρας του ήταν εθνικά Σέρβος από το Μαυροβούνιο, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην εξέγερση του Ίλιντεν, το 1903 πράγμα που του κόστισε την εκδίωξή του από την πατρίδα του. Η οικογένεια Βουκμίροβιτς επέστρεψε, δέκα χρόνια μετά, το 1914, κι εγκαταστάθηκε στην πόλη Πέτς του Κοσόβου.
Ο “Μπόρο” τελείωσε το σχολείο στο Πετς κι εντάχθηκε στο εργατικό κίνημα. Το 1932 έγινε μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας και τον επόμενο χρόνο του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Το 1934 ήταν ήδη γραμματέας της περιοχής του Πετς. Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και βασανίζεται αρκετές φορές λόγω της δράσης του αλλά πάντοτε συνεχίζει σταθερά. Το 1937 εκλέγεται γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής του ΚΚΓ και το 1940 γραμματέας της κομματικής επιτροπής Μαυροβουνίου, Σαντζάκ και Κοσόβου-Μετοχίων. Στην αυγή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οργανώνει διαδηλώσεις και απεργίες στην περιοχή του Κοσόβου. Με το ξέσπασμα του πολέμου αναλαμβάνει την οργάνωση του ένοπλου αγώνα στην περιοχή του Κοσόβου και επιπλέον, ως γραμματέας της κομματικής επιτροπής Κοσόβου-Μετοχίων, του ανατίθεται το καθήκον να έρθει σε επαφή με τους Αλβανούς κομμουνιστές και να βοηθήσει στην οργάνωση και ανάπτυξη του αγώνα εκεί. Από τα τέλη του 1941, ως πολιτικός κομισάριος, του παρτιζάνικου τμήματος Μετοχίων εκδίδει την αντιφασιστική εφημερίδα “Φωνή του Λαού” και βοηθά στην οργάνωση του παρτιζάνικου αγώνα στην περιοχή του Κοσόβου.

Boro_Vukmirović_Crni

Μπόρκο “Μπόρο” Βουκμίροβιτς

Ο Ραμίζ Σαντίκου, γεννήθηκε στις 19 Γενάρη του 1915, στην πόλη Πετς του Κοσόβου. Συμμετέχει στην αθλητική ομάδα “Μέλλον” (Buducnost), η οποία συγκεντρώνει όλα τα επαναστατικά στοιχεία της περιοχής. Αυτό θα του κοστίσει και την πρώτη του σύλληψη και φυλάκιση, το 1931. Στη συνέχεια, ο Ραμίζ σπούδασε Νομικά στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Εκεί εντάχθηκε στο ρωμαλέον φοιτητικό αντιφασιστικό κίνημα του μεσοπολέμου και ήρθε σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες. Έγινε μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας το 1933 και του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, το 1936 παίρνοντας τη θέση του μέλους του Περιφερειακού Γραφείου Κοσόβου-Μετοχίων. Το 1938, μαζί με άλλους 68 κομμουνιστές της περιοχής, ο Ραμίζ συντάσσει Διακήρυξη για τα δικαιώματα του αλβανικού πληθυσμού του βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας, η οποία προκαλεί αίσθηση στον τοπικό πληθυσμό. Το 1939, όταν η Ιταλία καταλαμβάνει την Αλβανία, ο Σαντίκου βοηθάει στην οργάνωση διαμαρτυριών στο Κόσοβο που ζητούν την απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων. Γι’ αυτή του τη δράση συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ενώ αργότερα σε νέα δίκη του ο εισαγγελέας θα προτείνει τη θανατική καταδίκη, την οποία θα γλιτώσει τελευταία στιγμή. Όταν αφεθεί ελεύθερος θα πάρει μέρος στον αμυντικό πόλεμο εναντίον της γερμανικής εισβολής, πολεμώντας από τις τάξεις του γιουγκοσλαβικού στρατού. Με την επικράτηση των Γερμανών συλλαμβάνεται και μεταφέρεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αλλά δραπετεύει και εντάσσεται στον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΓ. Στην αρχή της Κατοχής καθοδηγεί σχεδόν μόνος του την κομματική οργάνωση Κοσόβου-Μετοχίων. Τον Ιούλιο του ’42 συλλαμβάνεται από τις κατοχικές Αρχές φυλακίζεται και βασανίζεται για να προδώσει τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΓ στην περιοχή. Επειδή δε λυγίζει διατάσσεται η μεταφορά του στις αλβανικές φυλακές των Τιράνων. Εκεί με τη βοήθεια Αλβανών κομμουνιστών με επικεφαλής το νο2 του ΚΚ Αλβανίας, Κότσι Τζότζε, δραπετεύει κι επανέρχεται στην περιοχή του Κοσόβου.

Narodni_heroj_Ramiz_Sadiku

Ραμίζ Σαντίκου

Ο Απρίλιος του 1943 βρίσκει τους Μπόρο και Ραμίζ δίπλα-δίπλα να συνεργάζονται στα πλαίσια των παρτιζάνικων τμημάτων στην περιοχή της Τζιακόβιτσα, στο Κόσοβο. Στις αρχές του Απρίλη, μεταβαίνουν μαζί στην πόλη του Πρίζρεν για να συναντήσουν το στέλεχος του ΚΚΓ, Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς “Τέμπο” που έχει φτάσει στην περιοχή επιφορτισμένος με την οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Ενώ όμως βρίσκονται καθ’ οδόν πέφτουν σε ενέδρα Ιταλών και Αλβανών φασιστών. Στη μάχη που ακολουθεί, στο χωριό Λαντόβιτσα της επαρχίας Πρίζρεν, τραυματίζονται και οι δύο και συλλαμβάνονται. Ακολουθούν τριήμερα βασανιστήρια για να προδώσουν συντρόφους, θέσεις και σχέδια όμως στέκονται κι οι δύο αλύγιστοι. Τότε διατάσσεται η εκτέλεσή τους.

Στις 10 Απριλίου, οι Μπόρο και Ραμίζ, στήνονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Στέκονται αγκαλιασμένοι. Όταν επιχειρούν να τους χωρίσουν για να εκτελεστούν ξεχωριστά, αυτοί σφίγγονται ακόμα περισσότερο ο ένας πάνω στον άλλον κι αρχίζουν να τραγουδούν παρτιζάνικα τραγούδια και να φωνάζουν αντιφασιστικά συνθήματα. Έτσι, αγκαλιασμένοι θα δεχτούν τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος και θα πέσουν ηρωικά νεκροί.

Ramiz Sadiku - Boro Vukmirovic

Μπόρο και Ραμίζ, λίγο πριν την εκτέλεσή τους


Σύμβολα της “Αδελφότητας κι Ενότητας” Σέρβων και Αλβανών του Κοσόβου

Τα νέα της εκτέλεσής τους θα προκαλέσουν μεγάλη συγκίνηση στους παρτιζάνους της περιοχής καθώς πρόκειται για δύο μάχιμα και αγαπητά στελέχη του ΚΚΓ. Αμέσως γίνονται σύμβολα του αντιφασιστικού αγώνα και της αδελφότητας κι ενότητας Σέρβων κι Αλβανών στο Κόσοβο. Τα δύο κοσοβάρικα παρτιζάνικα τάγματα που θα ενταχθούν στην 1η μακεδονο-κοσοβάρικη ταξιαρχία κρούσης το φθινόπωρο του ’43 θα φέρουν τα ονόματά τους.

Μετά το τέλος του πολέμου, το 1945, αμφότεροι θα ανακηρυχθούν ήρωες της νέας Γιουγκοσλαβίας ενώ ο Σαντίκου θα ανακηρυχθεί και εθνικός ήρωας της ΛΔ Αλβανίας από την κυβέρνηση του Ενβέρ Χότζα. Το 1963, στα 20χρονα του ηρωικού θανάτου τους, θα χτιστεί ένα εντυπωσιακό μνημείο στον τόπο εκτέλεσής τους, σε ανάμνησή τους. Μια επιγραφή στο μνημείο έγραφε:

“Κρατώντας ψηλά τη σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ) στη μάχη εναντίον των κατακτητών και των ντόπιων προδοτών για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση, για την αδελφότητα κι ενότητα των λαών μας, εδώ, τον Απρίλιο του 1943, οι εθνικοί ήρωες Μπόρο Βουκμίροβιτς, γραμματέας, και Ραμίζ Σαντίκου, μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Κοσόβου-Μετοχίων του ΚΚΓ, έδωσαν τις ζωές τους.”

Δρόμοι, σύλλογοι, στάδια και ιδρύματα στο Κόσοβο και σε άλλα μέρη στην πρώην Γιουγκοσλαβία θα πάρουν τα ονόματά τους ενώ χάλκινες προτομές τους θα κοσμούν κεντρικό πάρκο στην Πρίστινα. Μάλιστα ένας αθλητικός ποδοσφαιρικός σύλλογος που αγωνίζεται στη Β’ Εθνική του τοπικού πρωταθλήματος στο Κόσοβο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ονομάζεται Αθλητικός Σύλλογος “Ραμίζ Σαντίκου”. Επίσης, ο γιουγκοσλαβικός στρατός θα ονομάσει το 1978 το πυροβόλο όπλο του RTOP-403 “Ραμίζ Σαντίκου”.
Αλλά η ιστορία των Μπόρο και Ραμίζ θα εμπνεύσει και τους ποιητές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ο αλβανικής καταγωγής Αντέμ Γκαϊτάνι θα συγγράψει ένα ποίημα στα αλβανικά υπό τον τίτλο “Μπόρο και Ραμίζ” (Boro dhe Ramiz). Το ποίημα, που μπορείτε να διαβάσετε στο τέλος του άρθρου μεταφρασμένο στα ελληνικά, τραγουδούσαν τα χρόνια της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας οι μαθητές των σχολείων του Κοσόβου και στα αλβανικά και στα σερβικά.

 

 

Το μνημείο της “Αδελφότητας κι Ενότητας” Σέρβων και Αλβανών Κοσοβάρων στο χωριό Λαντόβιτσα στη μνήμη των Μπόρο και Ραμίζ, έργο των Γιουγκοσλάβων αρχιτεκτόνων Miodrag Pecić και Svetomira Arsić Basara. Στην τελευταία φωτογραφία γιουγκοσλαβικό γραμματόσημο τιμά τα 40χρονα της εκτέλεσης των δύο μαχητών

Δυστυχώς, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η θαυμάσια αυτή ιστορία, αντί για παράγοντας έμπνευσης και αντιεθνικιστικής-αντιφασιστικής εκπαίδευσης του λαού, θα αρχίσει να ενοχλεί. Τόσο που θα επιχειρηθεί κυριολεκτικά το ξερίζωμά της από τα εδάφη του Κοσόβου…


Γκρεμίζοντας την “Αδελφότητα κι Ενότητα”

Μετά τον ντε φάκτο χωρισμό του Κοσόβου από τη Σερβία το 1999, η νέα εξουσία στην περιοχή αποφασίζει να γκρεμίσει το μνημείο της “Αδελφότητας κι Ενότητας” Σέρβων και Αλβανών Κοσοβάρων στον τόπο εκτέλεσης των δύο μαχητών και στη θέση του να ανεγείρει ένα εξίσου επιβλητικό μνημείο στη μνήμη των πεσόντων του εθνικιστικού UCK στις μάχες εναντίον του σερβικού στρατού. Έτσι, το μνημείο των Μπόρο και Ραμίζ, το οποίο κοσμούσε κι ένα υπέροχο μωσαϊκό που απεικόνιζε τη στιγμή της εκτέλεσής τους, γκρεμίζεται ολοσχερώς και στη θέση του φτιάχνεται αρχικά ένα νεκροταφείο μαχητών του UCK. Από το 2016 στο ίδιο σημείο ορθώνεται ένα ολόλευκο μνημείο πεσόντων του UCK για να θυμίζει πλέον τον εθνικισμό και την εχθρότητα ανάμεσα στους δυο λαούς.

 

 

Φώτο 1: Ο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο καταθέτει στεφάνι στο μνημείο των Μπόρο και Ραμίζ (φαίνεται τμήμα του μωσαϊκού που απεικονίζει την εκτέλεση των δύο μαχητών).
Φώτο 2: Το σημερινό μνημείο για τους πεσόντες του UCK που έχει στηθεί στη θέση του παλιού.

Ταυτόχρονα, σε πάρκο της Πρίστινα, βάνδαλοι βεβηλώνουν το μικρό μνημείο των Μπόρο και Ραμίζ, ξεριζώνοντας την προτομή του Μπόρο Βουκμίροβιτς και αφήνοντας μόνο αυτήν του Ραμίζ Σαντίκου.

Οι κυβερνήσεις του Κοσόβου από το 1999 κι έπειτα επιδεικνύουν ιδιαίτερο ζήλο όσον αφορά το ξερίζωμα του κοινού αντιφασιστικού αγώνα των δυο λαών. Στο στόχαστρό τους έχει μπει τόσο το νεκροταφείο των παρτιζάνων-μαχητών στην Πρίστινα (στη θέση του σχεδιάζεται να χτιστεί μνημείο στον πρώτο πρωθυπουργό του ντε φάκτο ανεξάρτητου Κοσόβου, Ιμπραήμ Ρουγκόβα), όσο και το μνημείο της “Αδελφότητας κι Ενότητας” σε μία από τις κεντρικές πλατείες της πόλης. Το αθλητικό κέντρο “Μπόρο και Ραμίζ” που ανεγέρθη το 1977 στην Πρίστινα μετονομάστηκε μετά το 1999 σε “Παλέ της Νεολαίας και των Σπορ” ενώ την είσοδό του πλέον κοσμεί ένα τεράστιο πορτραίτο του Αντέμ Γιασάρι, δολοφονηθέντα από τη σερβική αστυνομία αρχηγού του UCK.

City_Park_-_Pristina_05_-_bust

Ο Ραμίζ χωρίς τον Μπόρο ή αλλιώς “το ένα φτερό χωρίς το άλλο”

Ωστόσο, παρά την κυριαρχία του εθνικισμού και στον αλβανικό και στον σερβικό πληθυσμό της περιοχής υπάρχουν ακόμη φωνές που υπερασπίζονται τη μνήμη του κοινού αντιφασιστικού και αντιεθνικιστικού αγώνα, όχι καιροσκοπικά, αλλά ως πρόγραμμα για τα δικά μας Βαλκάνια.

Το ποίημα του Adem Gajtani “Boro dhe Ramiz”

Μπόρο και Ραμίζ

Είμαστε ένας ουρανός, δυο φύλλα από το ίδιο κλαδί, δυο μικρές πέτρες στο ίδιο νερό

Ο καθαρός ποταμός Μπίστριτσα, δύο σώματα με το ίδιο αίμα, το αγνό καθαρό αίμα
του όρους Ντουκατζίν.

Δάχτυλα απ’ το ίδιο χέρι, μαζί είμαστε ένα πουλί
Εγώ το δεξί του φτερό, εσύ το αριστερό.

Τα μάτια μου, οι βλεφαρίδες σου, οι ρυτίδες σου, το μέτωπό μου,
μιλούν για τους δρόμους προς το μέλλον, μιλούν για τους δρόμους προς την ελευθερία.

Μας τουφεκίσανε, πέσαμε απ’ την ίδια σφαίρα, γιατί, τί είμαι εγώ χωρίς εσένα,
τί είναι το ένα φτερό χωρίς το άλλο;

 

Youth-intervention-at-Boro-and-Ramiz-busts-Photo-www.facebook.com-youthmemoriesproject-533x400

Τον Ιανουάριο του 2016, Κοσοβάροι φοιτητές και φοιτήτριες, σε μια συμβολική κίνηση,  τοποθέτησαν τη φωτογραφία των Μπόρο και Ραμίζ στη θέση της ξεριζωμένης προτομής του Βουκμίροβιτς, σε κεντρικό πάρκο της Πρίστινα. Οι νέοι άνθρωποι που μαθαίνουν σήμερα τη θαμμένη ιστορία των δύο μαχητών σπάνια μένουν ασυγκίνητοι.

*Στοιχεία πάρθηκαν από την Wikipedia και μία σειρά άρθρα. Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποια:

http://www.spomenikdatabase.org/landovica
http://www.spomenikdatabase.org/velanija
http://www.reporter.al/heronjte-e-harruar-te-miqesise-shqiptaro-serbe/?fbclid=IwAR1_O1DIlq9vsp8jKXSQmNvsNAKNaAHQcX_RQx36kCZgpLC0TkBPomXQIaM

Τα χωριά που έκοψαν τα σύνορα στη μέση

Γνωρίζουμε πως στην ιστορία έχουν υπάρξει κι υπάρχουν ακόμα διαιρεμένες πόλεις ανάμεσα σε δυο κράτη. Το Βερολίνο παλαιότερα μεταξύ 1945 και 1989, η Λευκωσία από το 1974 έως σήμερα ή η Μιτρόβιτσα στο Κόσοβο μετά το 1999 είναι κάποιες τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο, στη βουλγαρο-σερβική μεθόριο υπάρχουν μία σειρά χωριά τα οποία χώρισε η συνοριακή γραμμή και παραμένουν διαιρεμένα εδώ και εκατό(!) χρόνια.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ηττημένη Βουλγαρία χάνει από τη Σερβία κάποια εδάφη με συμπαγή βουλγαρικό πληθυσμό στα δυτικά της. Πρόκειται για κομμάτια των επαρχιών Μποσίλεγκραντ, Τρν, Τσάριμπροντ, Κιουστεντίλ, Βίντιν και Κούλα συνολικής έκτασης 1.545 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Εκεί ζουν περίπου 65.000 άνθρωποι, η μεγάλη πλειοψηφία (55.000) των οποίων είναι Βούλγαροι ενώ δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου Σέρβοι. Όμως, τα νέα σύνορα που χαράσσονται κυριολεκτικά κόβουν κάποια χωριά στη μέση. Συνολικά, βάσει της Συνθήκης του Νεϊγύ (1919), είκοσι-πέντε χωριά της βουλγαρο-σερβικής μεθορίου χωρίζονται στα δύο. Οι κάτοικοί τους ξαφνικά είτε βρίσκονται σε δύο διαφορετικές πλευρές των συνόρων, είτε βρίσκονται όλοι μαζί στη μία πλευρά με τα χωράφια τους να βρίσκονται στην άλλη.
Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε στοιχεία για μερικά απ’ αυτά τα χωριά και τέλος, με συνοπτικό τρόπο, κάποια ιστορικά στοιχεία.

zapadni_pokrainini_head

Οι δυτικές επαρχίες της Βουλγαρίας που που προσταρτώνται στη Σερβία με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, το 1919


Τα -εδώ και έναν αιώνα- κομμένα στη μέση χωριά

Ντόλνα Νέβλια ή Ντόνια Νέβλια, το χωριό χωρίστηκε στα δύο με τη Συνθήκη του Νεϊγύ. Ο πληθυσμός του φθίνει σταθερά και στις δύο πλευρές των συνόρων. Σήμερα στη βουλγαρική πλευρά υπάρχουν μόνο 2 κάτοικοι ενώ στη σερβική 17 (απογραφή 2011)

Πετάτσνιτσι,
μετά τη χάραξη των συνόρων το 1920, τα 4/5 του χωριού περνάνε στη Σερβία ενώ ένας μαχαλάς, ο οποίος όμως συμπεριλαμβάνει και το νεκροταφείο του χωριού παραμένει στη Βουλγαρία. Ο βουλγαρικός μαχαλάς ονομάζεται Μπογκόινα και έχει σήμερα μόλις 11 κατοίκους ενώ στο σερβικό τμήμα σύμφωνα με την απογραφή του 2002 ζούσαν 19 άτομα (8 Βούλγαροι, 2 Σέρβοι και 9 που δεν δήλωσαν εθνικότητα)

Στρεζιμίροβτσι, το 60% περνάει στη Σερβία ενώ το 40% παραμένει στη Βουλγαρία. Ο παραλογισμός είναι τόσο μεγάλος που το τμήμα του χωριού που θα βρεθεί στη βουλγαρική πλευρά των συνόρων δεν θα έχει πρόσβαση στην εκκλησία, το σχολείο και το νεκροταφείο του. Σήμερα στη βουλγαρική πλευρά ζουν 46 κάτοικοι ενώ στη σερβική 53.

Βράμπτσα ή Βράπτσα, το χωριό χωρίζεται στη μέση το 1920. Σήμερα το μεγαλύτερό του τμήμα βρίσκεται στη βουλγαρική πλευρά και έχει 112 κατοίκους ενώ στο σερβικό του τμήμα ζουν μόλις 12 άνθρωποι.

Ζεράβινο, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση καθώς, μετά το 1991, το χωριό Ζεράβινο βρίσκεται στο πάνω στο τριεθνές Βουλγαρίας, Σερβίας και Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στη βουλγαρική πλευρά το χωριό ηλεκτροδοτήθηκε μόλις το 1981 ενώ ποτέ δε φτιάχτηκε δίκτυο ύδρευσης με τους κατοίκους του να παίρνουν νερό από πηγές και βρύσες του χωριού.
Το 1920 το χωριό χωρίστηκε ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία. To 1926 το βουλγαρικό τμήμα είχε 302 κατοίκους, το 1946, 239 ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2011, μόλις 4. Δυστυχώς, ο τελευταίος του κάτοικος πέθανε το 2015 και σήμερα το χωριό είναι ακατοίκητο. Αντίστοιχα, το σερβικό τμήμα, το 1948, είχε 148 κατοίκους ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είχε 16 (6 Βούλγαρους, 4 Σέρβους κι 1 Μακεδόνα).
Παρά την πληθυσμιακή παρακμή του, το χωριό αποτελεί τόπο διαβαλκανικής συνάντησης κάθε Αύγουστο, όταν στην εκκλησία του χωριού συγκεντρώνονται μερικές εκατοντάδες Βούλγαροι, Σέρβοι και Μακεδόνες και πραγματοποιούν κοινή γιορτή.
Αντίστοιχα ενδιαφέρουσα είναι κι η ιστορία του γειτονικού χωριού Μπομπέσινα, στο οποίο σύμφωνα με τις προβλέψεις της Συνθήκης του Νεϊγύ, η συνοριακή γραμμή θα ‘πρεπε να περάσει από την είσοδο της εκκλησίας. Οι κάτοικοι του χωριού διαμαρτυρήθηκαν έντονα κι έτσι η Συνθήκη του Νεϊγύ σ’ αυτή τη γωνιά των Βαλκανίων δεν εφαρμόστηκε κατά γράμμα (ή για την ακρίβεια κατά μέτρο) με τη συνοριακή γραμμή να μεταφέρεται λίγα μέτρα πιο πέρα ώστε η εκκλησία του χωριού να παραμείνει εντός των βουλγαρικών συνόρων. Στις μέρες μας, η εκκλησία του χωριού Μπομπέσινα αποτελεί τόπο συνεύρεσης των τριών λαών της περιοχής (Βούλγαρων, Σέρβων και Μακεδόνων) σε ένα φεστιβάλ που πραγματοποιείται κάθε Σεπτέμβριο με τη συμμετοχή εκατοντάδων ανθρώπων.

 

Εικόνες από τις διαβαλκανικές συνευρέσεις στα χωριά Ζεράβινο και Μπομπέσινα

Γκρούιντσι, το μεγαλύτερο τμήμα του χωριού εντάσσεται στη Σερβία όμως ένας μαχαλάς του ονόματι Γκέλτσινα παραμένει στη βουλγαρική πλευρά των συνόρων. Έως το 1971 η Γκέλτσινα αποτελεί ανεξάρτητο χωριό ενώ έκτοτε αποτελεί τμήμα της κοινότητας Κισέλιτσα. Το σερβικό τμήμα είχε το 1948 και έως το 1953 περίπου 500 κατοίκους ενώ σήμερα έχει μόλις 93 (96,77% Βούλγαροι, 2, 15% Ουκρανοί)

Ρέσεν, πρόκειται για ιστορικό μεσαιωνικό χωριό με μεγάλο πλούτο. Το χωριό που περνάει στο μεγαλύτερο τμήμα του στη Σερβία ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50 είχε περίπου 350 κατοίκους ενώ σήμερα έχει λιγότερους από 100 (97,53% Βούλγαροι και 2,46% Γιουγκοσλάβοι σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2002). Ένα μικρό τμήμα του παρέμεινε στη Βουλγαρία. Αυτό το 1926 αριθμούσε 79 κατοίκους ενώ μετά τη ρήξη στις σχέσεις Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας το καλοκαίρι του ’48 οι τελευταίοι του 50 κάτοικοι μετακινούνται σε άλλα τμήματα της Βουλγαρίας. Έκτοτε το βουλγαρικό τμήμα του χωριού είναι εγκαταλειμμένο.

Ρίμπαρτσι, επίσης χωριό που υπάρχει από τη μεσαιωνική εποχή. Μετά το 1919 το μεγαλύτερό του τμήμα εντάσσεται στη Σερβία ενώ ένα μικρό τμήμα του παραμένει στη Βουλγαρία. Το σερβικό τμήμα ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50 είχε περίπου 180 κατοίκους ενώ σήμερα έχει λιγότερους από 40. Στη βουλγαρική πλευρά το χωριό συνεχίζει να υφίσταται ως το 1956. Τη δεκαετία του ’20 έχει περίπου 50 κατοίκους ενώ μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’40 μόλις 17. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο πληθυσμός του μετακινείται στο εσωτερικό της χώρας.

Μπάνκια, το χωριό βρίσκεται ακριβώς πάνω στα σύνορα με τη Σερβία. Τα σπίτια του βρίσκονται στη βουλγαρική πλευρά ωστόσο αυτό που κάνει εντύπωση είναι η κωμικοτραγική ιστορία ενός σπιτιού. Τα σύνορα των δύο κρατών, το 1920, πέρασαν στην κυριολεξία μέσα από την αυλή του σπιτιού με αποτέλεσμα το σπίτι να μείνει στη βουλγαρική πλευρά ενώ η αυλή του, συμπεριλαμβανομένης και της εξωτερικής τουαλέτας, στη Σερβία. Έτσι, για πολλά χρόνια παρέμενε ακατοίκητο και παραμελημένο ενώ τα τελευταία χρόνια έχει ανακαινιστεί.

Image_276945_128

Το σπίτι στο χωριό Μπάνγκια της Βουλγαρίας, του οποίου οι κάτοικοι μετά τη Συνθήκη του Νεϊγύ δεν είχαν πρόσβαση στην τουαλέτα τους…

Μπάτσεβο, το χωριό είχε το 1948, 325 κατοίκους ενώ σήμερα εκεί ζουν μόλις 6 άνθρωποι, όλοι βουλγαρικής εθνικότητας.

Σιπίκοβο, αυτό το χωριό βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στην επαρχία Βίντιν, μακριά απ’ τα υπόλοιπα διαιρεμένα χωριά. Η Συνθήκη του Νεϊγύ τέμνει τα εδάφη του κι έτσι στη Βουλγαρία παραμένει ένα μικρό τμήμα στο οποίο σήμερα ζουν μόλις πέντε (5) κάτοικοι. Το μεγαλύτερο τμήμα του χωριού που βρίσκεται στη Σερβία έχει 511 κατοίκους (απογραφή 2002) απ’ τους οποίους η πλειοψηφία αυτοπροσδιορίζονται ως Βλάχοι, το 30% ως Σέρβοι ενώ υπάρχουν 15 κάτοικοι οι οποίοι δεν δήλωσαν εθνικότητα και ένας δηλωμένος Βούλγαρος. Κοντά στο Σιπίκοβο υπάρχουν ακόμα δύο χωριά, το Γκράντσκοβο και το Χάλοβο (αμφότερα κατοικούμενα κυρίως από Βλάχους) τα οποία πέρασαν στη Σερβία το 1920 όμως κάποιες οικογένειες επέλεξαν να περάσουν στη βουλγαρική πλευρά των συνόρων και να φτιάξουν οικισμούς με το ίδιο όνομα από εκείνη την πλευρά των συνόρων ενώ τα επίσης βλάχικα χωριά Κόσοβο (Βουλγαρία) και Κοβίλοβο (Σερβία) αποτελούσαν το 1919 ενιαία κοινότητα και χωρίστηκαν με τη Συνθήκη του Νεϊγύ. Σήμερα για να πάει κανείς απ’ το ένα χωριό στο άλλο χρειάζεται να διανύσει απόσταση 23 χιλιομέτρων.

1098016_487014141388757_839428734_n

Άποψη του χωριού Ζεράβινο στο τριεθνές Βουλγαρίας-Σερβίας-Μακεδονίας

 

Μερικά ιστορικά στοιχεία

Μετά το 1920, όσοι κάτοικοι των διαιρεμένων χωριών έτυχε να βρεθούν στην πλευρά του βασιλείου των Σέρβων, Σλοβένων και Κροατών (αργότερα Γιουγκοσλαβία) θα υποστούν διώξεις και καταπίεση στα χρόνια του μεσοπολέμου λόγω της βουλγαρικής τους καταγωγής καθώς η βουλγαρική μειονότητα δεν αναγνωρίζεται και γίνεται προσπάθεια εκσερβισμού των συγκεκριμένων πληθυσμών (απαγορεύεται ακόμα και η ομιλία της βουλγαρικής). Πολλοί απ’ αυτούς θα το σκάσουν και θα περάσουν στη Βουλγαρία ενώ κάπου 300 θα χάσουν τη ζωή τους προσπαθώντας να περάσουν τα σύνορα.

Τα χωριά θα επανενωθούν για ένα μικρό διάστημα όταν κατά τον Β’Π.Π. η Βουλγαρία ως σύμμαχος του φασιστικού Άξονα θα καταλάβει τις “δυτικές επαρχίες”. Τότε πολλοί παλιοί κάτοικοι θα επιστρέψουν στις εστίες τους ενώ θα ανοίξουν βουλγαρικά σχολεία και θα αποκατασταθούν τα αλλαγμένα βουλγαρικά ονόματα χωριών και πόλεων.
Όμως μετά το 1944 και το πέρασμα της Βουλγαρίας στο πλευρό των Συμμάχων, τα παλαιά σύνορα αποκαθίστανται και τα χωριά ξαναδιαιρούνται.

Μια ενδιαφέρουσα περίοδος θα ακολουθήσει μεταξύ 1944 και 1948 κατά την οποία τα κομμουνιστικά κόμματα της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, που τώρα βρίσκονται στην εξουσία, διαπραγματεύονται την ίδρυση νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας μεταξύ των δύο κρατών. Στη βάση αυτής της ένωσης αναμένεται οι “δυτικές επαρχίες” να ενσωματωθούν στη Βουλγαρία σε ανταλλαγή με το βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας (περιοχή Πιρίν) που θα ενσωματωνόταν στη νεοσύστατη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η μη πραγματοποίηση της νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας στα Βαλκάνια και η ρήξη της Γιουγκοσλαβίας με τη Σοβιετική Ένωση και τις υπόλοιπες Λαϊκές Δημοκρατίες μετά το 1948, όχι μόνο ακυρώνει την επανένωση αυτών των χωριών αλλά τα καθιστά και πάλι πρώτη γραμμή του μετώπου. Βέβαια, η νέα Γιουγκοσλαβία υπό το Κομμουνιστικό Κόμμα αναγνωρίζει τη βουλγαρική μειονότητα στις περιοχές Μποσίλεγκραντ και Τσάριμπροντ και ανοίγει βουλγαρικά σχολεία. Όμως λόγω των τεταμμένων σχέσεων των δύο κρατών μετά το ’48 υπάρχει εκατέρωθεν φόβος διείσδυσης πρακτόρων και έτσι στα συνοριακά χωριά εγκαθίστανται στρατιωτικές περίπολοι και η επικοινωνία των κατοίκων απ’ τις δύο πλευρές καθίσταται ορισμένες φορές αδύνατη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και τις αρχές της δεκαετίας του ’50, δεκάδες μέλη της βουλγαρικής μειονότητας που θα προσπαθήσουν να το σκάσουν θα βρουν το θάνατο στα συνοριακά περάσματα ενώ την ίδια περίοδο αρκετοί θα μεταφερθούν σε τόπους εξορίας ως ύποπτοι “Κομινφορμιστές” (υποστηρικτές της Κομινφόρμ και της Σοβιετικής Ένωσης).

Ως τη δεκαετία του ’70 ο πληθυσμός της βουλγαρικής μειονότητας της Σερβίας θα παραμείνει σταθερός (μεταξύ 50 και 60 χιλιάδες κάτοικοι) ενώ έκτοτε θα αρχίσει μία φθίνουσα πορεία. Μετά την κατάρρευση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, η Σερβία θα συνεχίσει να αναγνωρίζει τα δικαιώματα της βουλγαρικής μειονότητας. Σήμερα όμως στη Σερβία ζουν λιγότεροι από 20.000 Βούλγαροι ενώ αντίστοιχη πορεία δραματικής μείωσης θα ακολουθήσει και ο πληθυσμός των διαιρεμένων χωριών στη βουλγαρική πλευρά των συνόρων.

vrapca-5554

Μία κλωστή το σύνορο στο διαιρεμένο χωριό Βράπτσα


Τα διαιρεμένα χωριά στη λογοτεχνία

Ο σύγχρονος Βούλγαρος συγγραφέας Μίροσλαβ Πένκοφ στο διήγημά του “Ανατολικά της Δύσης” περιγράφει τον έρωτα δύο εξαδέλφων που ζουν σε ένα διαιρεμένο χωριό μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, τη δεκαετία του ’70. Τα χωριά ονομάζονται Μπούλγαρσκο Σέλο και Σρπσκο Σέλο (βουλγαρικό και σερβικό χωριό αντίστοιχα) ενώ παλαιότερα, όταν ήταν ενωμένα, ονομάζονταν Στάρο Σέλο (Παλαιό χωριό).
[Σημ: δεν πρόκειται για πραγματικές τοποθεσίες παρά για μια αλληγορική χρήση των ονομάτων από τον συγγραφέα]
Τους δύο μαχαλάδες του χωριού χωρίζει ένας ποταμός και οι κάτοικοί του βρίσκονται κάθε πέντε χρόνια (μία στη μία πλευρά των συνόρων και μία στην άλλη) για να γιορτάσουν. Τα δύο παιδιά ωστόσο βρίσκονται κρυφά παραβιάζοντας τα σύνορα σε μία νησίδα στη μέση του ποταμού. Η μεταξύ τους ιστορία θα ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό την ιστορία των γενεών που έζησαν την κατάρρευση του “σοσιαλιστικού κόσμου”, με τα χωριά σταδιακά να παρακμάζουν -όπως και οι ανθρώπινοι δεσμοί μεταξύ των κατοίκων τους- και τους δυο τους να μεταναστεύουν.

penkof-anatolika

 

*αφιερωμένο στον Κωστή

Η εξέγερση του ’23 στη Βουλγαρία: “Ο Σεπτέμβρης θα γίνει Μάης”

“Ο Σεπτέμβρης θα γίνει Μάης
η Γη θα γίνει Παράδεισος”
– Γκέο Μίλεφ* –

Σε αυτούς τους στίχους, ο Βούλγαρος κομμουνιστής ποιητής, Γκέο Μίλεφ, προσπάθησε να συμπυκνώσει τις ελπίδες κομμουνιστών, αναρχικών, αγροτιστών και άλλων δημοκρατών της Βουλγαρίας ότι με την εξέγερση του Σεπτέμβρη του ’23 θα ανατρεπόταν η φασιστική δικτατορία του Αλεξάντερ Τσανκόφ, την οποία θα ακολουθούσε μια διαφορετική πορεία για τη Βουλγαρία.

Η εργατο-αγροτική εξέγερση του Σεπτέμβρη του ’23 στη Βουλγαρία είναι μια σημαντική σελίδα στην ιστορία των δικών μας Βαλκανίων καθώς έχει χαρακτηριστεί ως η πρώτη αντιφασιστική εξέγερση ή η τελευταία απόπειρα “εξαγωγής”/συνέχισης της Οκτωβριανής Επανάστασης στην Ευρώπη. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να δούμε τί προηγήθηκε και τί έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ξέσπασμα της εξέγερσης αλλά και στην ατυχή κατάληξή της.

Στο δρόμο προς την εξέγερση: δημοτικές κομμούνες κι απεργίες

Μετά το τέλος του Α’Π.Π. και την ήττα της Βουλγαρίας καταρρέει η δημοτικότητα των παλαιών εθνικιστικών και αστικών κομμάτων της χώρας ενώ ενισχύονται οι πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις, όπως οι σοσιαλίζοντες αγροτιστές κι οι κομμουνιστές. Πρέπει να σημειωθεί ότι το βουλγάρικο κομμουνιστικό κόμμα (στενοί σοσιαλιστές) ήταν από τα λίγα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της εποχής που αντιτάχθηκαν σθεναρά στη συμμετοχή στον πόλεμο και δεν ψήφισαν τους πολεμικούς προϋπολογισμούς ενώ έκανε αντιπολεμική δουλειά και οργάνωνε αντιπολεμικές κινητοποιήσεις.

Έτσι, στις εκλογές του Αυγούστου του 1919 πρώτο κόμμα αναδεικνύονται οι Αγροτιστές του Πέταρ Σταμπολίσκυ με 27,3% και δεύτερο οι Κομμουνιστές ή Στενοί Σοσιαλιστές υπό τον Ντιμίταρ Μπλαγκόεφ, με 18,5%. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά, στις εκλογές του Μαρτίου του 1920 οι Αγροτιστές ενισχύονται συγκεντρώνοντας το 38,6% και οι Κομμουνιστές παραμένουν δεύτερο κόμμα με 20,4%.

Η περίοδος που ακολουθεί χαρακτηρίζεται από τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ Κομμουνιστών και Αγροτιστών. Οι πρώτοι θεωρούν ότι σύντομα έρχεται η σειρά τους και πιέζουν τη μετριοπαθή κυβέρνηση Σταμπολίσκυ να πάρει φιλεργατικά μέτρα. Οι κομμουνιστές έχοντας αυξανόμενη δύναμη στα συνδικάτα οργανώνουν απεργίες και διαδηλώσεις. Η απάντηση της κυβέρνησης Σταμπολίσκυ γίνεται διαρκώς και πιο σκληρή.

Στις δημοτικές εκλογές του 1919, το βουλγαρικό ΚΚ κερδίζει μία σειρά Δήμους και Κοινότητες ανάμεσά τους και μεγάλες πόλεις όπως η Βάρνα, η Ντούπνιτσα, το Κιουστεντίλ, η Νόβα Ζαγκόρα, το Σλίβεν κ.α. Αμέσως υλοποιεί ένα παμβουλγαρικό πρόγραμμα μετατροπής των “κόκκινων δήμων” σε “δημοτικές/κοινοτικές κομμούνες”. Έτσι, όπου υπάρχουν κομμουνιστές δήμαρχοι ή κοινοτάρχες λαμβάνονται μέτρα φορολόγησης του υψηλού εισοδήματος, απαλοιφής δανείων των φτωχών, οικοδόμησης δημοτικών/κοινοτικών εγκαταστάσεων για τους άπορους, δημιουργία δημοτικών/κοινοτικών εργαστηρίων όπου εργάζονται άνεργοι/ες και παράγουν προϊόντα σε πολύ χαμηλές τιμές χτυπώντας έτσι την αισχροκέρδεια και άλλα μέτρα υλικής ενίσχυσης των ανέργων και του φτωχού πληθυσμού. Ακόμα δημιουργούνται νηπιαγωγεία, δωρεάν πλυντήρια, δομές βοήθειας στις νεαρές μητέρες κ.α.
Όλες οι “δημοτικές/κοινοτικές κομμούνες” διαλύονται μεταξύ 1921-1923 με την επέμβαση της κυβέρνησης των Αγροτιστών είτε με δικαστικά μέσα είτε ακόμα και με την εκλογική σύμπραξη όλων των υπολοίπων κομμάτων εναντίον των κομμουνιστών, όπως στην περίπτωση της πόλης Ντούπνιτσα.

тютюневата стачка в Плевен, 1921 г.

Εργάτες και εργάτριες στα καπνά σε απεργία στην πόλη Πλέβεν το 1921

Τα Χριστούγεννα του 1919, τα συνδικάτα των σιδηροδρομικών και ταχυδρομικών υπαλλήλων, υπό τον έλεγχο του βουλγαρικού ΚΚ οργανώνουν απεργία στη Σόφια με μισθολογικά αιτήματα και απαιτήσεις για κοινωνικές παροχές. Η απεργία είναι μαζική και η κυβέρνηση Σταμπολίσκυ κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας ενώ κινητοποιεί τον στρατό και το παραστρατιωτικό σώμα της “Πορτοκαλί Φρουράς” εναντίον των απεργών και των κομμουνιστών. Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης των Αγροτιστών εξοργίζει την εργατική τάξη και σε αλληλεγγύη στους απεργούς της Σόφιας, κηρύσσεται απεργία από τους σιδηροδρομικούς, τους ταχυδρομικούς, τους ανθρακωρύχους και τους εργάτες στους τηλέγραφους σε μια σειρά βουλγαρικές πόλεις (Ντούπνιτσα, Πέρνικ, Στάρα Ζαγκόρα, Νόβα Ζαγκόρα, Πλέβεν, Λομ κ.α.). Συνολικά, πάνω από 25.000 εργαζόμενοι στις μεταφορές και τις επικοινωνίες παίρνουν μέρος στην παμβουλγαρική απεργία της 27ης Δεκέμβρη. Μπροστά σ’ αυτή την έκρηξη εργατικής δυσαρέσκειας, η κυβέρνηση των Αγροτιστών συμμαχεί με τους Σοσιαλιστές που διατηρούν επιρροή σε κάποια συνδικάτα και δουλεύουν για τη διάσπαση του απεργιακού μετώπου ενώ ταυτόχρονα επιτάσσει τους απεργούς και κινείται εκδικητικά εναντίον των οικογενειών τους (συλλήψεις, αποπομπή από κοινωνικές υπηρεσίες). Κάτω απ’ αυτή την πίεση, ο απεργιακός κύκλος κλείνει στις 19 Φλεβάρη 1920, όμως το ρήγμα μεταξύ Κομμουνιστών και Αγροτιστών έχει ήδη βαθύνει.
Το πραξικόπημα του Ιούνη του ’23: Ο φασισμός ως απάντηση

Τον Απρίλιο του ’23 πραγματοποιούνται νέες εκλογές στη Βουλγαρία. Οι Αγροτιστές καταφέρνουν να αποσπάσουν το εντυπωσιακό 52,7% των ψήφων ενώ οι Κομμουνιστές παρουσιάζουν μικρή πτώση και περιορίζονται στο 18,9%. Τρίτο κόμμα, με 15,5%, αναδεικνύεται το Συνταγματικό Μπλοκ, ένας συνασπισμός μικρότερων αστικών κομμάτων. Ήδη όμως όλες οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις καταγγέλλουν την κυβέρνηση των Αγροτιστών για τις διώξεις εναντίον της αντιπολίτευσης και εκλογική νοθεία.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του ’23, η κυβέρνηση των Αγροτιστών θα ανατραπεί από βίαιο πραξικόπημα που οργανώνουν η Λαϊκή Συμμαχία (μια πολιτική οργάνωση εθνικιστών και διανοουμένων πολιτικών και στρατιωτικών), η Στρατιωτική Ένωση (οργάνωση εν ενεργεία και απόστρατων αξιωματικών) και η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (εθνικιστική οργάνωση των βουλγαρομακεδόνων). Το πραξικόπημα θα υποστηρίξουν και τα αστικά κόμματα του συνασπισμού του Συνταγματικού Μπλοκ.

Κάθε μία από τις δυνάμεις που συμμετείχε στο πραξικόπημα είχε τους δικούς της λόγους. Ανάμεσα στους παλαιούς στρατιωτικούς και πολιτικούς υπήρχε δυσαρέσκεια για τον παραγκωνισμό και τις ποινικές διώξεις όσων συμμετείχαν ενεργά στις κυβερνήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως υπαίτιους της εθνικής καταστροφής της Βουλγαρίας. Ανάμεσα στους εθνικιστές βουλγαρομακεδόνες επικρατούσε αναβρασμός καθώς η κυβέρνηση Σταμπολίσκυ είχε υπογράψει την άνοιξη του ’23 Σύμφωνο με τη Σερβία με το οποίο υποσχόταν να σταματήσει τη δράση της ΕΜΕΟ, η οποία ως τότε εισερχόταν σε σε σερβικά και γιουγκοσλαβικά-μακεδονικά εδάφη οργανώνοντας επιθέσεις.

Συνολικά όμως, οι οργανωτές του πραξικοπήματος δεν εμπιστεύονταν την κυβέρνηση Σταμπολίσκυ ότι μπορεί να επιβάλλει την τάξη και την ασφάλεια στη Βουλγαρία και να διασφαλίσει την “εθνική ενότητα” καθώς και το κύρος του βουλγαρικού κράτους.
Έτσι, στις 9 Ιούνη 1923 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον Αλεξάντερ Τσανκόφ, η οποία παίρνει και την έγκριση από τον βασιλιά Μπορίς τον Γ’.

Παράλληλα ξεκινάει πογκρόμ εναντίον των οπαδών του αγροτικού κόμματος αλλά και αριστερών, κομμουνιστών. Μάλιστα ο πρωθυπουργός και ηγέτης των Αγροτιστών συλλαμβάνεται από οπαδούς της ΕΜΕΟ και δολοφονείται ενώ το σώμα του κατακρεουργείται και γίνεται αντικείμενο επίδειξης και χλευασμού από τους εθνικιστές βουλγαρομακεδόνες.

vmro

Βουλγαρομακεδόνες της εθνικιστικής ΕΜΕΟ φωτογραφίζονται μπροστά σε κομμένα κεφάλια Αγροτιστών και κομμουνιστών το 1923


Απ’ τον Ιούνη στον Σεπτέμβρη

Το πραξικόπημα του Ιούνη δε συναντά μεγάλη αντίδραση καθώς οι Αγροτιστές πιάνονται στον ύπνο και δεν μπορούν να πάρουν σημαντικά τμήματα του στρατού με το μέρος τους ενώ οι Κομμουνιστές τηρούν στάση ουδετερότητας κρίνοντας ότι πρόκειται περί εσωτερικού ξεκαθαρίσματος μεταξύ των τμημάτων της βουλγαρικής αστικής τάξης της υπαίθρου και των πόλεων.

“Η νέα κυβέρνηση, που δημιουργήθηκε μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος, έρχεται να πάρει τη θέση μίας στρατιωτικοπολιτικής δικτατορίας, αυτής της μπουρζουαζίας της υπαίθρου, με άλλη στρατιωτικοπολιτική δικτατορία – αυτή της μπουρζουαζίας των πόλεων, των παλαιών αστικών κομμάτων” – Ανακοίνωση του ΒΚΚ μετά την 9η Ιούνη 1923

Ωστόσο, κατά τόπους συγκροτούνται αυθόρμητα κοινές ένοπλες ομάδες Αγροτιστών, Κομμουνιστών και Αναρχικών οι οποίες συγκρούονται για λίγες ημέρες με τους υποστηρικτές του πραξικοπήματος δίνοντας κάποιες δεκάδες νεκρούς ώσπου να κατασταλλούν από τις υπέρτερες, καλύτερα οργανωμένες και εξοπλισμένες δυνάμεις των πραξικοπηματιών.

Μονάχα λίγες μέρες μετά, στις 14 Ιούνη 1923, το στέλεχος του ΒΚΚ και της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), Βασίλ Κολάροφ θα τηλεγραφήσει από τη Μόσχα προς την Κεντρική Επιτροπή του ΒΚΚ γράφοντας τα εξής:

Απ’ όσο μπορούμε να κρίνουμε από εδώ πέρα, η κατάσταση απαιτεί κοινές κι αποφασιστικές ενέργειες, ακόμα και με τον Σταμπολίσκυ, αλλιώς η τωρινή κυβέρνηση θα ενισχυθεί και θα εκριζώσει τους κομμουνιστές”

Στις 23 Ιούνη η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ θα εκδώσει ανακοίνωση προς τους Βούλγαρους εργάτες και χωρικούς. Εκεί επικρίνονται οι Σοσιαλιστές για υποβοήθηση του πραξικοπήματος και ασκείται κριτική στον Σταμπολίσκυ καθώς θεωρείται ότι βασική αιτία του τέλους του ήταν η άρνησή του να συμμαχήσει με τους Κομμουνιστές κι η απόφασή του να κινηθεί εναντίον τους όσο ήταν στην κυβέρνηση. Όμως κατά την ΚΔ υπάρχει ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση των πραξικοπηματιών αναμένεται να στραφεί κατά τόσο των εργατών, όσο και των φτωχών και μεσαίων χωρικών μέχρις εξαφάνισής τους.
Η ΚΔ δεν παραλείπει να ασκήσει ανοιχτή κριτική στη θέση της ΚΕ του ΒΚΚ για ουδετερότητα μπροστά στο πραξικόπημα καλώντας αντιθέτως σε ενιαίο αγώνα εργατών-χωρικών για μία γνήσια εργατο-αγροτική κυβέρνηση.

Снимка на Георгица Карастоянова, деец на работническо женско движение, участник в Септемврийското въ

Γκεόργκιτσα Καραστοϊάνοβα ακτιβίστρια του εργατικού κινήματος που πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Σεπτέμβρη του ’23 στη Βουλγαρία

Με νέα παρέμβασή του ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ, Ζινόβιεφ, στις 2 Ιούλη, θα στείλει ανοιχτό γράμμα στην ΚΕ του ΒΚΚ με το οποίο της ζητά να αλλάξει τη θέση της για την κατάσταση στη Βουλγαρία και να προετοιμάσει το Κόμμα ώστε να περάσει σε περίοδο παρανομίας και τέλος να συνάψουν συμφωνία με τους εναπομείναντες Αγροτιστές. Ήδη, από τα τέλη Ιούνη, στέλνεται εσπευσμένα στη Βουλγαρία ο Βασίλ Κολάροφ ώστε να ηγηθεί της νέας κατάστασης. Μετά από ένα περιπετειώδες δρομολόγιο κι αφού συλληφθεί χωρίς ντοκουμέντα από την αστυνομία θα καταφέρει να φτάσει στη Σόφια στις αρχές Ιούλη.

Όμως η διαφωνία μεταξύ του βουλγαρικού ΚΚ και της Διεθνούς παραμένει κι έτσι στις 6 Ιούλη, η συνεδρίαση του κομματικού συμβουλίου θα επικυρώσει την ορθότητα της στάσης του ΒΚΚ κατά το πραξικόπημα του Ιούνη, αποδίδοντας τη διαφωνία με την ΚΔ σε ελλιπή πληροφόρηση της τελευταίας για την κατάσταση στη Βουλγαρία. Τέλος, απορρίπτεται η προτεινόμενη από την ΚΔ τακτική συμμαχίας με τους Αγροτιστές καθώς θεωρείται ότι κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει αυταπάτες στις αγροτικές μάζες που έχουν αρχίσει να χάνουν την πίστη τους προς τους Αγροτιστές. Η διαμάχη μεταξύ ΒΚΚ και ΚΔ θα συνεχιστεί και κατά τον μήνα Αύγουστο με εκατέρωθεν παρεμβάσεις και αρθρογραφία.

Τελικά, κάτω από την πίεση της ΚΔ και την επιρροή του Βασίλ Κολάροφ, επιτυγχάνεται η αλλαγή στάσης του ΒΚΚ. Στη συνεδρίαση μεταξύ 5ης και 7ης Αυγούστου, με εισήγηση του Κολάροφ υιοθετείται η θέση για ολόπλευρη προετοιμασία για μαζικής ένοπλης εξέγερσης. Πολιτικά το ΒΚΚ θα κινηθεί για ένα ενιαίο μέτωπο των εργαζόμενων και αγροτικών μαζών με αιτήματα που θα θέτουν το ζήτημα μιας εργατο-αγροτικής κυβέρνησης ενώ αποφασίζεται να προτείνει συμμαχία τόσο στους Αγροτιστές όσο και στους Σοσιαλδημοκράτες. Τέλος, το ΒΚΚ, σύμφωνα με την Απόφαση των αρχών Αυγούστου θα κινηθεί πολιτικά και προς τους ΒουλγαροΜακεδόνες προσπαθώντας να τους αποσπάσει από την επιρροή των αστικών και εθνικιστικών κομμάτων και να πετύχει έστω μια ουδέτερη στάση τους στο μέλλον.

Ωστόσο, παρά την πλειοψηφική αποδοχή των θέσεων της ΚΔ, στην πορεία προς τον Σεπτέμβρη εκφράζονται διαφωνίες για το κατά πόσο υπάρχουν προϋποθέσεις για μία επιτυχημένη εξέγερση. Αυτές οι διαφωνίες εκφράζονται κι από κορυφαία κι ιστορικά στελέχη του ΒΚΚ, όπως ο “παππούς” Ντιμίταρ Μπλαγκόεφ. Αλλά και στους κόλπους της ΚΔ εκφράζονται αμφιβολίες για το αν η κατάσταση στη Βουλγαρία είναι έτοιμη για προχώρημα σε ένοπλη εξέγερση καθώς όπως παρατηρεί ο Μιλιούτιν σε γράμμα του προς το Προεδρείο της ΚΔ, δεν έχει οργανωθεί ούτε μία μαζική διαδήλωση μετά το πραξικόπημα της 9ης Ιούνη. Παρά τις διαφωνίες και τις ενστάσεις η προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης προχωρά βασιζόμενη στα νεότερα και πιο ενθουσιώδη μέλη της ηγεσίας του ΒΚΚ.

Clipboard077

Βασίλ Κολάροφ και Γκεόργκι Δημητρόφ. Οι δύο άνθρωποι που ανέλαβαν το βάρος της καθοδήγησης της εξέγερσης του ’23


Το ξέσπασμα της εξέγερσης

Οι προετοιμασίες της εξέγερσης πέφτουν στην αντίληψη της κυβέρνησης Τσανκόφ. Στις 6 Σεπτέμβρη, ο Υπουργός Εσωτερικών της Βουλγαρίας ενημερώνει την κυβέρνηση ότι οι κομμουνιστές ετοιμάζονται για επανάσταση στα πρότυπα των Ρώσων μπολσεβίκων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Υπ. Εσ. η εξέγερση είναι προγραμματισμένη για τις 17 Σεπτέμβρη. Έτσι, οι κρατικές Αρχές προετοιμάζουν πογκρόμ συλλήψεων κομμουνιστών ηγετών που θα ξεκινήσει τα ξημερώματα της 12ης Σεπτέμβρη.
Εκείνο το πρωί κάπου 300 μέλη και στελέχη του ΒΚΚ στη Σόφια θα συλληφθούν. Ανάμεσά τους και ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, Χρίστο Καμπακτσίεφ, αλλά και ο επικεφαλής της Στρατιωτικο-Τεχνικής Επιτροπής που έχει συστήσει η ΚΕ του ΒΚΚ για την προετοιμασία της εξέγερσης, Κώστα Γιάνκοφ.

Καταδικασμένοι σε θάνατο συμμετέχοντες στην εξέγερση του Σεπτέμβρη του ’23

Έτσι, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η εξέγερση ξεσπά πρόωρα σε διάφορες περιοχές της βουλγαρικής επαρχίας και χιλιάδες κομμουνιστές, αναρχικοί, αγροτιστές και ανένταχτοι εργάτες και χωρικοί θα λάβουν μέρος σ’ αυτή.
Η πρώτη μάχη θα δοθεί στα χωριά Μάγκλιζ και Γκολιάμο Ντριάνοβο της επαρχίας Καζανλίκ τα ξημερώματα της 14ης Σεπτέμβρη. Τα δύο χωριά θα καταληφθούν από τους επαναστάτες. Ακολουθούν μερικές ημέρες μετά, στις 19 και 20 Σεπτέμβρη, οι περιοχές Στάρα Ζαγκόρα και Νόβα Ζαγκόρα. Στην τελευταία, η πόλη και σχεδόν το σύνολο της επαρχίας καταλαμβάνονται από τους επαναστάτες.
Τελικά, η ΚΕ του ΒΚΚ, εν μέσω διαφωνιών, αποφασίζει στις 20 Σεπτέμβρη να υπάρξει γενικός ξεσηκωμός μεταξύ 22 και 23 Σεπτέμβρη. Επικεφαλείς της Επαναστατικής Επιτροπής τίθενται οι Γκεόργκι Δημητρόφ, Βασίλ Κολάροφ και Γκαβρίλ Γκένοφ.
Στις 23 Σεπτέμβρη καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες η πόλη Μοντάνα (τότε Φέρντιναντ) στη βορειοδυτική Βουλγαρία όπου δίνονται σημαντικές μάχες. Ο στρατός εκδιώκει τους επαναστάτες την επομένη ενώ η πόλη επανακαταλαμβάνεται από τους εξεγερθέντες μέσα σε ένα 48ωρο. Επίσης, στα χέρια των επαναστατών πέφτουν για μικρά διαστήματα οι πόλεις Λομ στη βορειοδυτική Βουλγαρία και η πόλη Ράζλογκ στη βουλγαρική Μακεδονία. Στην τελευταία περίπτωση, οι εθνικιστές βουλγαρομακεδόνες της ΕΜΕΟ θα κινητοποιηθούν ενάντια στους κομμουνιστές αναγκάζοντάς τους να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να καταφύγουν στα βουνά.

Снимка на политемигранти от Фердинандска (Монтанска) околия в Сърбия. 1923 г.

Πάνω: Βούλγαροι πολιτικοί εξόριστοι της εξέγερσης του ’23 στην Οδησσό της ΕΣΣΔ. Κάτω: Βούλγαροι πολιτικοί εξόριστοι απ’ την περιοχή της Μοντάνα που κατέφυγαν στη Σερβία.

Η δυνατότητα προετοιμασίας της κυβέρνησης από τις αρχές Σεπτέμβρη καθώς κι οι προληπτικές συλλήψεις που επέφεραν την παράλυση του κομματικού μηχανισμού του ΒΚΚ στις μεγάλες βουλγαρικές πόλεις (Σόφια, Πλόβντιβ, Βάρνα, Μπουργκάς) δίνει την ευχέρεια στον κρατικό μηχανισμό να κινητοποιήσει μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένες από τους εξεγερμένους. Η Σοβιετική Ένωση εξετάζει στις 26 Σεπτεμβρίου την αποστολή 120 πλήρως εξοπλισμένων Βούλγαρων υπηκόων της με σκοπό να βοηθήσουν την εξέγερση, όμως είναι ήδη αργά.
Στις 28 και 29 Σεπτέμβρη, η μεγάλη μάζα των εξεγερμένων ενόπλων περνά σε γιουγκοσλαβικό έδαφος εγκαταλείποντας τη Βουλγαρία. Μαζί τους είναι και η ηγεσία του ΒΚΚ και της εξέγερσης. Οι Δημητρόφ και Κολάροφ δεν θα επιστρέψουν σε βουλγαρικό έδαφος παρά μόνο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τις επόμενες ημέρες εκδηλώνονται μόνο σποραδικές συγκρούσεις σε χωριά μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και εγκλωβισμένων ομάδων επαναστατών.

13-09-20-54598_1

Οι επαναστάτες στα βουνά της Βουλγαρίας

Η εξέγερση λαμβάνει τέλος με 800 έως 1.000 νεκρούς απ’ την πλευρά των επαναστατών. Ακολουθούν συλλήψεις όσων δεν κατάφεραν να φύγουν εκτός συνόρων. Στις αρχές του 1924, το ΒΚΚ τίθεται εκτός νόμου, καθεστώς το οποίο διατηρείται μέχρι το 1944. Βέβαια, στη διάρκεια του 1924, η ΚΔ ακόμα συζητά το ενδεχόμενο νέας εξέγερσης στη Βουλγαρία πράγμα που υποστηρίζει κι η “αριστερή τάση” του ΒΚΚ, η οποία ενισχύεται την πρώτη περίοδο της παρανομίας. Εξάλλου και μετά την καταστολή της εξέγερσης του Σεπτέμβρη του ’23, στα βουνά της Βουλγαρίας συνεχίζουν να δρουν μικρές ένοπλες ομάδες αναρχικών και κομμουνιστών. Για ένα σύντομο διάστημα μέχρι το 1925, το ΒΚΚ θα υιοθετήσει πρακτικές τρομοκρατικών χτυπημάτων μέσω των οποίων ελπίζει στην ανατροπή του καθεστώτος Τσανκόφ. Αποκορύφωμα αυτών των πρακτικών αποτελεί η δολοφονία του Στρατηγού και πολιτικού της κυβέρνησης, Κονσταντίν Γκεοργκίεφ, στις 14 Απριλίου, και η βομβιστική ενέργεια στην εκκλησία Αγία Κυριακή (Σβετά Νεντέλια) στο κέντρο της Σόφιας, δύο μέρες μετά, κατά τη διάρκεια της κηδείας του, με στόχο την φυσική εξόντωση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του καθεστώτος Τσανκόφ. Πρόκειται για μια βομβιστική επίθεση, για την οργάνωση της οποίας στέλνεται ειδικό στρατιωτικό στέλεχος από τη Μόσχα και είναι εξαιρετικά μεγάλης ισχύος με αποτέλεσμα 134 νεκρούς (μεταξύ αυτών γύρω στους 40 αξιωματικούς του βουλγαρικού στρατού) και 500 τραυματίες.

Η επίθεση θα έχει ως αποτέλεσμα την ένταση των διώξεων κομμουνιστών και αναρχικών από το βουλγαρικό κράτος με αποτέλεσμα την άμεση εκτέλεση 400-450 αγωνιστών ενώ μες στον επόμενο χρόνο θα δολοφονηθούν μερικές εκατοντάδες ακόμη.

Kosta Yankov

Κόστα Γιάνκοφ. Ηγέτης της ενιαίας επιτροπής πολεμικής/τεχνικής προετοιμασίας εκ μέρους του ΒΚΚ. Λέγεται ότι δική του ήταν η ιδέα για τη μαζική δολοφονία στελεχών του καθεστώτος Τσανκόφ ενώ ήταν συμμέτοχος στη βομβιστική ενέργεια στην Αγία Κυριακή. Μετά τη βομβιστική επίθεση εντοπίζεται το κρησφύγετό του, το οποίο περικυκλώνεται από ένοπλες κυβερνητικές δυνάμεις. Ο ίδιος μαζί με έναν σύντροφό του θα δώσουν μάχη και θα καούν μες στο κρησφύγετό τους όταν οι κυβερνητικές δυνάμεις θα του βάλουν φωτιά.

35692

Η εκκλησία Αγία Κυριακή μετά την βομβιστική επίθεση το 1925

Σταδιακά μέχρι το 1926, η ηγεσία του ΒΚΚ θα περάσει στους πολιτικούς εξόριστους Δημητρόφ και Κολάροφ οι οποίοι διαφωνούσαν τόσο με τη “νομιμόφρονα” πλειοψηφία της ΚΕ του ΒΚΚ πριν και λίγο μετά την εξέγερση του Σεπτέμβρη, όσο και με την “αριστερή τάση”.

Παρότι το ΒΚΚ δεν θα μπορέσει να πρωταγωνιστήσει ξανά στην πολιτική ζωή της Βουλγαρίας μέχρι το τέλος του Β’ΠΠ, η εξέγερση του Σεπτέμβρη του ’23 θα μείνει στην ιστορία ως μια λαμπρή απόδειξη της αγωνιστικότητάς του και της ιστορίας του εργατικού κι αγροτικού κινήματος των Βαλκανίων απέναντι στην άνοδο του φασισμού.

Συνολικά, τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του ’23 αποτελούν μάλλον την τελευταία απόπειρα εξαγωγής της οκτωβριανής επανάστασης στην Ευρώπη μετά τις αποτυχίες στην Ουγγαρία και τη Γερμανία.

  • Τέχνη και Σεπτέμβρης

    42560356_2242014739416077_4010382896111026176_o

    Γκέο Μίλεφ: Ο Βούλγαρος ποιητής, που έγραψε το ποίημα «Σεπτέμβρης», ένα χρόνο μετά την εξέγερση, δεν είναι τυχαίος. Ο ίδιος είχε πολεμήσει στον Α’ Π.Π. χάνοντας το δεξί του μάτι απ’ το βρετανικό πυροβολικό (γι’ αυτό πάντοτε φωτογραφίζεται καλύπτοντάς το είτε με φράτζα, όπως στη φωτογραφία, είτε με καπέλο). Το ενδιαφέρον είναι ότι γράφει κι εκδίδει το ποίημα του ένα χρόνο μετά την ήττα της εξέγερσης, εν μέσω διώξεων κι απαγόρευσης του κομμουνιστικού κόμματος. Το ποίημα είναι πολύ μεγάλο σε έκταση και κάποιος μπορεί να δει πολλές ομοιότητες με το ύφος του Βάρναλη (σε κάποια σημεία του εμφανίζονται εντελώς ίδια μοτίβα, καθόλου απίθανο ο γεννημένος στη Βουλγαρία Βάρναλης να τον είχε υπόψη του). Μιλώντας για τον Σεπτέμβρη ο Μίλεφ έγραψε:
    «Εμείς οι διανοούμενοι δεν μπορούμε, δεν πρέπει να μένουμε απαθείς μπροστά σ’ αυτό που βίωσαν οι άνθρωποι τον Σεπτέμβρη – όχι μόνο από κοινό ανθρωπισμό αλλά πάνω απ’ όλα από ζήλια για τη λαϊκή υπόθεση»
    Το περιοδικό που περιλαμβάνει το ποίημα, αποσύρεται απ’ την κυκλοφορία κι απαγορεύεται. Ο Μίλεφ δικάζεται και καταδικάζεται σε απομόνωση σε σκοτεινό μπουντρούμι για ένα χρόνο και τεράστιο πρόστιμο. Αποφασίζει να κάνει έφεση αλλά μυστηριωδώς «εξαφανίζεται». Το σώμα του θα αποκαλυφθεί, τριάντα χρόνια μετά, τη δεκαετία του ’50, σε ομαδικό τάφο με σαφή σημάδια πνιγμού.

 

Αδελφότητα κι Ενότητα: Η 1η μακεδονο-κοσοβάρικη ταξιαρχία κρούσης

Τί θα συμβεί αν συγκεντρώσεις εθνικά Μακεδόνες, Αλβανούς, Βλάχους, Σέρβους, Μαυροβούνιους, Σλοβένους και Κροάτες, Τούρκους, Ρώσους, Αρμένιους, Βούλγαρους και Ιταλούς και τους εξοπλίσεις; Πολλά μπορεί να συμβούν, αλλά μία φορά στην ιστορία, έτσι σχηματίστηκε ένας αντιφασιστικός στρατιωτικός σχηματισμός 900 ατόμων που διέσχισε εκατοντάδες χιλιόμετρα και πολέμησε σε τέσσερα διαφορετικά βαλκανικά κράτη απέναντι σε Γερμανούς, Αλβανούς, Βούλγαρους φασίστες.
Αυτή ήταν η 1η Μακεδονο-Κοσοβάρικη Προλεταριακή Ταξιαρχία Κρούσης. Και είχαμε την τύχη να πατήσει αρκετές φορές τα ελληνικά χώματα.

 

Σχηματισμός και πρώτες μάχες

Στις 10 Νοέμβρη 1943, στο χωριό Σλίβοβο, κάπου 35 χιλιόμετρα βόρεια της λίμνης Οχρίδας, στην κατεχόμενη γιουγκοσλαβική Μακεδονία κατέφτασαν τέσσερα τάγματα συνολικής δύναμης 700 ατόμων. Τα δύο απ’ αυτά, το τάγμα “Μπόρο Βουκμίροβιτς” και το τάγμα “Ραμίζ Σαντίκου” προέρχονταν απ’ την περιοχή του Κοσόβου ενώ τα δύο άλλα, το τάγμα “Μίρτσε Άτσεφ” και το τάγμα Ντέμπαρ-Κίτσεβο ήταν μακεδονικά.

Η 1η μακεδονο-κοσοβάρικη ταξιαρχία κρούσης φτιάχτηκε υπό την εποπτεία του απεσταλμένου του Γενικού Αρχηγείου των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς “Τέμπο”, με σκοπό να διευρύνει τις ελεύθερες περιοχές στη νότια Γιουγκοσλαβία, να εντάξει Αλβανούς και Μακεδόνες στον απελευθερωτικό αγώνα και να προκαλέσει φθορές στις γερμανικές και βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις. Διοικητής της ταξιαρχίας ορίστηκε ο Πέταρ Μπράγιοβιτς.

Screenshot_2018-09-14 185_6 pdf

Ο Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς “Τέμπο” παραδίδει το λάβαρο της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας Κρούσης

Λίγες ημέρες μετά τον σχηματισμό της, η ταξιαρχία έδωσε τα πρώτα δείγματα γραφής χτυπώντας Γερμανούς, Αλβανούς εθνικιστές και Βούλγαρους στις περιοχές Κίτσεβο, Κρούσεβο, Οχρίδα. Στις μάχες αυτές προκάλεσε δεκάδες ακόμα και εκατοντάδες απώλειες στους αντιπάλους ενώ οι απώλειες της ταξιαρχίας ήταν λιγοστές. Κατάφερε επίσης να απελευθερώσει νέα χωριά κοντά στην ελεύθερη περιοχή του Ντέμπαρ στα σύνορα γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και Κοσόβου. Αυτές τις οι επιτυχίες όμως, κινητοποίησαν τις φασιστικές δυνάμεις. Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να τραβήξουν σημαντική δύναμη από τη Βόρεια Ελλάδα, η οποία μαζί με βουλγαρικές μεραρχίες κινήθηκαν για να κυκλώσουν την ταξιαρχία. Υπό το φόβο μιας πιθανής περικύκλωσης και διάλυσής της, η ηγεσία της ταξιαρχίας θα αποφασίσει στα τέλη του Νοέμβρη να εγκαταλείψει τις ελεύθερες περιοχές του Ντέμπαρ και να κινηθεί νότια προς την Ελλάδα. Πρόκειται για μια επική και επικίνδυνη διαδρομή μέσα στα χιόνια με τον εχθρό να καιροφυλαχτεί.

 

300 χιλιόμετρα νότια σε δύο εβδομάδες

Η πορεία της ταξιαρχίας θα ξεκινήσει τη νύχτα της 5ης προς 6η Δεκέμβρη από την περιοχή του Ντέμπαρ της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Πίσω θα μείνουν μοναχά οι βαριά τραυματίες που αδυνατούν να καλύψουν μια τέτοια απόσταση υπό αντίξοες συνθήκες. Οι υπόλοιπες εκατοντάδες των μαχητών θα κινηθούν νότια, πάνω από το όρος Γκαλίτσιτσα, θα περάσουν ανάμεσα στις λίμνες Μεγάλη Πρέσπα και Οχρίδα κι αφού μπουν για λίγο σε αλβανικό έδαφος, θα κατευθυνθούν ανατολικά. Στις 9 Δκεμβρίου 1944, η 1η Μακεδονο-Κοσοβάρικη Ταξιαρχία Κρούσης θα φτάσει στο χωριό Άγιος Γερμανός της Φλώρινας. Εκεί στις 10 Δεκέμβρη θα ενωθεί μαζί της το μακεδονικό τάγμα “Στιβ Ναούμοφ” που είχε σχηματιστεί στην περιοχή της Φλώρινας τον Νοέμβριο και δρούσε γύρω απ’ τις Πρέσπες. Η πορεία θα συνεχιστεί και η ενισχυμένη ταξιαρχία θα συναντηθεί στις 14 Δεκεμβρίου με αντάρτες του ΕΛΑΣ στο όρος Καϊμάκτσαλάν για να καταλήξει στις 18 Δεκέμβρη στο χωριό Φούστανη της ορεινής Πέλλας, στους πρόποδες του όρους Τζένα, όπου και θα στρατοπεδεύσει. Την επομένη, με την ταξιαρχία θα ενωθεί κι ένα βουλγάρικο τάγμα αντιφασιστών πρώην-στρατιωτών του βουλγαρικού στρατού που αυτομόλησαν μετά από παρτιζάνικη επίθεση στην περιοχή της Γευγελής. Το βουλγάρικο τάγμα “Χρίστο Μπότεφ” θα ενωθεί κι αυτό με την ταξιαρχία, η οποία θα φτάσει έτσι περίπου τους 900 μαχητές.

December March

Αυτή είναι κατά προσέγγιση η διαδρομή που ακολούθησε η ταξιαρχία τον Δεκέμβριο του ’43 ώσπου να εγκατασταθεί σε ελληνικό έδαφος

Οι παρτιζάνοι βέβαια δεν κάλυψαν όλη αυτή την απόσταση για να φυγομαχήσουν αλλά για να χτυπήσουν τον εχθρό από καλύτερες θέσεις. Μετά από ολιγοήμερη ξεκούραση κι αναδιοργάνωση, στις 23 Δεκέμβρη 1943, το μακεδονικό τάγμα “Στιβ Ναούμοφ” μαζί με το βουλγαρικό “Χρίστο Μπότεφ” εισέρχονται σε γιουγκοσλαβικό έδαφος και ξεκινούν επιθετικές ενέργειες νότια της πόλης Πρίλεπ, την ώρα που το κοσοβάρικο τάγμα “Μπόρο Βουκμίροβιτς” επιτίθεται στα βουλγαρο-γιουγκοσλαβικά σύνορα. Οι επιτυχίες είναι αρκετές. Βουλγαρικά φυλάκια καταστρέφονται με δεκάδες νεκρούς, χτυπιούνται αστυνομικά τμήματα σε χωριά με λάφυρα οπλισμό ενώ καταστρέφεται ένα ορυχείο που προμήθευε τον γερμανικό στρατό.

Όπως ήταν φυσικό, οι ενέργειες αυτές τραβούν την προσοχή των Γερμανών, οι οποίοι επιτίθενται στην ταξιαρχία στο χωριό Νότια της Πέλλας στις 4 Γενάρη. Ως απάντηση οι παρτιζάνοι επιτίθενται αιφνιδιαστικά στους Γερμανούς τη νύχτα μεταξύ 6ης και 7ης Δεκέμβρη στο χωριό Φούστανη, τους πιάνουν στον ύπνο και τους προκαλούν πάνω από 100 απώλειες. Απ’ την πλευρά της η ταξιαρχία έχει τους πρώτους τις έξι νεκρούς στα ελληνικά βουνά: δύο Σέρβους, δύο Σλοβένους, έναν Μακεδόνα κι έναν Βόσνιο.

Bataljon Hristo Botev i Dico Petrov village Fustani December 1943

Το τάγμα των Βούλγαρων αντιφασιστών “Χρίστο Μπότεφ” με τον διοικητή του Ντίτσο Πετρόφ, στο χωριό Φούστανη της Πέλλας, τον Δεκέμβριο του ’43. Ο Υπολοχαγός του βουλγαρικού στρατού Ντίτσο Πετρόφ που υπηρετούσε στη Γευγελή, αυτομόλησε μαζί με τους άνδρες του και ενώθηκε με τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους στις 15 Δεκεμβρίου 1943. Πολέμησε τους Βούλγαρους κατακτητές/φασίστες σε Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα και Βουλγαρία και έπεσε νεκρός σε μάχη στο χωριό Μπατούλια της Βουλγαρίας, στις 23 Μάη 1944.

Οι μάχες θα συνεχιστούν κι αυτή τη φορά, στις 18 Ιανουαρίου, το μακεδονικό τάγμα “Στιβ Ναούμοφ” και το βουλγαρικό “Χρίστο Μπότεφ” θα συγκρουστούν με τις βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις στην Ελλάδα, στα χωριά Περίκλεια και Λαγκάδια της Πέλλας. Ένα άλλο τάγμα της μακεδονο-κοσοβάρικης ταξιαρχίας μαζί με δύο μακεδονικά τάγματα θα στήσουν ενέδρα σε γερμανική φάλαγγα στο χωριό Θηριόπετρα, μεταξύ Νότιας και Φούστανης, προκαλώντας 123 νεκρούς στις ναζιστικές δυνάμεις.

Αυτές οι επιτυχίες θα αναγκάσουν Γερμανούς και Βουλγάρους να συγκεντρώσουν μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή και τους παρτιζάνους να περάσουν σε αμυντική διάταξη στις πλαγιές της Τζένας.

Prva_makedonsko-kosovska_brigada,_1943

Μαχητές της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας Κρούσης


Μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας ή οι τρεις πορείες του Φλεβάρη

Στα τέλη Γενάρη σε σύσκεψη αποφασίζεται οι δυνάμεις της ταξιαρχίας να χωριστούν σε τρεις ομάδες και να διεισδύσουν σε διαφορετικές περιοχές της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Τα τάγματα “Ραμίζ Σαντίκου” και το 2ο τάγμα της μακεδονικής ταξιαρχίας κρούσης θα κατευθύνονταν στην περιοχή του Τίκβες και θα αναμετριούνταν με τις βουλγαρικές δυνάμεις εκεί προσπαθώντας να εντάξουν νέο δυναμικό στον αγώνα.
Η 2η Ομάδα αποτελούμενη από ένα τάγμα της 1ης μακεδονο-κοσοβάρικης ταξιαρχίας κρούσης και το βουλγάρικο, αντιφασιστικό τάγμα “Χρίστο Μπότεφ” ανέλαβαν το καθήκον να διασχίσουν τον Αξιό, κατόπιν τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα κι από εκεί να εισέλθουν στη γιουγκοσλαβική περιοχή του Κουμάνοβο, όπου μαζί με σερβικά τμήματα θα προσπαθούσαν να απελευθερώσουν νέα εδάφη. Μαζί με αυτά τα τμήματα θα κινούνταν και ο Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς “Τέμπο”. Από την αναφορά του Αρχηγείου (γιουγκοσλαβικής) Μακεδονίας στις 5 Μάρτη γνωρίζουμε ότι η συγκεκριμένη ομάδα ξεκίνησε από το χωριό Πευκωτό του νομού Πέλλας, πέρασε το όρος Πάικο, διέσχισε τον ποταμό Αξιό περίπου 40 χιλιόμετρα απ’ τη Θεσσαλονίκη, ανέβηκε βόρεια στο όρος Μπέλες (χωριά Πλατανάκια και Καστανούσα) κι από κει πέρασε στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία στην περιοχή Στρούμιτσα απ’ όπου κατευθύνθηκε προς το Κουμάνοβο. Φτάνοντας εκεί, στις 25 Φλεβάρη συναντήθηκε με τα τάγματα του Κουμάνοβο. Πρόκειται για διαδρομή 440 χιλιομέτρων που καλύφθηκε μέσα σε 23 ημέρες, μέσα στα χιόνια, και περιλάμβανε τη διάσχιση τριών ποταμών. Σε όλη τη διαδρομή δίνονταν μάχες με βουλγαρικά αποσπάσματα. Στις αρχές Μάρτη τα δύο τάγματα συναντήθηκαν με τους Σέρβους εθνικιστές αντάρτες του Ντράζα Μιχαήλοβιτς τη δύναμη των οποίων διέλυσαν πιάνοντας πάνω από 100 αιχμαλώτους και υλικό που αποδείκνυε τη συνεργασία τους με τους Βούλγαρους κατακτητές.

7046

Από αριστερά προς δεξιά: Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς “Τέμπο”, Μπράνκο Σότρα και Μιχαήλο Αποστόλσκι στο χωριό Καστανούσα των Σερρών. Ένας Μαυροβούνιος, ένας Σέρβος κι ένας Μακεδόνας σε ελληνικό έδαφος για τον αντιφασιστικό αγώνα.

Τέλος, η τρίτη ομάδα, αποτελούμενη από το 1ο τάγμα της Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας και το 4ο τάγμα “Μπόρο Βουκμίροβιτς” θα έπρεπε να διεισδύσουν στην κεντρική και νοτιο-δυτική γιουγκοσλαβική Μακεδονία (ευρύτερη περιοχή Πρίλεπ) και να οργανώσουν την Αντίσταση εκεί. Επικεφαλής, αυτών των τμημάτων τέθηκε ο διοικητής της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης ταξιαρχίας, Πέταρ Μπράγιοβιτς.

Αυτή η τελευταία ομάδα, αποτελούμενη από δύο μακεδονο-κοσοβάρικα τάγματα θα διασχίσει περίπου 300 χιλιόμετρα (25 την ημέρα) ως την περιοχή Μπογκομίλα στο κέντρο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Επί, δύο εβδομάδες θα δώσει σειρά μαχών με βουλγαρικές δυνάμεις στις οποίες θα προκαλέσει πάνω από 100 απώλειες. Τελικά όμως στα μέσα Φλεβάρη θα αναγκαστεί να επιστρέψει στα ορεινά του νομού Πέλλας. Εκεί , στις 15/2, θα εγκατασταθεί στο χωριό Πρόμαχοι όπου θα ξεκουραστεί για λίγες μέρες. Όπως σημειώνεται στην αναφορά επέστρεψαν τα 2/3 των μαχητών, ενώ το 1/3 παρέμενε εγκλωβισμένο στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Μετά από μάχες που ανάγκασαν τις βουλγαρικές αρχές να κινητοποιήσουν το σύνολο των δυνάμεών τους στις περιοχές Πρίλεπ, Καβαντάρτσι, Μπίτολα, οι μαχητές επέστρεψαν παγωμένοι αλλά με το υψηλότερο ηθικό που γινόταν να έχουν.

Fevruarski_pohod

Οι πορείες των τριών ομάδων της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας Κρούσης, τον Φλεβάρη του ’44

Στις 18-19 Φλεβάρη τμήματα του γερμανικού και βουλγαρικού στρατού θα ξαναεπιτεθούν στους παρτιζάνους, οι οποίοι όμως εγκαίρως θα εγκαταλείψουν το χωριό Πρόμαχοι, έχοντας σχετικά λίγες απώλειες. Θα ακολουθήσουν κοινές εμφανίσεις των Γιουγκοσλάβων ανταρτών μαζί με αντάρτες του ΕΛΑΣ στα χωριά της περιοχής. Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι και αντάρτες του ΕΛΑΣ θα βγάλουν λόγους στα ορεινά χωριά της Πέλλας σε μια προσπάθεια να ανεβάσουν το ηθικό του λαού και να κινητοποιήσουν τη σλαβομακεδονική μειονότητα στο πλευρό της Αντίστασης και του ΕΛΑΣ.
(για περισσότερες λεπτομέρειες και τις σχέσεις Ελλήνων-Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων
βλ. εδώ Υπό την κόκκινη ή τις εθνικές σημαίες; Ο αγώνας για την απόκτηση επιρροής πάνω στη σλαβομακεδονική μειονότητα στην Έδεσσα του ’44
)

Ακολουθούν δύο εβδομάδες ξεκούρασης και πολιτικών διαδικασιών. Εδώ πρέπει να σταθούμε καθώς αυτή ήταν μια σημαντική πλευρά που οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι είχαν εντάξει στη ζωή των ανταρτών. Έτσι, στα βουνά της Πέλλας, οι μαχητές της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας θα πάρουν μέρος σε πολιτικές/ιδεολογικές συζητήσεις με την παρακάτω θεματολογία:

1) Τα είδη των πολέμων στην ιστορία,
2) Φασισμός,
3) Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και η ζωή στην ΕΣΣΔ,
4) Τα στάδια εξέλιξης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στη Γιουγκοσλαβία,
5) Οι σχέσεις μεταξύ των Συμμάχων και της ΕΣΣΔ,
6) Αυτοκριτική,
7) Σε τί συνίσταται η ισχύς των δυνάμεών μας

Bogomilski pohod

Στιγμιότυπο από την πορεία των ταγμάτων “Μπόρο Βουκμίροβιτς” και 1ου Μακεδονο-Κοσοβάρικου τάγματος προς την περιοχή Μπογκομίλα τον Φλεβάρη του ’44


Χωρισμός δυνάμεων, νέες πορείες κι επιστροφή σε Μακεδονία-Κόσοβο

Τον Απρίλιο του ‘44, λαμβάνεται απόφαση, οι δυνάμεις της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας Κρούσης να αποπειραθούν να επιστρέψουν από εκεί που ξεκίνησαν τον Δεκέμβρη του ‘43, στην περιοχή του Ντέμπαρ, στο βορειοδυτικό τμήμα της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Το καθήκον τους αυτή τη φορά είναι να ξανα-απελευθερώσουν τη συγκεκριμένη περιοχή αλλά και να εγκαθιδρύσουν μόνιμη σύνδεση με τους Αλβανούς αντιφασίστες αντάρτες που δρούσαν από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Οι δυνάμεις της ταξιαρχίας θα χωριστούν στα δύο. Τα κοσοβάρικα τάγματα θα επιχειρήσουν να γυρίσουν στην περιοχή του Ντέμπαρ κι αργότερα στο Κόσοβο ενώ τα μακεδονικά θα προσανατολιστούν στα υπόλοιπα τμήματα της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Στις 11 Απρίλη, τα δύο κοσοβάρικα τάγματα της ταξιαρχίας θα ξεκινήσουν από το χωριό Κάτω Κορυφή της Πέλλας. Στις 14 Απριλίου, περνώντας από το χωριό Άγιο Αθανάσιο Πέλλας θα έχει την μοναδική ατυχή της στιγμή επί ελληνικού εδάφους. Ο Άγιος Αθανάσιος θεωρούνταν από τα εύπορα χωριά της περιοχής κι η ταξιαρχία είχε κανονίσει να σταματήσει εκεί γι’ ανεφοδιασμό. Το χωριό, όντας υπό βουλγαρική επιρροή, μόλις μάθει για τον ερχομό των παρτιζάνων θα αντιδράσει άσχημα δολοφονώντας τον αγγελιοφόρο της ταξιαρχίας. Οι άντρες του χωριού θα το εγκαταλείψουν υπό τον φόβο αντιποίνων αφήνοντας πίσω τους μόνο γυναικόπαιδα και γέρους. Τμήμα των ανταρτών μπαίνοντας στο χωριό για ανεφοδιασμό θα αντικρύσει την εικόνα ερήμωσης ενώ θα μάθει για τη δολοφονία του αγγελιοφόρου. Τότε οι αντάρτες θα χρησιμοποιήσουν βία εναντίον του άμαχου πληθυσμού υπερβαίνοντας τις ανάγκες του ανεφοδιασμού και κάνοντας ουσιαστικά πλιάτσικο. Αυτή η συμπεριφορά θα φτάσει στ’ αυτιά της διοίκησης της ταξιαρχίας η οποία θα τη χαρακτηρίσει ανάρμοστη για το ήθος του απελευθερωτικού στρατού και θα τιμωρήσει κάποιους από τους συμμετέχοντες σ’ αυτές τις πράξεις. Ταυτόχρονα θα προβεί σε αυτοκριτική για πλημμελή προετοιμασία της εισόδου στο χωριό και ελλιπείς εντολές για τον χειρισμό τέτοιων καταστάσεων.

Галичица,_поглед_на_две_езера,_2011

Η θέα των λιμνών Οχρίδα και Μεγάλη Πρέσπα από την κορυφογραμμή του όρους Γκαλίτσιτσα

Η πορεία θα συνεχιστεί κι η ταξιαρχία θα περάσει τα ελληνο-αλβανικά σύνορα απ’ την περιοχή των Πρεσπών και θα σταθμεύσει στο αλβανικό χωριό Gorica e Madhe. Από έκεί θα διασχίσει τα αλβανο-γιουγκοσλαβικά σύνορα και περνώντας ανάμεσα στις λίμνες Πρέσπα-Οχρίδα, πάνω από το όρος Γκαλίτσιτσα θα κατευθυνθεί βόρεια προς την περιοχή του Ντέμπαρ.
Στο μακεδονικό χωριό Ζαβόι, ανάμεσα στις λίμνες Οχρίδα και Πρέσπα, στις 29 Απριλίου βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις θα επιχειρήσουν να κυκλώσουν την ταξιαρχία. Στη συγκεκριμένη μάχη, θα διαπρέψει η “σλοβένικη τσέτα” της ταξιαρχίας με επικεφαλής τον Σάλκο Μεντερίζι, έναν 24 χρονο Αλβανό εργάτη από το Πετς του Κοσόβου, η οποία θα είναι η πρώτη που θα σπάσει τη βουλγαρική άμυνα και τρυπώντας την περικύκλωση θα ανοίξει το δρόμο για το Ντέμπαρ.
Η 1η Μακεδονο-Κοσοβάρικη Ταξιαρχία Κρούσης θα φτάσει στην περιοχή του Ντέμπαρ μεταξύ 1 και 2 Μάη και ήδη στις 3-4 Μάη θα χτυπήσει με επιτυχία γερμανική φάλαγγα παίρνοντας πολύτιμα λάφυρα σε οπλισμό και πυρομαχικά και δημιουργώντας ξανά τις πρώτες απελευθερωμένες περιοχές.

Για το υπόλοιπο δίμηνο Μάη-Ιούνη η ταξιαρχία θα συγκρούεται με Γερμανούς και Αλβανούς εθνικιστές (Μπαλιστές) υπερασπιζόμενη τις ελεύθερες περιοχές του Ντέμπαρ. Σύμφωνα με τις αναφορές του διοικητή της ταξιαρχίας, Γερμανοί, Αλβανοί και Βούλγαροι φασίστες θα έχουν αρκετές εκατοντάδες νεκρούς σ’ αυτές τις μάχες ενώ ο αριθμός των νεκρών παρτιζάνων θα είναι ιδιαίτερα μικρός.

Prva_kosovsko-metohijska_brigada,_Zbaždi_1944

Μαχητές της 1ης Ταξιαρχίας Κοσόβου-Μετοχίων


Mια πολυεθνική, αντιφασιστική ταξιαρχία

Σε αυτό το σημείο, καθώς ολοκληρώνεται ένας κύκλος δράσης της ταξιαρχίας, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην εθνολογική και πολιτική σύστασή της. Σύμφωνα με τα επίσημα καταγεγραμμένα στοιχεία, που αφορούν τα δύο κοσοβάρικα τάγματα “Μπόρο Βουκμίροβιτς” και “Ραμίζ Σαντίκου” προκύπτει ότι η ταξιαρχία αποτελεί ένα εθνολογικό μωσαϊκό. Πιο συγκεκριμένα οι μαχητές των δύο συγκεκριμένων ταγμάτων, από την ίδρυση της ταξιαρχίας το Νοέμβρη του ‘43 – μέχρι το καλοκαίρι του ‘44, από άποψη εθνικής καταγωγής ήταν:

Σέρβοι/ες: 130 (122 άνδρες και 8 γυναίκες) // 40,2%

Μαυροβούνιοι/ες: 94 (67 άνδρες και 27 γυναίκες) // 29,1%

Σλοβένοι: 45 // 13,9%

Σοβιετικοί: 24 (ανάμεσά τους Ρώσοι, Ουκρανοί, Αρμένιοι κ.α.) // 7,4%

Κροάτες/ισες: 8 (7 άνδρες και 1 γυναίκα) // 2,5%

Αλβανοί: 6 // 1,85%

Ιταλοί: 6 // 1,85%

Εβραίοι/ες: 3 (2 άνδρες και 1 γυναίκα) // 0,9%

Μακεδόνες/ισες: 3 (1 άνδρας και 2 γυναίκες) // 0,9%

Γιουγκοσλάβοι/ες: 3 (1 άνδρας και 2 γυναίκες) // 0,9%

Βόσνιος μουσουλμάνος: 1 // 0,3%

Σύνολο: 323

*από τους οποίους 41 γυναίκες (12,7%)
**
ο πολύ μικρός αριθμός εθνικά Μακεδόνων που παρουσιάζεται εδώ είναι γιατί δεν υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία για τα άλλα δύο τάγματα που συγκρότησαν την ταξιαρχία, το τάγμα “Μίρτσε Άτσεφ” και το τάγμα “Ντέμπαρ-Κίτσεβο”, όπως και για το τάγμα “Στιβ Ναούμοφ” που ενσωματώθηκε στην ταξιαρχία επί ελληνικού εδάφους. Στα συγκεκριμένα τάγματα πλειοψηφούσαν συντριπτικά οι εθνικά Μακεδόνες.
***
δυστυχώς δεν έχουμε στοιχεία για τον αριθμό των νεκρών των ταγμάτων ή της ταξιαρχίας στο συγκεκριμένο διάστημα. Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποιους απ’ αυτούς που έπεσαν ηρωικά όπως τον βλαχικής καταγωγής Μάντσου Μάτακ απ’ το Κρούσεβο που σκοτώθηκε ορμώντας εναντίον γερμανικού μπούνκερ το 1944 (24 ετών), τον αλβανικής καταγωγής Ντζεβέτ Ντόντα από το Πρίζρεν που τον Δεκέμβριο του ’44 συλλαμβάνεται από τη Γκεστάπο και τελικά δολοφονείται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ματχάουζεν λίγες μέρες πριν την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό (39 ετών), τον Νίκολα Τοντόροβσκι μακεδονικής καταγωγής από τα Μπίτολα που πέφτει νεκρός κατά τη δοκιμή όλμου τον Ιούλιο του ’44 (30 ετών) ή την Ντάρα Ντράγκισιτς, Σέρβα απ’ τη Βοσνία, μεγαλωμένη στο Κόσοβο, αναπληρώτρια πολιτική κομισάριο του 2ου τάγματος της Ταξιαρχίας που πεθαίνει σε μάχη, το 1944, σε αλβανικό έδαφος (ετών 23).

Όσον αφορά την πολιτική σύνθεση της ταξιαρχίας, το 22% ήταν μέλη του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, το 50% μέλη της νεολαίας του κι οι υπόλοιποι ανένταχτοι.

Ruska ceta

Ρώσοι αντιφασίστες αντάρτες στο όρος Καϊμάκτσαλάν, 1943


Αναδιοργάνωση, γιγάντωση κι απελευθέρωση Κοσόβου-Μετοχίων

Το καλοκαίρι του ‘44, η 1η Μακεδονο-Κοσοβάρικη Ταξιαρχία Κρούσης υπόκειται σε αναδιοργάνωση. Όπως είδαμε, ήδη, από τον Απρίλιο του ‘44, τα μακεδονικά της τμήματα είχαν χωριστεί με τα κοσοβάρικα ακολουθώντας άλλες διαδρομές.

Στα τέλη Ιούνη του ‘44 από τα δύο κοσοβάρικα τάγματα σχηματίζεται η 1η Ταξιαρχία Κρούσης Κοσόβου-Μετοχίων με στόχο την απελευθέρωση των συγκεκριμένων περιοχών. Στην ταξιαρχία ενσωματώνονται τον Ιούνιο άλλοι 26 μαχητές (20 Σέρβοι, 3 Αλβανοί, 1 Μαυροβούνιος, 1 Μακεδόνισα κι 1 Εβραίος). Τον Σεπτέμβριο του ‘44 από την ευρύτερη περιοχή του Τέτοβο κατατάσσονται στην ταξιαρχία πάνω από 200 άτομα, στην πλειοψηφία τους μακεδονικής καταγωγής ενώ με την είσοδο της ταξιαρχίας στην περιοχή του Κοσόβου, από τον Οκτώβριο του ‘44 ως το τέλος του πολέμου εντάσσονται στις γραμμές της άλλοι 400 μαχητές/τριες, μεταξύ αυτών και πολλοί αλβανικής καταγωγής (λόγω της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής).

Από το καλοκαίρι του ‘44 κι έπειτα η 1η Μακεδονο-κοσοβάρικη ταξιαρχία θα συνεργάζεται συχνά-πυκνά με τμήματα του Αλβανικού απελευθερωτικού στρατού χτυπώντας μαζί και στις δυο πλευρές των συνόρων τις γερμανικές και αλβανικές εθνικιστικές δυνάμεις.

Komandanti_na_Prva_makedonska_i_Prva_albanska_brigada

Αντάρτες της 1ης Μακεδονικής και 1ης Αλβανικής Ταξιαρχίας

 

 

Screenshot_2018-09-14 185_6 pdf(2)

Ο διοικητής της 1ης μακεδονο-κοσοβάρικης ταξιαρχίας κρούσης, Πέταρ Μπράγιοβιτς. Γεννημένος στο Μαυροβούνιο (1915), μεγαλωμένος στο Κόσοβο. Στα σχολικά του χρόνια πήρε μέρος στις σχολικές απεργίες του μεσοπολέμου. Αργότερα κατατάχτηκε στον γιουγκοσλαβικό στρατό κι έγινε αξιωματικός της αεροπορίας. Το 1941 μετά την κατάκτηση της Γιουγκοσλαβίας μπαίνει στο αντιστασιακό κίνημα των κομμουνιστών Παρτιζάνων. Το 1942 γίνεται μέλος του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Θα πολεμήσει εναντίον του φασισμού σε Κόσοβο, Μακεδονία, Ελλάδα, Αλβανία. Τον Φλεβάρη του ’45, σε μάχη εναντίον Αλβανών εθνικιστών (Μπαλιστών) τραυματίζεται σοβαρά. Αναγκάζεται να υποστεί ακρωτηριασμό του ενός του ποδιού. Επιζεί του τραύματος και το 1951 ανακηρύσσεται εθνικός ήρωας της Γιουγκοσλαβίας. Στην προσωπική του ζωή παντρεύεται κι αποκτά τρία παιδιά. Πεθαίνει το 1991 στο Βελιγράδι.

Η Ταξιαρχία Κοσόβου-Μετοχίων θα συμβάλλει στην απελευθέρωση του Κοσόβου πολεμώντας από τα μέσα Οκτωβρίου ως τα τέλη του Νοέμβρη μαζί με άλλες ταξιαρχίες του γιουγκοσλαβικού απελευθερωτικού στρατού, δύο ταξιαρχίες του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού υπό τον Ενβέρ Χότζα και τη 2η βουλγαρική Στρατιά (η φιλο-Αξονική κυβέρνηση της Βουλγαρίας ανατρέπεται στις 9 Σεπτέμβρη κι η Βουλγαρία περνάει στο αντιφασιστικό στρατόπεδο). Η 1η Ταξιαρχία Κοσόβου-Μετοχίων μαζί με την 3η Αλβανική Ταξιαρχία θα απελευθερώσουν στις 17 Νοέμβρη την πόλη Πετς του Κοσόβου.

Με αλλαγμένη την εθνική της σύνθεση αλλά διατηρώντας τον πολυεθνικό της χαρακτήρα, η ταξιαρχία Κοσόβου-Μετοχίων θα φτάσει στο απόγειό της τα 2.200 άτομα. Από αυτά γύρω στα 500 θα σκοτωθούν στις μάχες από το φθινόπωρο του ‘44 ως το τέλος του πολέμου.

Τα μακεδονικά τμήματα της 1ης μακεδονο-κοσοβάρικης ταξιαρχίας κρούσης θα αναδιοργανωθούν σε 1η μακεδονική ταξιαρχία κρούσης αφού ενσωματώσουν τα παρτιζάνικα αποσπάσματα “Γιάνε Σαντάνσκι” αλλά κι αυτά του Βέλες και της Καστοριάς (Σλαβομακεδόνες που είχαν φύγει εκτός ελληνικών συνόρων λόγω σύγκρουσης με τον ΕΛΑΣ). Όλοι οι παραπάνω θα πολεμήσουν για την απελευθέρωση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας συμμετέχοντας στην απελευθέρωση των πόλεων Στρούγκα, Οχρίδα και Γκόστιβαρ. Αργότερα θα κατευθυνθούν στο μέτωπο του Σρεμ στη βόρεια Γιουγκοσλαβία, όπου θα συμμετάσχουν στις μάχες για την απελευθέρωση του Ζάγκρεμπ και άλλων πόλεων.

Η Ταξιαρχία της “Αδελφότητας κι Ενότητας”

Ο πολυεθνικός/διεθνιστικός χαρακτήρας της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας, η διασυνοριακή της δράση κι η συνεργασία της στα πεδία των μαχών με Αλβανούς, Βούλγαρους κι Έλληνες αντιφασίστες αντάρτες της χάρισαν τον χαρακτηρισμό
<<  Ταξιαρχία της “Αδελφότητας κι Ενότητας”  >>.  Για το υψηλό αγωνιστικό της φρόνημα, τα τολμήματά της και την προσφορά της στον αντιφασιστικό αγώνα ανακηρύχτηκε σε “προλεταριακή”.

Η παραμονή της αλλά κι η δράση της εντός της ελληνικής επικράτειας εναντίον των Γερμανών και Βουλγάρων κατακτητών τη δένει με την ιστορία της χώρας μας.

nobm_129a

Μαχητές και μαχήτριες της 1ης Μακεδονο-Κοσοβάρικης Ταξιαρχίας Κρούσης, χαμογελαστοί/ές σε μια απ’ τις επικές πορείες τους μέσα στα χιόνια


Πηγές:

– Mihailo Apostolski, Jovan Popovski – NOB Makedonije. Publikacija fotografija, dokumenata i karata sa prigodnim tekstom o narodnooslobodilačkoj borbi makedonskog naroda

– Milutin Milkovic – Prva Kosovsko-Metohijska Proleterska Brigada

ФабиЈан Трго – Зборник Докумената и Података о народноослободилачком рату Југословенских нарида, том VII, Књига 3

– Λήμματα σερβικής, βουλγαρικής, μακεδονικής Wikipedia

 

9η Σεπτέμβρη 1944: η μέρα που η Βουλγαρία άλλαξε στρατόπεδο [ιστορικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό]

Η 9η Σεπτέμβρη 1944 είναι η μέρα που η Βουλγαρία επισήμως απελευθερώθηκε από τη φιλο-ναζιστική της κυβέρνηση και προσχώρησε στο στρατόπεδο του αντιφασισμού. Καταλυτικό ρόλο γι’ αυτή την ανατροπή έπαιξε η είσοδος της 3ης Ουκρανικής Στρατιάς του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού στη Βουλγαρία, στις 8 Σεπτέμβρη.

Η νέα κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου με βασική συνιστώσα της το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα που ανέβηκε στην εξουσία στις 9 Σεπτέμβρη, έσπευσε να εντάξει τη Βουλγαρία στον πόλεμο με την πλευρά των Συμμάχων ώστε να ξεπλύνει το όνειδος της σύμπραξης με τις δυνάμεις του Άξονα και να αποφύγει την κατάταξη της χώρας στους ηττημένους του Β’Π.Π.

Εδώ θα κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα στην 9η Σεπτέμβρη και στη γενικότερη συμβολή των Βούλγαρων αντιφασιστών στον Β’Π.Π.

 

Χωριό Ντόλνι Λόζεν περιοχή Σόφιας

Χωριό Ντόλνι Λόζεν, περιοχή Σόφιας, 9/9/1944. Οι χωρικοί γιορτάζουν την απελευθέρωση της χώρας τους από τον Κόκκινο Στρατό.

 

Η Αντίσταση στα χρόνια του πολέμου

Οι πρώτες αντάρτικες ομάδες (παρτιζάνοι) εμφανίστηκαν στη Βουλγαρία μετά το ξεκίνημα της ναζιστικής επίθεσης εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης το 1941. Η ανάπτυξη της δράσης τους αποδείχτηκε μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση καθώς δρούσαν σε ένα εχθρικό περιβάλλον όπου οι κρατικοί θεσμοί δεν είχαν διαλυθεί αλλά είχαν ταχθεί αυτούσιοι στην υπηρέτηση των στρατιωτικών σκοπών του φασιστικού Άξονα. Επιπλέον, οι αντιφασίστες παρτιζάνοι της Βουλγαρίας είχαν να αντιμετωπίσουν την εθνικιστική προπαγάνδα του βουλγαρικού κράτους που με βάση τη συμμαχία του με τον Άξονα αποκτούσε “ιστορικά αλύτρωτες” περιοχές στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία.

Η πρώτη στρατιωτική επιτροπή που ορίζεται απ’ την Κεντρική Επιτροπή του κομμουνιστικού κόμματος για να οργανώσει το αντάρτικο στη Βουλγαρία συλλαμβάνεται σχεδόν σύσσωμη τον Απρίλιο κι εκτελείται τον Ιούλιο του 1942. Τότε, την αναδιοργάνωση του παρτιζάνικου κινήματος αναλαμβάνει ο Εμίλ Μάρκοφ απ’ το Πολιτικό Γραφείο του ΒΚΚ κι αργότερα ο Ντόμπρι Τερπέσεφ μαζί με τον στρατιωτικό διοικητή Χρίστο Μιχαήλοφ.

Emil Markov 5-41905 - 12-7-1943

Ο Εμίλ Μαρκόφ, μέλος του ΒΚΚ και αναδιοργανωτής του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Βουλγαρίας. Γεννήθηκε στις 5 Απρίλη 1905 στην Μπερκόβιτσα και σκοτώθηκε στις 12 Ιούλη 1943 στη Σόφια σε συμπλοκή με αστυνομικές δυνάμεις στο κρησφύγετό του και αφού πολέμησε για ώρα μόνος του με το πιστόλι του. Είχε πάρει μέρος στην εργατο-αγροτική εξέγερση του ’23 στη Βουλγαρία. Πέρασε 4,5 χρόνια στη φυλακή. Το 1930 πηγαίνει στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία. Αποφοιτά με άριστα από την κομματική σχολή Λένιν κι επιστρέφει στη Βουλγαρία το 1932. Τον Ιούλιο του ’41 ξανασυλλαμβάνεται και φυλακίζεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βουλγαρία απ’ όπου το σκάει και εντάσσεται στις παρτιζάνικες δυνάμεις.

Τον Μάρτιο του ’43 ιδρύεται ο Εθνικοαπελευθερωτικός Επαναστατικός Στρατός (HOBA) που έρχεται να συνενώσει τις μεμονωμένες αντιφασιστικές ομάδες που δρουν ως τότε σε διάφορες περιοχές της Βουλγαρίας.
Στο απόγειό του, το 1944, ο HOBA θα φτάσει να έχει 9 ταξιαρχίες, 35 τάγματα και λόχους και 2 ανεξάρτητες μονάδες και άλλες μικρότερες ομάδες. Περίπου 20.000 παρτιζάνοι θα ενταχθούν στις γραμμές του ως ένοπλοι και έφεδροι ενώ θα έχει πάνω από 3.000 απώλειες σε μάχες κι εκτελέσεις.

Σύμφωνα με αναφορά της Κεντρικής Επιτροπής του ΒΚΚ προς τον Γκεόργκι Δημητρόφ στα μέσα του ’44, το 25-30% των παρτιζάνων ήταν μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, άλλοι τόσοι μέλη της νεολαίας του ΚΚ κι οι υπόλοιποι ανένταχτοι. Η μέση ηλικία των παρτιζάνων ήταν τα 25 έτη ενώ στις τάξεις του πολέμησαν και περίπου 500 γυναίκες.

Plovdiv_September_1944

Είσοδος των Βούλγαρων παρτιζάνων στην πόλη Πλόβντιβ/Φιλιππούπολη

Ο βουλγαρικός HOBA χωρίς να φτάσει στα επίπεδα μαζικότητας του ΕΛΑΣ ή του γιουγκοσλάβικου απελευθερωτικού στρατού θα συμβάλλει με πράξεις σαμποτάζ αλλά και απασχολώντας δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού και αστυνομίας. Στις αρχές του ’44 το βουλγαρικό κράτος θα διαθέσει 5 έως 10.000 χωροφύλακες και θα θέσει σε επιφυλακή περίπου 100.000 στρατιώτες από το φόβο των ανταρτών. Αργότερα, θα δημιουργήσει ομάδες “Κυνηγών” με στόχο την τρομοκράτηση των ανταρτών και των δικτύων υποστήριξής τους.

41169105_2005565656196459_520980838674857984_n

Βούλγαροι “Κυνηγοί” ποζάρουν μπροστά στα κομμένα κεφάλια Βούλγαρων αντιφασιστών-ανταρτών. Μια καλά πληρωμένη “εργασία” στην υπηρεσία του φασιστικού κράτους. Μας θυμίζει αντίστοιχες ελληνικές περιπτώσεις.

Ακόμα και στις κατακτημένες απ’ τον βουλγαρικό στρατό περιοχές της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας το βουλγαρικό κομμουνιστικό κόμμα θα κάνει υπόγεια προπαγάνδα στις τάξεις των στρατιωτών ενώ θα βοηθάει με μυστικότητα τις τοπικές αντιστασιακές δυνάμεις. Ακόμα, ένας αριθμός Βούλγαρων στρατιωτών θα αυτομολήσει και θα ενταχθεί στις ελληνικές και γιουγκοσλαβικές αντάρτικες δυνάμεις.

 

Μετά την 9η Σεπτέμβρη

Η απελευθέρωση που συντελείται στις 9 Σεπτέμβρη οδηγεί στην αναδιοργάνωση του βουλγαρικού στρατού και την ένταξή του στο στρατόπεδο του αντιφασισμού. Μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη θα δώσει μάχες εντός της Βουλγαρίας εναντίον των υπολειμμάτων των γερμανικών δυνάμεων ενώ θα πραγματοποιήσει εκκαθαρίσεις φασιστών αξιωματικών.
Τον Οκτώβριο του ’44, ο νέος βουλγαρικός στρατός, με δύναμη 550.000 στρατιωτών θα ακολουθήσει την 3η Ουκρανική Στρατιά και μαζί με τον Κόκκινο Στρατό και τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους θα απελευθερώσουν μία σειρά πόλεων στη σημερινή Δημοκρατία της Μακεδονίας, στο Κόσοβο και το ίδιο το Βελιγράδι.

5370

Βουλγάρα αντάρτισσα κατά την υποδοχή του Κόκκινου Στρατού. Στα βουλγάρικα διαβάζουμε: “Καλώς ήρθατε ελευθερωτές”

Στη συνέχεια τμήματα του νέου βουλγαρικού στρατού θα πάρουν μέρος ακόμα και στην πολιορκία της Βουδαπέστης στο πλάι του Κόκκινου Στρατού ενώ άλλα τμήματά του θα πολεμήσουν στην ανατολική Αυστρία φτάνοντας μέχρι τις αυστριακές Άλπεις. Στην τελευταία αυτή φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νέος βουλγαρικός στρατός θα συμβάλλει με μία δύναμη 130.000 μαχητών, δίνοντας μάχες εναντίον των Γερμανών, ακόμα και μετά την επίσημη λήξη του πολέμου, ως τις 15 Μάη στη Βοσνία.
Οι 8.337 νεκροί, 9.155 αγνοούμενοι και 22.958 τραυματίες του νέου βουλγαρικού στρατού ως το τέλος του Β’ΠΠ, αποτέλεσμα των γεγονότων της 9ης Σεπτέμβρη του ’44, αποτελούν τη συμβολή του στην ήττα του ναζισμού και έναν ένδοξο τρόπο με τον οποίο η Βουλγαρία ξέπλυνε τη ντροπή που της φόρτωσε η εθνικιστική, φιλο-φασιστική κυβέρνησή της όταν την τοποθέτησε στο φασιστικό στρατόπεδο το 1941. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βουλγαρία ήταν η μοναδική χώρα που πολέμησε με τον Άξονα στο μεγαλύτερο μέρος του Β’ΠΠ και δεν έχασε εδάφη κατά τη μεταπολεμική διευθέτηση των συνόρων, αντιθέτως κέρδισε την περιοχή της νότιας Δοβρουτσάς από τη Ρουμανία, γεγονός που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη συμμετοχή της στον αντιφασιστικό αγώνα μετά την 9η Σεπτέμβρη και την υποστήριξη της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας.

Επιστροφή βουλγαρικού στρατού στη Σόφια 1945

Επιστροφή του νέου βουλγαρικού στρατού στη Σόφια, τον Μάη του ’45 μετά από πολύμηνες μάχες με τους Γερμανούς ναζί σε Ουγγαρία, Αυστρία και Γιουγκοσλαβία

Η 9η Σεπτέμβρη και η Ελλάδα

Η επίδραση των γεγονότων της 9ης Σεπτέμβρη στην Ελλάδα ήταν καταλυτική. Ο κατοχικός βουλγαρικός στρατός παύει να υπηρετεί τη ναζιστική Γερμανία και συνεργάζεται με τις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στις οποίες σε πολλές περιπτώσεις παραδίδει την εξουσία. Τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις κι ο τρόμος εναντίον του πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας παύει και σε πολλές πόλεις επικρατεί κλίμα συναδέλφωσης μεταξύ των δύο λαών, παρά το πρόσφατο αιματηρό παρελθόν. Τιμωρούνται Βούλγαροι φασίστες-αξιωματικοί κι εμφανίζονται διάφοροι αντιφασιστικοί πυρήνες που δρούσαν υπογείως εντός του βουλγαρικού στρατού (για περισσότερες λεπτομέρειες βλ: Έλληνες και Βούλγαροι αντιφασίστες στη Μακεδονία και τη Θράκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ) Τελικά ο βουλγαρικός στρατός θα αποχωρήσει από τα ελληνικά εδάφη κατά το πρώτο μισό του Οκτώβρη, μετά από πίεση των Βρετανών που φοβούνται τη συνεργασία Βουλγάρων και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Η 9η Σεπτέμβρη στη Βουλγαρία σήμερα

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Βουλγαρία γίνεται μια προσπάθεια να υποβαθμιστεί και να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας των γεγονότων της 9ης Σεπτέμβρη. Στη δημόσια σφαίρα, από τα καθεστωτικά media, η 9η Σεπτέμβρη εξομοιώνεται με πραξικόπημα και ημερομηνία “υποταγής” της Βουλγαρίας στο στρατόπεδο του “ολοκληρωτισμού”. Το μνημείο των πεσόντων σοβιετικών στρατιωτών κατά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας έχει δεχτεί δεκάδες επιθέσεις ενώ έχει ιδρυθεί υπό την αιγίδα και με χρηματοδότηση της ΕΕ ακόμα και σύλλογος για την κατεδάφισή του. Ωστόσο, η σημασία των γεγονότων της 9ης Σεπτέμβρη δεν είναι εύκολο να παραγραφεί.

Δείτε εδώ σε slide εικόνες από την 9η Σεπτέμβρη σε μία σειρά βουλγαρικών πόλεων (διακρίνονται διάφορα πανό υπέρ του Κόκκινου Στρατού και εναντίον του φασισμού)

This slideshow requires JavaScript.